Millions of words have been spilt in attempts to tell us exactly what it means to be human. In [Runaway] Munro performas that very miracle.
The Times
1.
Ξαναδιαβάζω μετά από ένα χρόνο το Runaway της Alice Munro. Ξεκίνησα από το Tricks, την ιστορία που μού είχε μείνει στο μυαλό όσο λίγες, παρ’ ό,τι δεν συμπαθώ τις ιστορίες με συμπτώσεις [αν κάποιος σκοπεύει να διαβάσει το βιβλίο, ας αποφύγει κριτικές της ιστορίας καθώς περιέχουν spoiler]. Η Munro κατασκευάζει μία ολόκληρη ζωή μέσα σε σαράντα σελίδες. “Κατασκευάζει” και όχι “περιγράφει”, καθώς με θαυμαστή οικονομία χτίζει το χαρακτήρα και τη ζωή του γύρω από την εξιστόρηση ενός γεγονότος. Οι ιστορίες της είναι ενδιαφέρουσες, αναπάντεχες, δυνατές – όμως η τέχνη τους ξεδιπλώνεται με τη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ανάγνωση. Αν μου θυμίζουν κάτι, είναι μία ξύλινη γέφυρα, όμορφη σε πρώτη ματιά, αλλά που προδίδει με τη δεύτερη και την τρίτη βόλτα γύρω της όλα της τα μικρά κομμάτια, αριστοτεχνικά τοποθετημένα και απαραίτητα. Κι αν κάτι μου έρχεται και μου ξαναέρχεται στο μυαλό είναι η λέξη οικονομία. Στο Tricks, μέσα σε είκοσι επτά λέξεις (δεν θα γράψω ποιες) περιγράφεται η κατάσταση της Robin όταν μαθαίνει την αλήθεια. Μέσα σε μία παράγραφο η Robin μαθαίνει στη βιβλιοθήκη για τον Danilo από το Μαυροβούνιο. Μέσα σε μία παράγραφο, εμείς μαθαίνουμε τη Robin περισσότερο από χίλιες δυο περιγραφές των αισθημάτων της.
Her need to follow this investigation was hard to explain, and she did not try to explain it (though of course her presence in the library was noted, and her absorption). What she must have been trying to do – and what she at least half succeeded in doing – was to settle Danilo into some real place and a real past, to think that these names she was learning must have been known to him, this history must have been what he learned in school, some of these places must have been visited by him as a child or as a young man. And were being visited, perhaps, by him now. When she touched a printed name with her finger, she might have touched the very place he was in.
Κι εντέλει, οι Times έχουν δίκιο. Munro performs that very miracle. Δεν έχει σημασία το θέμα, δεν έχει σημασία το μέρος, δεν έχει σημασία η ιστορία. Από τον πρόλογο του Jonathan Franzen στο Runaway:
Here’s the story that Munro keeps telling: A bright, sexually avid girl grows up in rural Ontario without much money, her mother is sickly or dead, her father is a schoolteacher whose second wife is problematic, and the girl, as soon as she can, escapes from the hinterland by way of a scholarship or some decisive self-interested act. She marries young, moves to British Columbia, raises kids, and is far from blameless in the break-up of her marriage. She may have success as an actress or a writer or a TV personality;she has romantic adventures. When, inevitably, she returns to Ontario, she finds the landscape of her youth unsettlingly altered. Although she was the one who abandoned the place, it’s a great blow to her narcissism that she isn’t warmly welcomed back – that the world of her youth, with its older-fashioned manners and mores, now sites in judgment on the modern choices she has made. Simly by trying to survive as a whole and independent person, she has incurred painful losses and dislocations;she has caused them.
And that’s pretty much it. That’s the little stream that’s been feeding Munro’s work for better than 50 years. The same elements recur and recur like Clare Quilty. What makes Munro’s growth as an artist so crisply and breathtakingly visible (…) is precisely the familiarity of her materials. Look what she can do with nothing but her own small story;the more she returns to it, the more she finds.
(Αυτό θα μπορούσε να είναι η απάντησή μου στον Κ.Κ.Μοίρη).
2.
Την προηγούμενη βδομάδα ξαναπήγα στο Kunsthaus, με τη φράση “what it means to be human” ακόμη στο μυαλό μου. Κι αν κι άνθρωπος που αγαπά τόσο τη μουσική, αλλά και το λόγο, είναι θαυμαστό πώς ένας πίνακας μιας ηλιόλουστης μέρας σε κάνει να βλέπεις το φως, να μυρίζεις τα ξεραμένα χόρτα και ν’ ακούς τους μεσημεριανούς ψιθύρους. Πώς νιώθεις συγκίνηση και θαυμασμό βλέποντας μία νεκρή φύση του Claesz, με τις αντανακλάσεις του κρασιού στο ποτήρι και την υφή του μετάλλου. Πώς είναι μπροστά σου, μπροστά σου, δύο παιδικά σώματα του Anker που έχουν παραδοθεί στον ύπνο στην κουζίνα με τις μισάνοιχτες μικρές παλάμες τους, κι ακούς την ήρεμη αναπνοή τους. Πώς η Frau Lydia Welti-Escher ντυμένη στα λευκά κοιτά τον ζωγράφο της Stauffer-Bern με ελπίδα, εμπιστοσύνη, αβεβαιότητα, κι άραγε πώς να ‘νιωθαν κι οι δυο τους όταν της ζωγράφιζε το στήθος; Και μέσα σ’ όλα αυτά, η Femme-cuilliere του Giacometti. Η γυναικεία συντομογραφία που η κοιλιά γίνεται βαθούλωμα, για να χωρέσει όλο τον κόσμο, και το έργο κινείται στο χώρο μαζί με σένα, κι οι αναλογίες είναι τόσο σωστές, τόσο σωστές. Οικονομία.
Κάθε φορά που βγαίνω από ένα μουσείο, για λίγη ώρα αισθάνομαι πως μπορώ να καταλάβω τον κόσμο. What it means to be human.

κατάλαβα μέχρι και την τελευταία άνω τελεία…
απάντησις ελήφθη, ευχαριστώ
Παρακαλώ.
όχι , αλήθεια ευχαριστώ :-)
:)