Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2009

TDM

Εμμονές που διαδέχονται η μία την άλλη και δίνουν την εντύπωση συνόλου, χωρίς να συνυπάρχουν. Νιώθω πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εδώ και μήνες. Αλλά και τελείως ανέμπνευστη. (Με βαριέμαι λιγάκι.)

Time-Division Multiplexing (TDM) is a type of digital or (rarely) analog multiplexing in which two or more signals or bit streams are transferred apparently simultaneously as sub-channels in one communication channel, but are physically taking turns on the channel.

wikipedia

Read Full Post »

The madding crowd

[The madding crowd, by victorf on flickr]

But while the country people suffered the extremity of want, and the trade of the country was at a standstill, London enjoyed a carnival of the utmost brilliancy. The Court was at Greenwich, and the new King seized the opportunity that his coronation gave him to curry favour with the citizens. He directed that the river, which was frozen to a depth of twenty feet and more for six or seven miles on either side, should be swept, decorated and given all the semblance of a park or pleasure ground, with arbours, mazes, alleys, drinking booths, etc. at his expense. For himself and the courtiers, he reserved a certain space immediately opposite the Palace gates; which, railed off from the public only by a silken rope, became at once the centre of the most brilliant society in England. Great statesmen, in their beards and ruffs, despatched affairs of state under the crimson awning of the Royal Pagoda. Soldiers planned the conquest of the Moor and the downfall of the Turk in striped arbours surmounted by plumes of ostrich feathers. Admirals strode up and down the narrow pathways, glass in hand, sweeping the horizon and telling stories of the north-west passage and the Spanish Armada. Lovers dallied upon divans spread with sables. Frozen roses fell in showers when the Queen and her ladies walked abroad. Coloured balloons hovered motionless in the air. Here and there burnt vast bonfires of cedar and oak wood, lavishly salted, so that the flames were of green, orange, and purple fire. But however fiercely they burnt, the heat was not enough to melt the ice which, though of singular transparency, was yet of the hardness of steel. So clear indeed was it that there could be seen, congealed at a depth of several feet, here a porpoise, there a flounder. Shoals of eels lay motionless in a trance, but whether their state was one of death or merely of suspended animation which the warmth would revive puzzled the philosophers. Near London Bridge, where the river had frozen to a depth of some twenty fathoms, a wrecked wherry boat was plainly visible, lying on the bed of the river where it had sunk last autumn, overladen with apples. The old bumboat woman, who was carrying her fruit to market on the Surrey side, sat there in her plaids and farthingales with her lap full of apples, for all the world as if she were about to serve a customer, though a certain blueness about the lips hinted the truth.

He called her a melon, a pineapple, an olive tree, an emerald, and a fox in the snow all in the space of three seconds; he did not know whether he had heard her, tasted her, seen her, or all three together.

The biographer is now faced with a difficulty which it is better perhaps to confess than to gloss over. Up to this point in telling the story of Orlando’s live, documents, both private and historical, have made it possible to fulfil the first duty of a biographer, which is to plod, without looking to right or left, in the indelible footprints of truth; unenticed by flowers;regardless of shade; on and on methodically till we fall plump into the grave and write finis on the tombstone above our heads.

She quickened her pace; she ran; she tripped; the tough heather roots flung her to the ground. Her ankle was broken. She could not rise. But there she lay content. The scent of the bog myrtle and the meadow-sweet was in her nostrils. The rooks’ hoarse laughter was in her ears. ‘I have found my mate,’ she murmured. ‘It is the moor. I am nature’s bride,’ she whispered, giving herself in rapture to the cold embraces of the grass as she lay folded in her cloak in the hollow by the pool. ‘Here will I lie.’ (A feather fell upon her brow.)

Upon this scene and orderly prospect the stars looked down, glittering, positive, hard, from a cloudless sky.

Orlando, a «writer’s holiday».
Ή, το πιο γοητευτικό, τρυφερό και ιριδίζον παραμύθι.
Ή το ιδανικό ανάγνωσμα για τις παγωμένες μέρες που περπατήσαμε πάνω στη λίμνη που κολυμπούσαμε το καλοκαίρι και την ημέρα με την κατακίτρινη ανατολή που έλιωσαν οι πάγοι και μαγνητισμένοι σταθήκαμε στον αέρα, στο λιβάδι έξω απ’ το εργαστήριο (σήμερα).

Read Full Post »

(έχε χάρη που δεν έχω χρόνο)

Λοιπόν, ξεκινήσαμε για να συναντηθούμε στο Παρίσι, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου – απ’ την Ελβετία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Μπουρκίνα Φάσο, την Ιαπωνία, την Αμερική. Όπως στα αγγλικά βιβλία του δέκατου ένατου αιώνα που οι νεαροί ήρωες ταξιδεύουν στις μεγάλες πόλεις για να γνωρίσουν τον κόσμο.

Οι διακοπές νομίζω πάντα αποτελούνταν απ’ αυτές τις κουραστικές στιγμές που ο διπλανός σου σ’ έχει εξαντλήσει, που θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου, γιατί έχεις βαρεθεί να περιμένεις κάτι όλη την ώρα. Κι απ’ αυτές τις μαγευτικές στιγμές που (ευελπιστούμε ότι) σε αποζημιώνουν για όλα τα υπολοιπα κι είναι οι μόνες που θυμάσαι αφού γυρίσεις. Ε, είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά την πρώτη μέρα, μια βδομάδα σε μια μεγάλη πόλη με τρομερό κρύο (θα πω μόνο: καλσόν, παντελόνι, δύο φανελάκια, δύο λεπτά πουλόβερ, παλτό, σκούφος, γάντια, ζεστό γιαπωνέζικο τσιρότο στην πλάτη – που από τώρα ανήκει στις αγαπημένες μου εφευρέσεις – και παρ’ όλα αυτά κρύο), με άλλους οχτώ ανθρώπους, με πέντε από τους οποίους μείναμε για κάποιες μέρες στο ίδιο μικρό σπίτι, δεν ένιωσα στιγμή κουρασμένη.

Πέρασα τα γενέθλιά μου και την πρωτοχρονιά με φίλους που μου έκαναν έκπληξη φέρνοντάς μου τούρτα και τα πιο ωραία δώρα που έχω πάρει εδώ και χρόνια (πήλινο δοχείο από τη Μπουρκίνα Φάσο, bento box, ανθισμένο χάρτινο κουτί, μαχαιροπίρουνα – στο σπίτι μας τα ποτήρια σπάνε και τα μαχαιροπίρουνα χάνονται μ’ ένα μυστηριώδη τρόπο- κουρδιστό φακό, άρωμα γιασεμί -η πιο αγαπημένη μου μυρωδιά μαζί με τη λεβάντα- λάδι για το μπάνιο με άρωμα λεμόνι) μαζί με δύο κάρτες που έχουν την ίδια αξία όσο και τα δώρα (η μία έλεγε απλά «μείνε όπως είσαι και στην επόμενη χρονιά της ζωής σου, σε φιλώ» και η άλλη είναι τόσο συγκινητική που ντρέπομαι να την επαναλάβω). Το πιο όμορφο απ’ όλα όμως είναι ότι ούτε τα γενέθλιά μου ούτε η πρωτοχρονιά ένιωθα πως ήταν ξεχωριστές μέρες. Ήταν απ’ αυτές τις σπάνιες, πολύτιμες μέρες που σου δημιουργούν την ψευδαίσθηση (γιατί ψευδαίσθηση είναι, το ξέρουμε πια καλά, κι όμως η πιο ανθρώπινη και ζεστή απ’ όλες τους) πως η χειροπιαστή αυτή ευτυχία θα κρατήσει για πάντα.

Γύρισα χθες το βράδυ στη Ζυρίχη, και σήμερα το πρωί μού έκανε εντύπωση η μικρή αυτή ήσυχη πόλη, η καθημερινή μου ζωή με τη δουλειά, τα βιβλία, τα σπορ και την υγιεινή διατροφή, τα βουνά, τη φύση. Αλλά είναι αυτό νομίζω το αποτέλεσμα υπέροχων διακοπών πάντα μ’ανθρώπους που αγαπάς, αυτές οι λίγες, πηχτές μέρες που σου ανοίγουν το βλέμμα, την καρδιά και τον κόσμο σου.

Συμφωνήσαμε όλοι (όλοι εκτός από την Ε. δηλαδή, που είχε κερδίσει το φλουρί στη βασιλόπιτα πέρσι και το ξανακέρδισε και φέτος, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) με το που άλλαξε ο χρόνος πως το 2008 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά, σημαδεμένη από το θάνατο την τρίτη της μόλις μέρα, αποτυχίες στις σπουδές και τη δουλειά, προσωπικά άγχη, καταθλίψεις, κρίσεις σε σχέσεις, και πάρα πολλή κούραση – να φύγει και να μην ξαναγυρίσει . Αλλά μια χρονιά που ξεκίνησε έτσι όπως ξεκίνησε το 2009,  δεν μπορεί παρά να είναι υπέροχη.

Καλή χρονιά.

[περισσότερα για το Παρίσι οσονούπω. Προς το παρόν, ένα ηλεκτρονικό κουτί μακαρόν από τον Pierre Hermé,ενώ εγώ αποτελειώνω τα πραγματικά του ψυγείου.]

pretty colors

pretty colors by roboppy on flickr

Read Full Post »