“Μπούα”.
Συνεχίζω το άπλωμα.
“Μπούα.” “Μπούα;” “Μπούα.” “Εντάξει.”
Φέρνω ένα ποτήρι νερό. Το ακουμπάω στο τραπέζι και το κοιτάει εμβρόντητος.
Μπούα [στα δικά μου παιδιακίστικα] = νερό.
Μπούα [στα δικά του παιδιακίστικα] = φανταστικό πλάσμα που περπατά στους τοίχους.

Εσείς εκεί κάτω φαίνεται μιλάτε άλλη γλώσσα. :D
Για παράδειγμα, εγώ θα έλεγα παιδιάστικα, ή παιδιακίσια.
Α! Μόλις πέρασε ένα μπούα. :)
με τρομάζετε..
Χαχα, πείτε τα κ.Κ.Κ.Μοίρη, αυτός δε σας τρομάζει, ε, αυτός δεν είναι; :D