Θα παίξουμε ότι εσύ ακούς Feist (ακούς, δεν ακούς;), τρέχεις ιδρωμένη (έχει ζέστη έτσι κι αλλιώς, δεν έχει;), και νιώθεις λοιπόν εντελώς αυτάρκης (αυτάρκης) μέσα στο μεγάλο στρογγυλό κουβάρι απ’ τους ανθρώπους που σ’ αγαπούν κι αγαπάς, και που σου επιτρέπουν να νιώθεις αυτάρκης, μόνη και χαρούμενη όταν τρέχεις, που σου επιτρέπουν να κοιτάς το ποτάμι και τους ανθρώπους και τα κτίρια. Αλλά το κουβάρι δεν το βλέπεις. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Το κουβάρι δεν το βλέπεις, αλλά είναι εκεί – γύρω σου, μαλακό, μάλλινο, χνουδωτό. Είναι τ’ αντίθετο απ’ το να το βλέπεις και να μην υπάρχει, ας πούμε. Καταλαβαίνεις;
Αυτό θα παίξουμε σήμερα. Αλήθεια; Α, όχι – εγώ θα αποφασίσω τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Όλοι αυτό δεν κάνουμε; (όχι, όχι γενκεύσεις). Εγώ πάντως αυτό θα κάνω. Για σήμερα.
Κι αύριο θα δούμε. Μπορεί να βγούμε και στ’ αλήθεια για τρέξιμο. Θέλεις;
