Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Οκτώβριος 2008

Αν έπρεπε να διαλέξω μια από τις καλύτερες στιγμές των τελευταίων χρόνων, μια από τις καλύτερες συναυλίες που έχω πάει ποτέ, μια απ’τις φορές που μετάνιωσα που δεν έφερα τη φωτογραφική μου μηχανή, μία από τις λίγες φορές που θαύμασα τους μουσικούς ως μουσικούς και τη μουσική ως μουσική, θα ήταν η συναυλία των This Will Destroy You την περασμένη Παρασκευή, με support τους Ελβετούς Eno και τους Αμερικανούς Mom.

Οι Eno ήταν συμπαθέστατοι.  Μουσική με μια γοητευτική απλότητα, όπως περνά ο αέρας μέσα απ’τα δέντρα (κι ας μου συγχωρεθεί ο λυρισμός). Κι ενώ σίγουρα δεν είναι «τοπική», είναι ο ελβετικός χαρακτήρας, που μόλις μετά από δυο χρόνια εδώ έχω αρχίσει να καταλαβαίνω και να εκτιμώ, στα καλύτερά του. Η μεγάλη πλειοψηφία του κοινού είχε έρθει γι’αυτούς. Ας πω κι ότι (κι εν μέρει αισθάνομαι άσχημα για την ακόλουθη παρατήρηση, γιατί αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα), δεν μπόρεσα να μη χαρώ για το ανάπηρο παιδί που ήταν με τη φίλη του στο κοινό, για ό,τι αυτό λέει για την προσβασιμότητα του χώρου και των κάθε λογής εκδηλώσεων.

Αν οι Eno είναι αέρας, οι Mom είναι νερό. Η μουσική τους είναι ήρεμη, όμορφη, χαριτωμένη, σαν να φτάνει στ’αυτιά σου από την ακτή όταν βρίσκεσαι στο βυθό της θάλασσας. Ήταν ίσως η μοναδική φορά που όταν έπαιζε το support δεν ανυπομονούσα να βγει η μπάντα. Αφού άκουσα κομμάτια τους εκ των υστέρων, πρέπει να πω ότι είναι εξαιρετικοί στο live τους (τα βίντεο στο youtube τους αδικούν).

Οι This Will Destroy You ήταν εξαίρετοι. Ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά είναι πολύ καλός μουσικός – αλλά όλοι μαζί ήταν μαγεία. Έπαιξαν όλο το This Will Destroy You και το Young Mountain χωρίς παύση, χωρίς κανένα λάθος και με άψογο συγχρονισμό. Λίγες φορές έχω δει αυτό το μείγμα επαγγελματισμού και απόλαυσης της μουσικής. Ως θεατής δεν ήξερα τι να κάνω – να κλείσω τα μάτια μου ή να τ’ανοίξω; Να συνεχίσω να ταξιδεύω με τη μουσική τους, μουσική τόσο όμορφη και τόσο άψογα εκτελεσμένη που είναι για μια φορά απαλλαγμένη από κάθε είδους σκέψεις και αναμνήσεις, ή να τ’ανοίξω, και να τους δω να παίζουν και να χαμογελούν ευτυχισμένοι, να συνοφρυώνονται, να κλείνουν κι εκείνοι τα μάτια τους, να κοιτούν μόνο το όργανο που παίζουν και τίποτ’άλλο, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτ’άλλο στον κόσμο; Δεν ήμουν η μόνη. Από τις δύο μπροστινές σειρές που βρισκόμασταν κι εμείς, που ήξεραν κάθε αλλαγή των κομματιών, μέχρι τα πανκιά λίγο πιο πίσω, μέχρι τους εναπομείναντες φίλους των Eno που έμειναν από περιέργεια, ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι. Έτσι ευτυχισμένοι και χορτασμένοι ζητήσαμε το encore, έτσι ευτυχισμένοι έπαιξαν κι έφυγαν ντροπαλά, κι έτσι και φύγαμε. Είναι τρομερά δύσκολο να γράφεις για μουσική, κι ιδίως για συναυλίες, κι έτσι το μόνο που θα πω ήταν πως καθ’όλη τη διάρκεια της συναυλίας σκεφτόμουν πως το να τους βλέπω να παίζουν ζωντανά ήταν για μένα ένα υπέροχο δώρο.

Η μουσική των TWDY μοιάζει. Είναι σαν να κινείται ανάμεσα στις ράγες του τρένου μια πολύ ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Κι όμως, ανάμεσα σ’αυτά τα δύο κομμάτια σίδερο χωράνε αμέτρητα μονοπατάκια, θόρυβος, ασταθής ισορροπία, έκπληξη, χάος, μικρά βήματα. Άσκηση ύφους; Όχι. Μάλλον θαύμα, πώς μπορείς να κάνεις τόσο θαυμαστά πράγματα μ’αυτά τα δεδομένα υλικά.

Φύγαμε στη μία, έχοντας χορτάσει τρεις ώρες μουσική κι από τα τρία συγκροτήματα, και (για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα) έχοντας πληρώσει δεκαπέντε φράγκα.

South Industrial Rails

[South Industrial Rails, by KenQuixote on flickr]

Read Full Post »

O Barði Jóhannson είναι πολύ ντροπαλός. Παίζει και δεν κοιτά ούτε την κιθάρα του ούτε το κοινό, παρά πάνω δεξιά. Φανερά ικανοποιημένος από την ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού, στα διαλείμματα απ’ τα τραγούδια ξεκινά να πει κάτι με την βαριά ισλανδική προφορά του [I forgot the things to put on my hhairr…I hope you don’t mind. They look like a sheep’s. Do you have sheep in Switzerland? …They are nice animals, the sheep…], στα μισά φαίνεται πως το μετανιώνει [They are not very bright, but…tasty], χαμογελάει ντροπαλά, συνεχίζει, σταματάει, ξεκινά το επόμενο τραγούδι ανακουφισμένος. Τα γυναικεία φωνητικά αντικαθίστανται από τον κιθαρίστα του και τον ίδιο, που τραγουδά ντροπαλά κοντά στο μικρόφωνο. Το συγκρότημα είναι πολύ καλό κι ενθουσιώδες, ιδίως ο ντράμερ (και δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι τρεις απ’ αυτούς έχουν πολύ καλό κομμωτή :)).

Ειν’ απ’ αυτές τις συναυλίες που δεν πας τόσο για τη μουσική, αλλά για τα τραγούδια, που τα ξέρεις ένα-ένα. Τραγούδια όλα για την απόσταση ενός εκεί που κάποτε ήταν εδώ. Κι έτσι μιλούν για τ’αστέρια, τον ουρανό, τη βροχή, το κρύο, τη νύχτα. Είναι αυτή η γλυκιά πίκρα που μ’ αρέσει, είναι κι αυτό το πρόβλημα που έχω κι εγώ, όταν προσπαθείς να περιγράψεις ένα σύνολο από μικρά-μικρά συναισθήματα δένονται μεταξύ τους και φεύγουν σαν ένα κομμάτι πάγου που βλέπεις να επιπλέει στη θάλασσα – και πώς να περιγράψεις τις αποχρώσεις ενός κομματιού πάγου;

Island 2007

Το Something Wrong, που το παίζουν σχεδόν ολόκληρο, είναι το άλμπουμ που έχω συνδέσει περισσότερο με την περσινή άνοιξη. Είναι σαν σφαίρα μέσα στη σφαίρα αυτός ο κόσμος, αυτός ο κόσμος που χάθηκε και για μένα για πάντα. Κι έτσι ακούω το κυκλικό Forward and Reverse, και με βλέπω να περπατάω δίπλα στο ποτάμι, να κοιτάω το δρόμο απ’ το παρμπρίζ του λεωφορείου,

You were like a glimpse on to the stars
As we were dancing forward and reverse
One whole day
Under heavy rain
Don’t ever say
That we weren’t happy then

κι αισθάνομαι αυτή τη γλυκιά πίκρα, αλλά λίγο γλυκιά και λίγο πίκρα, σαν να βλέπω ένα κομμάτι πάγου να επιπλέει και να φεύγει μακριά. Αστείο δεν είναι;

Κι όμως, είμαι χαρούμενη τώρα. Μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Κι εξακολουθώ να χαμογελάω όταν ακούω αυτό το πολύ γλυκό cover του Stop in the name of love των Supremes, και να βλέπω παντού ερωτευμένα ζευγαράκια κι ανοιξιάτικο ήλιο, και να θυμάμαι πώς αργούσα πάντοτε στα ισπανικά μου ακούγοντάς το – γιατί βέβαια πότε έμαθα να σταματάω ένα τραγούδι, για να μπω στην αίθουσα; Ποτέ.

Read Full Post »

i’m ready to be heartbroken :)

όχι δηλαδή, καθόλου – αλλά τι ωραίο τραγουδάκι!

Read Full Post »

Η Ζυρίχη ίσως είναι -σχεδόν- τόσο καθαρή ώστε να μπορείς να φας τη μινέστρα σου από τη Bahnhofstrasse, όπως είχε πει κι ο Joyce. Αλλά κυρίως είναι -σχεδόν- τόσο ήσυχη ώστε να μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο σου το βράδυ δίπλα στο ποτάμι.

Και να περπατήσεις στο βουνό.
Και να κολυμπήσεις σε καθαρό νερό στο δρόμο για το σπίτι.
Και να δεις σκίουρους και αλεπούδες.
Και να βρεις δρόμους που δεν τους περπατά κανένας.
Έχει καμιά σημασία που δεν την ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά;

Virtuous Night Section, Brian Gottschalk & Fabian Näff, Switzerland 2008
Προβολή στο Bicycle Film Festival Zurich

[Η μουσική είναι το Country Mile, των Camera Obscura.]

Read Full Post »

«For a moment she rediscovered the purpose of her life. She was here on earth to grasp the meaning of its wild enchantment, and to call each thing by its right name.» «By its right name.»

Boris Pasternak, η φράση όπως εμφανίζεται στο φιλμ Into the Wild

Paradise. Little paradise. That was its name. Little paradise, hidden in space and time which (for all she knew) could have disappeared from the face of the earth just like that. Could have disappeared, taking her and him at the coffee shop, her on her bike, the little chinese restaurant around the corner, the staff at the knitwear store, the clarinet player, her and her friends alike – shoosh. Forever.

Two years later, she lay on the bed, eyes wide open, her heart pounding fast. «Please – please, let’s go now. Now?» And she showed him the streets, and the leaves, and the bars, and the bikes, and the friends, and the house, and the square. Here. Here. You see? Do you see? Yes, he saw. And she saw. She saw, a: A.’s back on the bike, riding away in the night, away forever, b: that noon at the dorm, people bathing in the sun, the warm summer sun, c: herself in the bus on one afternoon, all heavily made-up, visiting the class that (she thought) would change all her life. And it had. And it had – and she’d lost it. Now. Forever. Where were they? Lost. Dead. For this town, for this life, for this day? Dead. And she was sick. Old-style, stupid sick. With fever, and headache, and all. Fuck.

And guess what? Time has passed, and she’s here again. Not here -a stone’s throw from here. And she thinks, «and if the world should come to an end, if the town has come to an end, wouldn’t we have heard? Wouldn’t it be on the news? Yes, it would. So, it’s there. Little paradise’s still there.» Slowly and carefully (for those are sensitive memories, and a sensitive world), she lets it go. She can come whenever she likes.

And, low and behold, she does. And they walk in the buildings of physics, in the buildings of science, «Stahl ist Zukunft» – this she remembers from when she was there. What is future then? And they laugh. And they walk, in the woods, through the graves. «Wer dich gekannt hat, wird dich nie vergessen».

Everything by its right name. No paradise. A town. Let the sleeping dogs lie. Lie in peace. Amen, she would say, if she could. But she can’t.

Read Full Post »