Πρώτα τα χρήσιμα: η germanwings έχει προσφορές. Βέβαια με τους φόρους μόνο μηδέν ευρώ δεν είναι, αλλά και πάλι φτηνά.
[Εκείνο το βράδυ που γυρίζουμε σπίτι αφού έχουμε δει (κι έχουμε πιει) το Feuerzangenbowle, κι εκείνη η παρέα με τα ποδήλατα κάνει βλακείες στην άδεια γέφυρα, και για μια στιγμή νομίζεις πως η πόλη είναι δική σου, το βράδυ που γυρίζω ξυπόλητη γιατί με χτυπούν τα παπούτσια κι η άσφαλτος είναι χλιαρή και μαλακή κι ελαστική σαν να περπατάς πάνω σε μάρτσιπαν, το άγαλμα της γυναίκας από πάγο έξω απ' την εστία του Χ., ένα βραδινό με τον Π., η Β., που δεν καπνίζει με ρωτάει αγχωμένη "έχεις ένα τσιγάρο;" έξω απ' το σπίτι της και μετά μιλάει, το μαγαζί με τα φωτιστικά, το βιβλιοπωλείο με τη τζαμαρία μπροστά στην πλατεία, ο κύριος με το σαξόφωνο κάθε Σάββατο πρωί, η ηλικιωμένη άστεγη που επέζησε το χειμώνα.] Ολ’ αυτά που έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μου σαν άχρονα, γιατί είναι στο παρελθόν που πάει να πει τέλος, αλλά είναι και στο μυαλό μου και τα βγάζω όποια στιγμή θέλω από κει μέσα, και δίχως τόπο, γιατί είναι φαντάσματα, απότομα, να ‘ν’ καλά το google earth, πέφτουν από ψηλά πάνω στο χάρτη, κι είναι τρομακτικό, γιατί είναι σαν να τα χάνω, γιατί δε-θυ-μά-μαι πια τα ονόματα των δρόμων.
Με μια φίλη λέγαμε πώς μας αρέσει να παρατηρούμε ανθρώπους στο δρόμο, κι έλεγε η Δ. ότι σκέφτεται τι να κάνουν στη ζωή τους, αν είν’ ερωτευμένοι, τι τους είναι αυτός που έχουνε ραντεβού, τέτοια. Εγώ σκέφτομαι κάτι ασημαντότητες, δηλαδή πού έχουν τα κλειδιά τους, αν έχουνε δεύτερο στο γραμματοκιβώτιο ή αν κάνουν ένα συγκεκριμένο ήχο για να τους ανοίξουν, αν βλέποντας το κινητό τους θα ‘ξερες ποιον να καλέσεις, αν είναι μακριά το σπίτι τους από τη στάση. Κι έτσι όλ’ αυτά που έκανα τότε, πότε πάω σούπερ μάρκετ, πώς πάω με το ποδήλατο στην U., ποιους λογαριασμούς πληρώνω, ποιες μέρες έχω μάθημα και ποιες ραντεβού με τη Β. και τον Α. για να φάμε μεσημεριανό, τα ΄χω ξεχάσει κι έχουν αντικατασταθεί από άλλα κι άλλα της μετέπειτα ζωής, κι έτσι έχουνε μείνει νησάκια μνήμης, από πρωί, μεσημέρι, βράδυ, που όμως δε φτιάχνουνε ολόκληρη εικόνα.
Για πολλά χρόνια είχα ένα όνειρο που επανερχόταν όταν ήμουν αγχωμένη. Είμαι εγώ στο ποδήλατο, πηγαίνοντας στο κέντρο, σ’ ένα δρόμο που το τελευταίο που έβλεπες πριν στρίψεις ήταν η γέφυρα που πέρναγε το τρένο. Το φως είναι απογευματινό, έχει βρέξει, η εποχή άγνωστη. Δεν ξέρω αν είναι μια συγκεκριμένη μέρα αυτή ή αν το μυαλό μου έφτιαξε μια μνήμη από πολλές. Αλλά είχε φως και κινούμουν αργά και χαρούμενα – και το επόμενο πρωί ξυπνούσα ήρεμη και λίγο λυπημένη. Το΄χω δει αρκετές φορές αυτό το όνειρο, κι έτσι τώρα το επαναφέρω κατά βούληση.
Κι είναι τώρα ένας χρόνος που αυτό το όνειρο έχει αρχίσει να αντικαθίσταται από ένα άλλο. Είναι καλοκαίρι, η ώρα που σκοτεινιάζει στη Φολέγανδρο. Είμαστε στο μηχανάκι που φωνάζουμε τζιτζίκι και πηγαίνουμε στη Χώρα. Έχει λόφους αριστερά και δεξιά, κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο, και μυρίζει θυμάρι. Κι είναι ήσυχα.
Και μπορεί κι αυτό ν’ αρχίσει ν’ αντικαθίσταται από ένα άλλο. Κι ένα άλλο. Κι ένα άλλο.
Πρέπει δηλαδή κάθε φορά να ξεχνάω το προηγούμενο; Το χάρτη, τους δρόμους, τις λεπτομέρειες, τα όνειρα;
Μάλλον, ε;
