Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Απρίλιος 2008

Με ιδιαίτερη χαρά διάβασα σήμερα πως ο [εξοργιστικός] Stefan Fischer, ο πρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης που είχε δηλώσει μεταξύ άλλων πως «το ποσοστό των Γερμανών καθηγητών πλησιάζει τα όρια του ανεκτού», έχασε τη θέση του.

Υποθέτω φυσικά πως ένας συνδικαλιστής (υποτίθεται αριστερός) που έχει δηλώσει πως «τα συνδικάτα είναι πιο επικίνδυνα από το SVP» θα βρει τη θέση του στο SVP. Αλλά προς το παρόν, χαίρομαι. Πάρτα.

Read Full Post »

Millions of words have been spilt in attempts to tell us exactly what it means to be human. In [Runaway] Munro performas that very miracle.

The Times (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη. Πια δεν υπάρχει «εδώ και τώρα». Η Θεσσαλονίκη είναι το εκεί και το τότε.

Αν και βέβαια με τη λογική καταλαβαίνει κανείς πως δεν έσπασαν το καλούπι της νεότητας αφότου εκείνος τελείωσε τις σπουδές του, είναι περίεργο να βλέπει πως τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Μπαίνοντας την Τρίτη στο πανεπιστήμιο ένιωθα σαν να επισκέπτομαι το σχολείο μου (πράμα που δεν έχω κάνει ποτέ). Έντονες μνήμες, άγχος, ντροπή, αμηχανία – «η παλιά ζωή». Περπατούσα γρήγορα, σκεπτόμενη «run, run, run, run, run, run, run, run» όπως εκείνο το κομμάτι των Air – ήταν από αυτές τις φορές που η καρδιά σου χτυπάει τόσο γρήγορα που νομίζεις πως φουσκώνει το στήθος σου και δεν πατάς τελείως στη γη. Μόνο που συνήθως όταν το παθαίνεις ελπίζεις να δεις κάποιον – εγώ ήλπιζα να μη δω κανέναν εκτός από αυτούς που είχα έρθει να δω. Και ήταν καλά. Οι ίδιοι αυτοί που είδα δεν ήταν ίσως πολύ καλά – ήταν καλή η συνάντηση. (Το σπίτι μου είναι μάλλον οι άλλοι άνθρωποι, όχι μέρη.)

Η πόλη με τρόμαξε. Το έλεγα πρόσφατα σε ένα φίλο μου – μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου στην εφηβεία, κι ενώ είμαι τελείως διαφορετική πια, νιώθω ότι ήμουν εγώ αυτή. Τον εαυτό μου στο πανεπιστήμιο δεν μπορώ να τον θυμηθώ, μου φαίνεται ξένος. Σαν να κοιμόμουν; Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι ότι για μεγάλα διαστήματα στη Θεσσαλονίκη ήθελα να κοιμάμαι, να χάνομαι. Δεν ξέρω αν φταίει αυτό. Κι έτσι, ενώ σε άλλα μέρη «βλέπω» τον εαυτό μου σα φάντασμα να περιφέρεται στην πόλη, στη Θεσσαλονίκη όταν έβλεπα κάτι ήταν μια κοπέλα ξένη σε μένα.

Σε πιάνει και μια ειρωνία με την απόσταση. Οι ίδιες ακριβώς φάτσες: οι κοπέλες με τις αφελειούλες, τις ανταυγειούλες, τα μπλουζάκια και τις τσαντούλες, τα αγόρια με το στυλ Βαλκάνιος Μιλανέζος, οι αναρχικοί με τα μαύρα, τις τζίβες και τις αφίσες (ακόμα δεν έπεσε το σύστημα, παιδιά, με τις αφίσες;), οι κοπελίτσες με τα γεωμετρικά κουρέματα ή τις μακριές πλεξούδες και τις μαύρες υφασμάτινες μπαρέτες, όλοι αυτοί. Κάπου ανάμεσα σ’ όλα αυτά θα ήμουνα κι εγώ, η αντίστοιχη εγώ. Ξαφνικά ένιωσα τόσο αναλώσιμη, το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι όλοι αυτοί είμαστε τόσο αναλώσιμοι, ερχόμαστε και είμαστε τουρίστες για πέντε χρόνια, και μάλιστα τουρίστες με πρόγραμμα δραστηριοτήτων: λίγα (ή πολλά) μεθύσια, λίγα (ή πολλά) γαμήσια, τα δύο τελευταία με θετική συσχέτιση, λίγα ρεμπετάδικα παριστάνοντας τους μεγάλους, λίγες παρέες όπου δοκιμάζεις τα όριά σου, πολλά φαγάδικα που προσπαθείς να μάθεις το νέο σου ρόλο, θες του μελλοντικού οικογενειάρχη, θες της νευρωτικής μάνας, θες του εναλλακτικού τύπου, μέσα σε (συνήθως) κακομαγειρεμένο φαγητό. Και μετά σχεδόν όλοι αυτοί φεύγουν, έρχεται νέα παραλαβή.

Η πόλη έχει πάρα πολύ νέο κόσμο, που όμως ούτε συμπεριφέρεται σαν νέος ούτε αφήνει κάτι. Και τελικά αυτοί που μένουν είναι οι οικογενειάρχες, οι παππούδες, οι Καλαμαριώτισσες. Μου φαίνεται σαν καζίνο. Οι πελάτες και η βιτρίνα είναι ασήμαντα. Αυτό που μένει είναι τα αφεντικά που χειρίζονται τα λεφτά. Στη Θεσσαλονίκη αντί για τα τραπέζια με τα παιχνίδια είναι τα φαγάδικα. Είχε πει μια φίλη πως η Ρώμη της είχε φανεί σαν λούνα παρκ με αρχαία – λοιπόν, η Θεσσαλονίκη είναι λούνα παρκ με φαγάδικα.

«Σαβουάρ γυρ». (αληθινός τίτλος)

Από την άλλη πλευρά, σκεφτόμουν στο ΚΤΕΛ της επιστροφής, μήπως μακροσκοπικά δεν συμβαίνει το ίδιο στη ζωή γενικώς; Άνθρωποι γεννιούνται, πεθαίνουν, κι όσο κι αν νιώθουν διαφορετικοί, ξεχωριστοί, καινούριοι, στη μάζα ακολουθούν μία τελείως προδιαγεγραμμένη πορεία. Ίσως να μην είναι τυχαίο που, καθώς έκανα αυτές τις σκέψεις από την πρώτη σειρά των καθισμάτων, φανταζόμουν να κολυμπάω στο γκρι ουρανό μπροστά μας. Είμαστε κι εμείς σαν τη θαλάσσια ζωή. Τεράστιες μάζες, μεγάλη σκληρότητα, και για το κοπάδι του καθενός από εμάς, μία αίσθηση ανεπανάληπτου.

Read Full Post »

Εδώ και κάποιες μέρες βρίσκομαι στην Ελλάδα. Εντυπώσεις:

  • Too much information. Γενικώς. Οι γυναίκες μού δίνουν την εντύπωση ότι «διακοσμούν» σημεία που επιδέχονται διακόσμησης – τα χέρια με βραχιόλια, δαχτυλίδια και ρολόι, τα μαλλιά με βαφές και ανταύγειες, τη μούρη με μακιγιάζ, τη μπλούζα με ντεκολτέ. Δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος να ακουμπήσει το μάτι σου στους ανθρώπους, πρέπει να αφαιρέσεις στρώσεις. Ζαλίζομαι.
  • Το ίδιο συμβαίνει και στην πόλη. Πολλή βρώμα, πολλά σπασμένα πεζοδρόμια, πάρα πολλά αυτοκίνητα. Πάρα πολλές διαφημίσεις. «ΤΑΧΥΜΕΤΡΑ ΚΟΦΤΕΣ» βάζει ο ένας σε φωτεινή επιγραφή, «ΠΛΕΚΤΑ» και «KNITWEAR» ο άλλος (δουλειές με ξένους;). Δεν καταλαβαίνω.
  • Ένιωθα έντονα πως κάπου πρέπει να πάω να ησυχάσω, να ησυχάσουν τα μάτια μου, κάπου που να μοιάζει πως τελειώνει η πόλη. Αλλά η Αθήνα εκτείνεται παντού.
  • Εντέλει δεν ξέρω αν έχει νόημα να έρχομαι. Όλα είναι πάρα πολύ γνώριμα – και ταυτόχρονα πάρα πολύ ξένα. Όταν αυτό συμβαίνει με ανθρώπους, χωρίζεις.
  • Στο λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη μιλούσαν τρεις πυροσβέστες – ένας που δουλεύει στην Αμερική (!), ένας νέος, πρόσφατα μόνιμος, και ένας μεγαλύτερος εποχιακός. Ο εποχιακός, απελπισμένος, με το επιφανειακό coolness του ανθρώπου που είναι μεγάλος και τα καταφέρνει χειρότερα απ’ το μικρό. Μεταξύ άλλων, του μιλούσε για ένα φιλαράκι του (sic) που για να συμπληρώσει το εισόδημά του πουλούσε προστασία σε μαγαζιά. Αλλά είναι πολύ καλό παιδί.
  • Περιμένοντας για ταξί στην έρημη Μοναστηρίου τα μεσάνυχτα άμα τη αφίξει, ο μικρός έβαλε εμένα πρώτα μέσα σε ταξί, παρ’ ό,τι περίμεναν πριν από μένα. Είπα δυο φορές «Ευχαριστώ», τη μία φωναχτά μπαίνοντας στο ταξί. Θα καταντήσω σαν τους Δυτικοευρωπαίους που εντυπωσιάζονται δυσανάλογα (;) με τέτοιες μικρές (;) χειρονομίες. Μετά ο ταξιτζής με άφησε μες στη βροχή στην Καμάρα και όχι στο σπίτι και ισορροπήσαμε.
  • Το πρώτο αίσθημα κοιτώντας γύρω μου τη Ναβαρίνου ήταν ανακούφιση. Εδώ τουλάχιστον δεν αισθάνομαι ξένη. Πόνο ναι, αλλά με τρυφερότητα. Το να βρω το σπίτι ήταν μία πρόκληση. Διασχίζουμε τη Ροτόντα ή δεν τη διασχίζουμε; Αρμενοπούλου-είμαστε πιο πάνω εμείς. Στρίβω αριστερά ή δεξιά; Ποια είναι η οικοδομή; Για να ανεβαίναμε με τις σκάλες, το σπίτι θα είναι στον πρώτο όροφο. Ήταν στο δεύτερο.
  • Μπύρα με την Μ στο δωμάτιο του Γ. που μου θυμίζει πολλά σιγά-σιγά. Με εντυπωσιάζει που λείπει ο υπολογιστής. Η Μ. χρησιμοποιεί λέξεις που δε χρησιμοποιεί κανένας άλλος: κόχη, ο νους μου. Πέρσι τα πουλιά είχαν κάνει φωλιά στο μπαλκόνι. Στη γλάστρα του μπαλκονιού που βλέπει σε τοίχο έχει πια άνιθο και μαϊντανό. Κοιτάω το κρεβάτι και θυμάμαι πώς είναι να κοιμόμαστε εκεί, στα πάντα καθαρά σου σεντόνια, τριμμένα και τριζάτα, με την παλιά σου κουβέρτα, πώς ακουμπούσαν τα πόδια μου στα δικά σου φορώντας το φανελάκι σου. Είναι σαν να με ξαναβλέπω, είναι σαν να σε ξαναβλέπω. Όταν φεύγει η Μ., χαζεύω φωτογραφίες από τα άλμπουμ που έχει βάλει πια στη βιβλιοθήκη σου. Είσαι εσύ, με την κίτρινη μπλούζα σου και σορτς, με ένα υπογένειο (το είχες όταν σε γνώρισα;) σκαρφαλωμένος σε καρέκλα καφενείου για να επισκευάσεις κάτι, και μοιάζεις να κάνεις ζογκλερικά. Ακτινοβολών και χαρούμενος. Είσαι αυτός που ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Συμβαίνει αυτό που τα χρόνια μαζί σου δεν μ’αφήνουν να κάνω. Είναι σαν να σε ξαναβλέπω μπροστά μου, όπως ήσουν τότε. Πέφτω για ύπνο και κοιμάμαι, μετά από μέρες, εξαιρετικά.

Read Full Post »

Χτες είχα μια στιγμή Θεσσαλονίκης. Βγήκα να πάρω τσιγάρα (αυτό είναι δράση Θεσσαλονίκης ούτως ή άλλως) με μαύρο παντελόνι, μπλε μπουφάν κλειστό που από μέσα περιείχε φούτερ Fila πρώτου έτους και πιο μέσα κοραλλί φανελάκι και πιο μέσα τίποτα, και χωρίς κάλτσες.

Κάτι κατάλαβα από όταν βγήκα απ’το σπίτι και με πήρε ο δροσερός αέρας. Όταν βγήκα απ’το ψιλικατζίδικο, τότε θυμήθηκα τον τίτλο εκείνου του album των Strokes, «Is this it».

-Is this it?

-This is it. This is my home, λοιπόν.

Read Full Post »

Ευτυχισμένες μέρες.

Ανοιξιάτικες μυρωδιές.

Βόλτες στο κέντρο.

Μουσική – πολλή μουσική.

Μπύρες και κρασί. [zu viel des Guten κι από τα δύο, αλλά δε βαριέσαι.]

«You ‘re crazy!» [Ότι είσαι, είσαι.]

Θέλω να ‘μαi μαζί σας. Να λέμε για μας και όχι για τους άλλους, μόνο για τον άλλο κόσμο γενικά, τον έξω. Να τρώμε καυτερά φαγητά και πολύχρωμα γλυκά, να πίνουμε καφέδες, μπύρες, τσίπουρα, κρασί. Να κάνουμε ταξίδια-αστραπή και να κοιμόμαστε λίγο.

Φίλοι μου.

[Υ.Γ. Πέρασα καιρό, χρόνια νομίζω, που αισθανόμουνα αυτάρκης, είχα ανάγκη τόσο λίγους ανθρώπους, τους ανθρώπους τόσο λίγο. Εδώ και κάποιους μήνες, νιώθω ξανά «μέλος αγέλης». Δεν ξέρω αν θα μείνουμε φίλοι με όλους, τι σημασία έχει, ξέρω απλά πως νιώθω μετά από καιρό ήρεμα, ζεστά και χαρούμενα σ’ ένα κλειστό σύστημα από άλλους.]

Read Full Post »

Διαβάζω στο in.gr, στο Spiegel και την El País για την ολυμπιακή φλόγα στο Παρίσι.

Η λαμπαδηδρομία ξεκίνησε γύρω στις 14:00 (ώρα Ελλάδος) από τον Πύργο του Αϊφελ και μόλις μισή ώρα αργότερα διεκόπη σε δρόμο κατά μήκος του Σηκουάνα. Ανδρες της αστυνομίας που κινούνταν πεζή έσβησαν τη δάδα και την τοποθέτησαν σε ειδικό λεωφορείο για να την απομακρύνουν από τους διαδηλωτές που έχουν κατακλύσει το Παρίσι με σημαίες του Θιβέτ.

Το Πάσχα φέρνουμε στην Ελλάδα το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους.

Τι ματαιότητα. Καμία πρόοδος από τις προϊστορικές φυλές.

Read Full Post »

Older Posts »