Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2008

Χρς, χρστ. Πσσστ;

«Να πάρω τη Μαφάλντα σου;»

«Πάρτηνα. Έχεις καμιά σούπερ Κατερίνα;»

Κρακ, κρακ, φσστ.

«Αυτήν εδώ.»

«Την έχω διαβάσει.»

«Έχω και μια Κατερίνα, τη διαβάζει η Μαρία και μετά την έχει η Ελένη, να της πω να στη φέρει μετά;»

«Εντάξει.»

Φρς, φρστ.

«Κορίτσια, τι θα γίνει;»

Χχχ, χχχ…Χχχ…χχχ…

Κρριιιικ. Α, κρριιιιιικ. Πατ, πατ, πατ, πατ, πατ. Χιχιχιχι.

«Δε σας είπα τα ζάρια στο στρώμα; Φέρε δω το τάβλι.»

«Όχι, εντάξει, δε θα κάνουμε φασαρία.»

«Μίλησα.»

Γκρρρρρρρρ. Κρικ, κρικ, κρικ, κρικ. Κρακ, κρακ. Γκρρρρρρρρ. Ντουκ.

«Έτσι μπράβο. Ησυχάστε λίγο, σε μισή ώρα έχει εγερτήριο. Έχει ζέστη έξω.»


ανοιχτό παράθυρο

ζέστη

διπλανοί που ψιθυρίζουν

κολιέ με ξύλινες χάντρες

υπνωτισμός.

Advertisements

Read Full Post »

όσο κι αν λέω ότι μου λείπουν οι άλλοι,

μόνο εσένα σκέφτομαι.

[it’s gonna be a glorious day]

Read Full Post »

Το μαλλί της έχει το χρώμα αλλά και το χτένισμα μπανάνα. Περίπου μπανάνα δηλαδή, γιατί δεν είναι όλα τα μαλλιά μαζί, αλλά τούφες-τούφες γυρισμένες προς τα μέσα, ισιωμένες προσεκτικά και περασμένες από μεγάλη βούρτσα. Σίγουρα τα ‘χει φτιάξει μόνη της.

Φοράει γυαλιά με λαδί κοκκάλινο σκελετό και ντεγκραντέ πράσινους φακούς σε σχήμα στρογγυλεμένου εξαγώνου. Το πρόσωπό της έχει ξεφουσκώσει σαν να την έχουν συνδέσει από το στόμα ανάποδα σε τρόμπα. Το μέτωπο στρογγυλεμένο, το πηγούνι τριγωνικό και μάγουλα δεν έχει. Φοράει έντονο κοραλλί κραγιόν. Γελάει στη διπλανή της και ακόμη και τα πλαϊνά τριγωνικά δοντάκα της κατά τα άλλα ίσιας και λευκής οδοντοστοιχίας μοιάζουν να έχουν παρασυρθεί απ’ τη ροή του αέρα και δείχνουν προς τα μέσα.

Το φόρεμά της είναι μιλκ σέικ μπανάνα. Απαλό κίτρινο με απλικέ λευκά λουλουδάκια, σε ύφασμα από μωρουδίστικο κουβερτάκι – βαμβακερό, απαλό, κρουστό. Έχει ένα τεράστιο λευκό γιακά, φουσκωτά μανικάκια (απ’ όπου βγαίνουν λεπτά χεράκια στολισμένα με λεπτό μεταλλικό ρολόι με μπρασελέ), στενή μέση, φουσκωτή φούστα (απ’ όπου βγαίνουν γάμπες τυλιγμένες σε διάφανο καλσόν που καταλήγουν σε άσπρα φαρμακευτικά πέδιλα με τακούνι).

Μοιάζει με τις ηλικιωμένες που εμφανίζονται σε εφιάλτες στις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς και γελούν απειλητικά με το κεφάλι σε τρία τέταρτα, στη μισή ταχύτητα του φιλμ.

Αλλά κρατάει ένα μπουκέτο λουλούδια τυλιγμένα σε πράσινο χαρτί γκοφρέ και μια γυαλιστερή χάρτινη τσάντα με τεράστια τριαντάφυλλα – πάει να πει επίσκεψη. Και στην επόμενη στάση παίρνει τον άντρα της, τον ντυμένο με γκρι παντελόνι και πόλο μπλουζάκι κι αυτό σε απόχρωση μπανάνας, και κατεβαίνουν.Τους βλέπω να απομακρύνονται αργά-αργά μέσα στον ήλιο, αυτόν με το μπαστούνι του, αυτή με το μωρουδιακό της φόρεμα.

Read Full Post »

Όλο χειμωνιάτικες ή άχρονες μουσικές είναι για μένα οι καλοκαιρινές.

Πριν έντεκα χρόνια, κοντά τέτοια εποχή, είχε βγει το ok computer. Την πρώτη μέρα κυκλοφορίας φυσικά την είχα χάσει, μια και τα ημιεπαρχιακά δισκάδικα κοντά στο σχολείο μου ούτε ήξεραν ούτε είχαν ακούσει.

Κι έτσι την επόμενη, πηγαίνοντας να δώσω τα προφορικά του proficiency στις τρεις το μεσημέρι με τη φίλη μου την Ε. και τη γυναίκα ναυτικού μαμά της που πάλευε να βρει την Πανεπιστημίου βγαίνοντας απ’ την Ομόνοια, φορώντας κυπαρισσί all star, τζιν, κι ένα φρικτό τσαγαλί μπλουζάκι, το αγόρασα απ’ το metropolis.

Πώς μπορείς να νιώθεις τόσο γεμάτος με κάτι που ‘χεις μες στην τσάντα σου; Ποτέ δε μου ‘χει ξανατύχει.

Στο δωμάτιό μου τότε δεν έβλεπες πάτωμα απ’ τα ρούχα και τα βιβλία και τα cd, κι η ουρά με τ’ αντικείμενα εκτεινόταν ως το μπάνιο, γιατί ήταν ανοιχτές οι πόρτες αφού έλειπε η αδελφή μου κι άκουγα επιτέλους μουσική δυνατά κάνοντας μπάνιο, κι ήτανε για μένα.

Πηγαίνοντας το βράδυ στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του γυμνασίου μου, φορώντας ένα εξίσου φρικτό γαλάζιο φόρεμα και κάτι ακόμα χειρότερα μπλε σαμουά μοκασίνια (καλοκαιριάτικα!) άκουγα μέσα μου το Paranoid Android, που πια δεν ξεροστάλιαζα μπροστά στο mtv ώσπου να το παίξει, κι όποτε τ’ ακούω ακόμα και τώρα βλέπω τα παπούτσια μου σαν αυτά τα βιντεοκλίπ που η κάμερα είναι ο ήρωας, βλέπω τα παπούτσια μου και την άσχημη πόλη ένα απόγευμα ιουνίου στις οχτώμισι το βράδυ, κι είμαι φρεσκολουσμένη, με βρεγμένα μαλλιά ακόμα, κι επιτέλους τελείωσε το σχολείο κι έρχεται το καλοκαίρι.

Ούτε που το θυμάμαι το πάρτυ.

Γυρνάω σπίτι, ακούω στο σπίτι δυο-τρεις φορές ακόμα το album, το γράφω σε κασέτα βιαστικά, είν’ απ’ τις πιο βιαστικά γραμμένες κασέτες μου, χωρίς διακόσμηση, χωρίς αποκόμματα από περιοδικά που της ταιριάζουν, χωρίς ένα ραπιδογράφο, απλά μ’ ένα στιλό, αγχωμένα. Κι ακούω ξανά και ξανά το Exit Music κι ενώ για όλο το άλμπουμ υποψιάζομαι πως κάτι έχει αυτή η μουσική που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά θέλω να καταλάβω, αυτό το τραγούδι το νιώθω πλήρως σ’ αυτή την ησυχία που οι γονείς μου μέσα κοιμούνται κι εγώ ακούω στο σκοτάδι με το κλιματιστικό, ετοιμάζοντας τη βαλίτσα μου. Στενοχωριέμαι τόσο που την επόμενη μέρα πηγαίνω κατασκήνωση και δε θα μπορώ να την ακούω, που είναι σαν ν’ αποχαιρετώ άνθρωπο.

Δεν έχω ακούσει τίποτε περισσότερες φορές, πέντε, έξι, εφτά φορές τη μέρα, κάθε μέρα, για μήνες, ειμ’ άλλωστε εμμονική και σταματάω μόνο όταν δεν αντέχω άλλο. I’d tell all my friends, but they’d never believe me, they’d think that i finally lost it completely.

Πάλι κοντά τέτοια εποχή, πριν τρία χρόνια, ο Α. έχει έρθει να μ’ επισκεφτεί στη Θεσσαλονίκη κι έχω τόση ασύλληπτη δουλειά και τόσο άγχος και κούραση, που βάζω τα κλάματα στη μέση του βραδινού, στη μέση της Άθωνος, μες στον κόσμο, και του λέω «Α., δεν είμαι καλά», κι ο καταθλιπτικός Σουηδός Α. που έχει έρθει στην Ελλάδα για να ξεσκάσει λιγάκι, μου απαντάει σοβαρά «Ναι, δεν είσαι καλά.» Και την επόμενη μέρα έχει επιτέλους συννεφιά, στην Ελλάδα χρειάζεται πού και πού λίγη συννεφιά, αυτός ο ήλιος παραπάει, κι έτσι καθόμαστε σπίτι, ανοίγουμε τον καναπέ κι ακούμε ξανά το OK Computer μετά από τόσα χρόνια ολόκληρο, και συζητάμε για ανάλαφρα θέματα, όπως οι Radiohead, o Thom Yorke, η μουσική, τα Ikea, οι Abba, η εφηβεία, το so you think you can dance, και δε θυμάμαι τι άλλο, άλλωστε με τον πολυαγαπημένο μου Α. έχουμε μιλήσει για τα πάντα, καθόμαστε λοιπόν έτσι οκλαδόν κι αρνούμαι να πάω οπουδήποτε καθώς έχω πει ότι είμαι άρρωστη, κι είναι απ’ τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου. Κι η φωτογραφία που έχω απ’ το σπίτι από κείνες τις μέρες είναι αυτή που έχει τραβήξει ο Α. – είμαστε αγκαλιά με τον Γ. και φοράω μπλούζα Radiohead, που είναι άλλωστε κι η μόνη μπλούζα συγκροτήματος που έχω.

Είναι η ίδια μπλούζα που φοράω σε μια φωτογραφία ένα χρόνο πριν από εκείνη την ημέρα με τον Α., που είχε τραβηχτεί από ένα βράδυ στην Κολωνία και η Α. αποκαλεί «μικρός πρίγκηπας», γιατί είναι τραβηγμένη από ψηλά και φαίνομαι ήρεμη και κάπως ξένη. (Λίγο μόνιμη κατάσταση αυτή, τώρα που το σκέφτομαι.)

Δεν ξέρω, γενικά δεν νιώθω πως μοιάζω και πολύ μ’ αυτό το κοριτσάκι δέκα χρόνια πριν. Αλλά όταν άκουγε μουσική, ήταν σαφέστατα εγώ.

Read Full Post »

Ε, μετά κι απ’ το εξαιρετικό παιχνίδι Γερμανίας – Τουρκίας, τι να πω εγώ.

Οι δωρεάν ελβετικές εφημερίδες προέβλεπαν τις προηγούμενες μέρες ταραχές στη Γερμανία με τους Τούρκους μετανάστες. Τaste the wishful thinking.

Περιμένοντας τον Γ. για το απογευματινό μας μπάνιο, είδα σε τούρκικο κεμπαπτζίδικο ολοσέλιδο της Χουριέτ με τις φωτογραφίες των εθνικών ομάδων. Πάνω από τη γερμανική έγραφε «Die Freundschaft soll siegen». Υποθέτω το ίδιο έγραφε και πάνω από την τουρκική – στα τούρκικα. Είναι συγκινητικό, πάλι δεν ειν’ αυτή η λέξη αλλά δεν πειράζει, τόσοι άνθρωποι να θέλουν να προλάβουν τις καταστάσεις – όχι τις ταραχές, γιατί δεν πιστεύω να γίνουν ταραχές – η επικεφαλίδα ήταν για τους Γερμανούς. Οι μετανάστες που δεν θέλουν να προκαλέσουν με μια νίκη. Οι μετανάστες που θέλουν να δείξουν πως είναι μόνο ποδόσφαιρο. Ε, δεν είναι μόνο ποδόσφαιρο.

Τη χρονιά της τρομοκρατικής επίθεσης στη Μαδρίτη ήμουν στη Γερμανία. Ήταν σοκ να βλέπεις πώς ξαφνικά το κλίμα στη χώρα άλλαξε, και γινόταν επιθετικό και επιφυλακτικό προς τους Τούρκους. Η Zeit, η εφημερίδα που διάβαζα κάθε βδομάδα, η εφημερίδα με τα άρθρα της οποίας δεν συμφωνούσα πάντοτε, αλλά παραδεχόμουν το ενδιαφέρον τους και την ποιότητά τους ως βάση συζήτησης, η nüchtern εφημερίδα Zeit, είχε βγει με πρωτοσέλιδο στο πνεύμα του «Γιατί οι Ισπανοί δεν πρέπει να καταψηφίσουν τον Αθνάρ», κι ένα μισαλλόδοξο κείμενο. Στο εσωτερικό, Τούρκοι καταστηματάρχες παραπονούνταν για την επιφυλακτικότητα των πελατών και εξηγούσαν πως δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτά κι έχουν απελπιστεί, ναι, βέβαια κι αυτοί είναι μουσουλμάνοι, αλλά εκείνοι που σκοτώνουν ανθρώπους είναι τρελοί, τρελοί, το Κοράνι δε λέει τέτοια πράγματα, είναι κι αυτοί τόσο θυμωμένοι. Οι μετανάστες που ξαφνικά, μετά από τριάντα χρόνια, πρέπει να απολογηθούν για τη θρησκεία τους, και για ό,τι διαπράττεται εν ονόματι.

Σ’ ένα απ’ τα πρώτα παιχνίδια εδώ, Τουρκία-Ελβετία, είχα εντυπωσιαστεί με το πόσο ήρεμοι ήταν οι άνθρωποι και πώς δεν έγινε καμία φασαρία, ακόμα κι όταν πέντε μεθυσμένοι Τούρκοι κουνούσαν την τεράστια σημαία τους ανάμεσα σε διακόσιους Ελβετούς. Κι όταν αφού έπιασε η βροχή γυρίζαμε πίσω με το Γ. και τη Μ. είδαμε ότι η Τουρκία νίκησε, και οι Τουρκάλες μες στο τραμ άρχισαν να πανηγυρίζουν, κι οι Τούρκοι εκτός του τραμ να φωνάζουν Ε-ε-Τύρκιέ, οι Ελβετοί κοιτούσαν αμήχανα κάτω, ησύχασα. Είμαστε, άλλωστε, στην Ελβετία – όχι στην Ελλάδα. Και μετά είδα μια παχουλή τριαντάρα στη μέση του τραμ δίπλα στο φίλο της, που κοιτούσε τις ανύποπτες Τουρκάλες τόσο παγωμένα που ήμουν σίγουρη ότι ευχαρίστως θα τις ξεμάλλιαζε. Όλες τους.

Δεν είναι μόνο ποδόσφαιρο. Είναι η Grace στο Dogville.

[Η φωτό του Γ. από τους πανηγυρισμούς μετά το ματς Τουρκία – Κροατία]

Read Full Post »

Δεν ξέρω πώς είναι να κολυμπάς στη Σουηδία και τη Ρωσία, ίσως είναι έτσι.

Έτσι ήσυχα, μαζί κάτι μικρό – κάτι μεγάλο.

Μετά το λεωφορείο τριάντα δύο, που οι ακόμα πιο λυπηροί μ’ αυτή τη ζέστη μεθυσμένοι και οι πόρνες δίνουν τη θέση τους σε ζευγαράκια και οικογένειες μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς με καλαθάκια με φαΐ.

Στο μονοπάτι με τα πυκνά φύλλα, που οδηγεί στο γρασίδι δίπλα στη λίμνη, με παιδάκια και σαραντάρες φίλες με τα εσώρουχα.

Μέσα στο καθαρό, δροσερό και θαμπό νερό, κολυμπώντας μέχρι την άλλη όχθη με τις καλαμιές.

Στα γενέθλια της Ο. κάνοντας μπάρμπεκιου και πίνοντας μπύρες (ίσως είναι κι οι νεαροί Ρώσοι με τα μαλλιά και τα μουστάκια που μου θυμίζουν το καλοκαίρι τους).

Η κοπέλα που κάνει τα ακροβατικά με τις φωτιές στο σκοτάδι.

Ο ακόμη φωτεινός ουρανός στις εντεκάμιση τη νύχτα, και η αντανάκλαση των δέντρων στη λίμνη.

Ησυχία.

Read Full Post »

είναι ο ουρανός τόσο γαλάζιος τόσο καθαρός οι σκιές τόσο δυνατές που κάνει τα πάντα τόσο άγνωστα τόσο καινούρια τόσο μπροστά σου κι όμως σαν να μην είναι εκεί το τρένο το κάμπριο που μόλις πέρασε την αντανάκλαση πάνω στο σήμα της φολκσβάγκεν
που δεν είναι πια σήμερα είναι εξίσου μια μέρα για μπάνιο στη βουλιαγμένη τέσσερις τ’απόγευμα οι σαγιονάρες σέρνονται τ’ αμάξι είναι ζεστό κι έχει κίνηση
ή είναι μια κυριακή στη θεσσαλονίκη που παίρνεις εφημερίδες από τη μονίμως στραβωμένη ψιιλικατζού με το στρουμπουλό παιδάκι έχεις ανοιχτές μπαλκονόπορτες και κλειστές κουρτίνες και το μεσημέρι βγαίνεις στο μπαλκόνι πίσω απ’την κουρτίνα ν’ακούσεις τίποτα αναπνοές αυτοκίνητα ζεστές λαμαρίνες σαν να παρεμβάλλεται άμμος ανάμεσα σε σένα και τους ήχους
είναι σαν οποιαδήποτε πρώτη μέρα του χρόνου που η ανάμνηση γίνεται βασανιστική από ένα απόγευμα στην αστυπάλαια που είμαστε ξαπλωμένοι κάτω απ’ το δέντρο μετά από τόσο μπάνιο και κοιτάμε δεξιά τα παιδιά που πηδάνε απ’τα βράχια και μπροστά τις κοπέλες που παίζουνε ρακέτες και πιο μπροστά τη θάλασσα να χρυσίζει και πιο μέσα τη δημητρούλα που φέρνει τους φίλους μας μετά από τόσες ώρες και πηγαίνω ξυπόλυτη να πάρω παγωτό απ’ τα φτηνά φυσικά τέτοιο θέλω και κάτω δεν έχει άσφαλτο αλλά τσιμέντο μ’ αρέσει αυτή η ζέστη και παρατηρώ που πήρα λίγο χρώμα και τα πόδια μου να γυαλίζουν και τα μαλλιά μου σγουρά στη τζαμαρία και στα μάτια των άλλων ανθρώπων κι είναι

καλοκαίρι

Read Full Post »

Older Posts »