Είναι Μάιος. Είναι Πέμπτη. Έχει ήλιο. Έχω κάνει μπάνιο, έχω ντυθεί, επιθεωρώ την κατάσταση – πολύ ικανοποιητική – ετοιμάζομαι να φύγω, έχω αργήσει, παίρνω το ποδήλατο, διασχίζω το πάρκο, κόσμος κάνει βόλτες, ακολουθεί στροφή, δεν κόβω ταχύτητα, πετάω. Νιώθω τη γεύση της σκόνης στα δόντια μου, “όχι ρε γαμώτο, είχα λουστεί”, πονάει το πόδι μου, πού είναι το ποδήλατο, ένας τύπος το ακουμπάει στο δέντρο και φεύγει, δυο κοπέλες πλησιάζουν, “πού πονάς;”, είναι φοιτήτριες ιατρικής, “να πας στο νοσοκομείο”. Παίρνω το ποδήλατο με τα πόδια και γυρίζω πίσω, ο ώμος μου αρχίζει να καίει. Στο σπίτι αλλάζω μπλούζα, όσο ακόμα μπορώ να το κουνήσω. Τηλεφωνώ στην Α., “έρχομαι”. Δέκα λεπτά μετά, είναι σπίτι με τον Χ. Παίρνουμε ταξί. Νοσοκομείο. “Η κάρτα ασφάλισής μου έχει λήξει”. Ψευτορυθμίζεται. Ανακούφιση. Αναμονή. Ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία. Έτοιμη. Αναμονή. Γιατρός. Κι άλλος γιατρός. Νάρθηκας. Παυσίπονο. Γυρίζουμε στην εστία τους – τρώμε μεσημεριανό (τι;), επιδόρπιο φράουλες με κρέμα. “Χ., μπορώ να κάνω ένα τηλέφωνο στο εξωτερικό;” “Ναι, βέβαια”. “Θα σου δώσω τα λεφτά.” “Μην το συζητάς.”
Είμαι στο δωμάτιό του Χ., το χαοτικό δωμάτιό του. Αφίσες, άπλυτα τζάμια, ξέστρωτο κρεβάτι, ρούχα παντού, στο γραφείο βιβλία, σημειώσεις, μολύβια, κέρματα, ραβασάκια, φωτογραφίες, τσίχλες, το λάπτοπ, ένα τηλέφωνο (τότε δεν ξέραμε το skype). Ξέρω τον αριθμό απ’έξω. Αυτή είναι η στιγμή. Είναι, βλέπεις, τα γενέθλια του Π.-του πρώην Π. Που ήθελα να του τηλεφωνήσω κάθε μέρα όλο τον προηγούμενο μήνα. Μου ερχόταν πάντα στην τελευταία στροφή πριν το σπίτι με το ποδήλατο, η παρόρμηση να τον πάρω τηλέφωνο και να βάλω τα κλάματα ταυτόχρονα. Και τελικά πήγαινα στο σούπερ μάρκετ, ( δύο γιαούρτια, ένα γάλα), στο μπακάλη (πέντε λεμόνια, δυο γεμιστές πιπεριές που έφτιαχνε η γυναίκα του), στο κινέζικο (μία πάπια με μάνγκο), σπίτι (ένα βιβλίο, ασκήσεις εργαστηρίου, ένα πλυντήριο, τρία τσιγάρα) – κι έτσι δεν έπαιρνα. Τα περίμενα τα γενέθλια. Η ιδανική ευκαιρία να τηλεφωνήσω – όχι απελπισμένη, υπεράνω. My ass. Η ασφαλής ευκαιρία. Και η τελευταία για καιρό, η γιορτή ήταν μετά από μήνες βλέπεις.
Ούτε που θυμάμαι τι είπαμε. Υποθέτω εντελώς ασήμαντα πράγματα. Μ’ένα σπασμένο ώμο και ζητήματα ασφάλισης, το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν ο Π. Έπεσα και στα γενέθλιά του. Ο γρουσούζης. Δεν έφταιγε αυτός βέβαια, εγώ έφταιγα, αλλά παρ’όλα αυτά ήταν ενδεικτικό. Τελείωσα το τηλεφώνημα, άφησα παρ’όλα αυτά τα λεφτά στο χαοτικό γραφείο του Χ., εκεί που αποκλείεται να καταλάβαινε ότι ήταν από μένα, και βγήκα απ΄το δωμάτιο.
Ακολούθησαν μερικοί απ’ τους καλύτερους μήνες της ζωής μου, στους οποίους εμφανίστηκαν ο τυφλός φυσιοθεραπευτής, το κορίτσι με τη μπούργκα, ο συγκάτοικός μου, η κατανόηση του σωματικού πόνου, το εστιατόριο Omas Kueche και πολλά πολλά άλλα. Αλλά αυτά ανήκουν σε άλλες ιστορίες. Κι αν γράφω αυτήν εδώ, παρ’ό,τι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δε θα γράφω για το παρελθόν, είναι γιατί αν δεν είχα πετάξει τότε πάνω στη στροφή, εγώ δε θα ‘μουν εγώ, κι είμαι πεπεισμένη, όχι μεταφυσικά πεπεισμένη, αλλά πάντως πεπεισμένη, πως εμείς δε θα’μασταν εμείς.
Για σένα.
