Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαρτίου 2009

last.fm, you blew it

Εδώ τα νέα που το last.fm ανακοίνωσε μόλις χθες στο blog του (και όχι στην κεντρική σελίδα). Από τις 30 Μαρτίου,  οι χρήστες εκτός ΗΠΑ, Αγγλίας και Γερμανίας θα πρέπει να πληρώνουν 3 ευρώ/μήνα, για να μπορούν να χρησιμοποιούν το radio feature του last.fm (δηλαδή να ακούν τη βιβλιοθήκη τους, τις προτάσεις τους, τα playlists άλλων χρηστών και tagged content). Το last.fm (που αγοράστηκε από την CBS το 2007) ισχυρίζεται ότι τα διαφημιστικά έσοδα από τις λοιπές χώρες δεν επαρκούν, για να καλύψουν τα έξοδα μετάδοσης και τα δικαιώματα.

Το last.fm φτιάχτηκε από τους χρήστες. Τους χρήστες που έκαναν scrobble τη μουσική τους από τους υπολογιστές τους, έβαζαν tag σε καλλιτέχνες και κομμάτια, που έφτιαχναν σελίδες καλλιτεχνών, ανέβαζαν πληροφορίες, κριτικές και φωτογραφίες συναυλιών, οργανώνονταν σε group. Στα δεδομένα από τα scrobbles στηρίζεται όλο το δίκτυο μουσικής του last.fm, που σου επέτρεπε να ανακαλύψεις νέα μουσική βασισμένο στο τι άλλο ακούει η πλειοψηφία των χρηστών σ’όλο τον κόσμο που ακούει το ίδιο τραγούδι με σένα.

Τα δεδομένα αυτά δεν έχουν αξία μόνο για τους χρήστες: σε αντίθεση με τις πωλήσεις και τα στατιστικά των torrents, δείχνουν τι πραγματικά ακούν οι χρήστες – από πότε, για πόσον καιρό, ποια κομμάτια, τι άλλο ακούν. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι χρήστες δίνουν την ηλικία, το φύλο και τον τόπο διαμονής τους, να μία πολύτιμη βάση για marketing. Το ίδιο το last.fm έβγαλε περήφανο το Δεκέμβρη τις λίστες με τα δημοφιλέστερα άλμπουμ, κομμάτια, καλλιτέχνες του 2008.

Έχει γραφτεί αλλού ότι οι χρήστες έχουν ξεμάθει να πληρώνουν λεφτά για οτιδήποτε. Δεν είμαι σίγουρη. Πολλές χιλιάδες χρήστες για παράδειγμα, μεταξύ των οποίων και εγώ, έχουν πληρώσει το flickr,  το wordpress και άλλα σάιτ- αλλά για added  functionality. Το last.fm ζητάει χρήματα για τη βασική λειτουργία του, το ραδιόφωνο. Χωρίς τη δυνατότητα να ακούω τη μουσική μου από άλλους υπολογιστές ή να ανακαλύπτω νέους καλλιτέχνες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνω scrobble. Οι νέοι καλλιτέχνες που ανέβασαν τη δουλειά τους υπό lisence Creative Commons, με σκοπό να μπορεί να την ακούσει ο κάθε χρήστης, δεν είχαν στο μυαλό τους να έχει πρόσβαση σ’αυτήν επί πληρωμή. Αλλά αυτό δεν θα έφτανε, για να εξοργίσει τους χρήστες. Εν πρώτοις, η επικοινωνία ήταν κάκιστη – ανακοίνωση σημαντικής αλλαγή της υπηρεσίας πέντε μέρες πριν, δυο σελίδες μακριά από την κεντρική; Η πραγματική αιτία της οργής, βέβαια, είναι ο γεωγραφικός διαχωρισμός (ηλίθιο μέτρο, που μπορείς άλλωστε κάλλιστα να παρακάμψεις μ’έναν proxy). Οι χρήστες σχεδόν όλου του κόσμου καλούνται να πληρώνουν για κάτι που άλλοι έχουν δωρεάν. Το χειρότερο; Λόγω προβλημάτων με τα δικαιώματα, αρκετές υπηρεσίες του last.fm ήδη ήταν διαθέσιμες μόνο σε ΗΠΑ, Αγγλία και Γερμανία. Η συνδρομή χρηστών από άλλες χώρες, για κάτι που οι τρεις παραπάνω έχουν τζάμπα, δεν εξασφαλίζει ότι αυτοί θα απολαμβάνουν τις ίδιες υπηρεσίες. Για να μη μιλήσουμε για χώρες όπου οι πιστωτικές κάρτες δεν είναι διαδεδομένες.

Δεν ξέρω αν οι 1000+ χρήστες που γιουχάρουν την ανακοίνωση θα διαγράψουν τους λογαριασμούς τους ή έστω θα σταματήσουν το scrobbling, κι αν το κύμα θα είναι μεγάλο. Είναι πιθανό πάντως το σάιτ να κινδυνεύει σοβαρά με μείωση των χρηστών του από τρίτες χώρες, δηλαδή μείωση της βάσης του, της ποικιλίας του (ιδίως από μη αγγλόφωνη μουσική)  και επομένως της ποιότητάς του.

Παιδιά, αν αναφέρεστε σε community, κάντε το και πράξη. Τελικά, δε με νοιάζει αν το last.fm πάει άπατο ή όχι (αν και το συμπαθούσα πολύ) – κάποιο άλλο θα πάρει τη θέση του. Με θύμωσε όμως το βήμα πίσω, σε κάτι που φαινόταν πραγματικά καινούριο.


Update 27.06.09: δεν το περίμενα, αλλά αρκετοί άνθρωποι φτάνουν σ’αυτό το ποστ ψάχνοντας για το last.fm. Ευχαριστώ πολύ. :)
Χτες είδα ότι οι δημιουργοί του last.fm, Felix, RJ και Martin, αποχωρούν και αφήνουν το site στην CBS. Τέλος, λοιπόν; Ο vegasthedog βρήκα το libre.fm, που είδα ότι σου επιτρέπει να κάνεις migrate τα δεδομένα σου από το last.fm (εδώ). Δεν το έχω δοκιμάσει, οσονούπω.

Read Full Post »

In dreams begin responsibility – η φράση του Yeats που διαβάζει ο νεαρός Kafka  στο Kafka on the Shore του Μουρακάμι αποτελεί το λάιτ μοτίφ του βιβλίου.  Τα όνειρα του Κάφκα, στα οποία συμμετέχουν με ή χωρίς τη θέλησή τους οι άλλοι χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά κι ο βαθύς ύπνος δίχως όνειρα του δεύτερου βασικού χαρακτήρα του βιβλίου, του ηλικιωμένου Νακάτα, έχουν βέβαια σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, μαζί με τις άλλες γνωστές εικόνες του συγγραφέα – τις γάτες, τους στρατιώτες, τα ταξίδια στο χώρο και το χρόνο, τα πηγάδια.

Στο οπισθόφυλλο κάθε βιβλίου του Μουρακάμι συναντά κανείς τις λέξεις σουρεαλισμός, μαγεία, παράξενο, εξωπραγματικό. Πράγματι, τα περίεργα συμβάντα έχουν τη θέση τους σε πολλά βιβλία του: από την περιγραφή του βιβλίου:

Cats converse with people; fish tumble from the sky; a forest harbours soldiers apparently un-aged since WWII. There is a savage killing, but the identity of both victim and killer is a riddle.

Κι όμως – η δεύτερη ιδέα που διατρέχει το βιβλίο είναι η μεταφορά. Ο βιβλιοθηκάριος Οσίμα διδάσκει τον Κάφκα για τη μεταφορά στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, την προβολή του σκοταδιού της ψυχής στο σκοτάδι του κόσμου κι αντιστρόφως, την αμφίδρομη σχέση των λαβυρίνθων με τα ανθρώπινα έντερα. Η επανάληψη αυτών των διαλόγων ολοένα και περισσότερο μου μοιάζει με οδηγό του συγγραφέα στο κείμενό του. Οι ήρωες που φεύγουν, φεύγουν από τον εαυτό τους – η Κουμίκο στο Κουρδιστό Πουλί, η Μίου και η Σουμίρε στο Σπούτνικ αγαπημένη, η Ναόκο στο Νορβηγικό Δάσος, η κυρία Σαέκι κι ο ίδιος ο Κάφκα στο Kafka on the Shore. Οι ήρωες που κατεβαίνουν στα πηγάδια και στα εγκαταλελειμμένα σπιτάκια στο βαθύ δάσος, κατεβαίνουν στον εαυτό τους. Το παιχνίδι της μεταφοράς και του συμβολισμού είναι εκεί ακόμη και στις πιο απλές ιστορίες του συγγραφέα, το Νορβηγικό Δάσος και το Σπούτνικ Αγαπημένη.

Και τελικά, νομίζω ότι η ιστορία που αφηγείται σε όλα του τα βιβλία ο Μουρακάμι, είναι αυτή: μία νεαρή γυναίκα ζει το σκληρό θάνατο του ανθρώπου που αγαπούσε περισσότερο. Επιφανειακά, συνεχίζει να ζει – για πάντοτε όμως σπασμένη. Ένα κομμάτι του εαυτού της, στην κανονική ζωή νεκρό, ζει ως φάντασμα σ’ένα άχρονο παρελθόν. Αυτόν τον ακρωτηριασμένο, νεκροζώντανο άνθρωπο, η ψυχή του οποίου ζει πια μόνο εκεί κι όχι ανάμεσά μας, αγαπά πάντα ο ήρωας του βιβλίου, αυτόν προσπαθεί να βρει και να τραβήξει έξω, παρασυρόμενος έτσι κι αυτός στη χιονοστιβάδα του θανάτου και των φαντασμάτων. Τι θα συμβεί; Ο αναγνώστης μαθαίνει, και δεν μαθαίνει. Το μόνο που του ζητά η καταδικασμένη αγαπημένη είναι να μην την ξεχάσει. Αυτό κάνει λοιπόν κι ο αφηγητής – διηγείται την ιστορία του, για να μην την ξεχάσει. Κατά μία έννοια, έχει ξεφύγει – η αφήγησή του όμως ποτέ δεν ερμηνεύει από την απόσταση που επιτρέπει ο χρόνος, ή, όπως σημείωσα διαβάζοντας το Νορβηγικό Δάσος, «από τη στιγμή που βουτάς στο παρελθόν, ζεις εκεί».

Μία άκρως ρομαντική ιστορία, βέβαια, και νομίζω κλασική. Η μαεστρία του συγγραφέα είναι ότι δεν κατρακυλάει στο συναισθηματισμό – οι μεταφορές και τα σύμβολά του είναι εικόνες που μιλούν στον αναγνώστη πολύ περισσότερο από (πολύ δύσκολες, φαντάζομαι) λεπτομερείς περιγραφές συναισθημάτων. Τελικά κατορθώνει το πολύ δύσκολο – ο αναγνώστης νιώθει αγάπη για τους ήρωες του βιβλίου του.

Λοιπόν, το Kafka on the Shore ξεκινά πολύ ωραία. Ο απλός λόγος του Μουρακάμι είναι πιο γοητευτικός από ποτέ, όταν μιλά ο δεπεντάχρονος Κάφκα, ο περίεργος Νακάτα, οι γάτες. Τα στοιχεία της υπόθεσης αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, και ναι, είναι ένας Μουρακάμι με δράση! Οι πορείες των δύο ηρώων συγκλίνουν αρκετά αργά στο βιβλίο, κι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να απολαύσει μυστήριο, ενίοτε χιούμορ,  και ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες. Εντούτοις, από κάποιο σημείο και μετά μαντεύεις εύκολα τι θα γίνει. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου κατ’εμέ είναι όμως η σύνδεσή του με την αρχαία τραγωδία, όπως επιβάλλεται από την υπόθεση και υπογραμμίζεται στους διαλόγους του Οσίμα με τον Κάφκα. Η αδυναμία του βιβλίου έγκειται στους κατά περίσταση διδακτικούς διαλόγους και την καθυστέρηση της εξέλιξης, ιδίως με τον βοηθό του Νακάτα, κύριο Χοσίνο. Αλλά είπαμε – είχα την αίσθηση πως αυτό το βιβλίο ήταν βιβλίο κι οδηγός στο μυαλό του Μουρακάμι ταυτόχρονα, κι αυτό αναγκαστικά προκαλεί κάποιες καθυστερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση – το Kafka on the Shore μού θύμισε κάπως το Κουρδιστό Πουλί σε έκταση και πολυπλοκότητα, το βρήκα απολαυστικό, ιδίως στο πρώτο του μέρος, και πολυεπίπεδο. Από την άλλη, δεν ξέρω αν θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι – νιώθω ότι μου είπε ό,τι είχε να μου πει, κι ενώ είναι καλός συγγραφέας, η γραφή του δεν είναι τέτοια που θα μ’έκανε να ξαναδιαβάσω βιβλίο του μόνο γι’αυτήν.

[αυτό που σίγουρα μ’έκαναν τα βιβλία του, πάντως, είναι να λαχταρήσω γιαπωνέζικο – το αμάθητο ελληνικό στομάχι μου όμως ακόμα παραπονιέται για τα μεσημεριανά udon]

Read Full Post »

Είδα στον ύπνο μου χτες ότι ξαναβρισκόμουν στην Ελλάδα.Ήμουν σ’ένα παλιό διαμέρισμα με μωσαϊκό. Έτρωγα φρυγανιές ξυπόλητη, και πατούσα τα τρίμματα. Και σκεφτόμουνα «μα, δε θέλω να γυρίσω.» Κάποιος μου έλεγε «θα είναι καλά», κι εγώ σκεφτόμουν, «δε θέλω να γυρίσω. Θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.» Ένιωθα το δέρμα του Γ. δίπλα μου και σκεφτόμουν, θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.

Όταν επιτέλους ξύπνησα, ανακουφίστηκα που ήμουν εδώ. Αναρωτιέμαι, γιατί είδα το όνειρο; Μήπως γιατί γκρίνιαζα χτες για το διδακτορικό; Τι θέλω να μου πω;

Είχαν αναγγείλει χιόνια για σήμερα, αλλά έχει ήλιο και καλό καιρό (πέντε βαθμούς). Πήγα βόλτα όσο με κρατούσαν τα πόδια μου. Μετά πήγαμε για μεσημεριανό. Έτρωγα το udon μου, πίναμε μπύρα, το πιανάκι έπαιζε. Ο ήλιος ακουμπούσε τα ζευγαράκια απέναντι και τα περαστικά ποδήλατα. Ένιωθα κουρασμένη, όπως το πρώτο Σάββατο στην πόλη, πριν χρόνια. Είχαμε πάρει takeaway από το ίδιο εστιατόριο. Είχα φάει, και ξαπλώσει στο tatami του japan-obsessed κατόχου του δωματίου του Γ., χάζευα τα σύννεφα που κινούνταν – και κοιμήθηκα έναν από τους πιο ωραίους απογευματινούς ύπνους που έγιναν ποτέ.

Ευτυχώς είμαι εδώ.

Querfeldein

[Querfeldein by viernullvier on flickr]

Read Full Post »

Άκουσα το Merriweather Post Pavillion των Animal Collective για πρώτη φορά λόγω του hype. Όλη αυτή η ιστορία μού θύμισε την (προ τέτοιας εξάπλωσης του ίντερνετ) εποχή που οι Flaming Lips είχαν βγάλει το Yoshimi Battles the Pink Robots, το Uncut είχε γράψει μία διθυραμβική κριτική και όλα τα περιοδικά εξήραν τη μεγαλοφυία του συγκροτήματος. Το άλμπουμ εκείνο ήταν όντως πολύ καλό – ψυχεδέλεια, υπέροχα κομμάτια, μελωδικά χαοτική παραγωγή, παλαβομάρα του concept και τρομερό artwork. Τους είχα δει και live τότε (τότε, που ανήκαν στα 50 acts που πρέπει να έχεις δει πριν πεθάνεις), σε μια αρμένικη επίσκεψη σε φίλο στη Βαρκελώνη. Οι τύποι ήταν ντυμένοι νομίζω αρκουδος, κουνέλι και teletubbies, φώτα κινούνταν, κομφετί έπεφταν από τον αέρα, ήταν ωραία. Η μιάμιση ώρα που έπαιξαν, δηλαδή, ήταν ωραία. Εντούτοις, μ’αυτό το συγκρότημα είχα πάντα την αίσθηση ότι κάτι χάνω (κάτι που παθαίνω κατ’εξοχήν με τα βιβλία του Vonnegut, ας πούμε).

Αντίστοιχα ανακάλυψα τους Animal Collective, που μόνο ακουστά τους είχα. Το Merriweather Post Pavillion είναι πολύ ευχάριστο άλμπουμ, και πολύ ανοιξιάτικο, απ’αυτά που ακούω τα ηλιόλουστα απογεύματα δυνατά με ανοιχτά παράθυρα και η μουσική μπλέκεται με την κίνηση . Είδα ότι έπαιζαν στη Λουκέρνη, είπαμε να πάμε.

Η σκηνή έχει ένα μεγάλο φωτιστικό από ριζόχαρτο κι ένα πανώ με το εξώφυλλο του δίσκου. Και τα τρία μέλη του συγκροτήματος μοιάζουν πάρα πολύ νέοι, και είναι πάρα πολύ καλοί μουσικοί – τραγουδούν σωστά δεύτερη/τρίτη φωνή, οι λαρυγγισμοί τους είναι μαγευτικοί, οι αλλαγές τους για τη συναυλία επιτυχημένες. Και τα λοιπά.

Την ίδια ώρα, κάπου αλλού: το συγκρότημα παίζει στο Appenzell – μια συντηρητική περιοχή της ανατολικής Ελβετίας, με πολύχρωμα σπίτια και κατοίκους με τις πιο ωραίες παραδοσιακές στολές, σκορπισμένα σε καταπράσινους λόφους. Είναι ένα ζεστό ανοιξιάτικο απόγευμα, απ’ αυτά που οι μυρωδιές είναι τόσο έντονες που νομίζεις ότι θα σκάσεις. Έχει κόσμο σαν την παρέα των τεσσάρων αγοριών δίπλα μου, που είναι παχουλοί, γελαστοί, και χορεύουν μπροστά στο συγκρότημα. Έχει παλιά ζευγάρια που φιλιούνται ξαπλωμένα στο γρασίδι και καινούρια ζευγάρια που πιάνονται χέρι-χέρι για να βγουν από το πλήθος. Οι μπλαζέ τύποι που κυκλοφορούν είναι στραβωμένοι μόνο και μόνο γιατί έχουν έρθει με το ποδήλατο. Το δεκαεξάχρονο αγόρι μπροστά στη σκηνή, που μιλά στον (πιστεύουμε) εραστή του και ανοιγοκλείνει το στόμα του, α, α, α, σα γάτα, και τον κοιτάει στα μάτια, δεν τον αγκαλιάζει και δε φεύγει, κι εκείνος δεν κοιτάει αμήχανα τη σκηνή. Εμείς συνεχίζουμε να’μαστε αγκαλιασμένοι σφιχτά. Το συγκρότημα παίζει, κι ο αέρας κρυώνει. Στην ατμόσφαιρα κυκλοφορεί η προσμονή του σεξ – αλλά όχι η μυρωδιά του, γιατί αυτό ακριβώς είναι η μουσική των Animal Collective: σαν σεξ που δεν μπορείς να τελειώσεις. Κυκλοφορούν διάφορα ναρκωτικά, κι ενόσω ο κόσμος είναι απασχολημένος με τα δικά του, προσγειώνονται ιπτάμενοι δίσκοι, πέφτει χρυσόσκονη, βγαίνουν εξωγήινοι, απελευθερώνονται πεταλούδες, σε μία τελείως προβλέψιμη βαθιά φαντασίωση οποιουδήποτε φοιτητή πληροφορικής. [Are you also frightened?]

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε η ανοιξιάτικη αλλεργία μου.


Read Full Post »

Δύσκολο να φανταστεί κανείς που ζει στην Ελλάδα τι σημαίνει να βγαίνει ο ήλιος κάθε τρεις, μετά δύο, μετά μία, εβδομάδες. Και πώς αισθάνεσαι με δύο, τρεις συνεχόμενες μέρες λιακάδας.

Τις Παρασκευές, όταν ο καιρός είναι καλός, περπατάω μέχρι το σπίτι. Το ποτάμι αρχίζει και μυρίζει ξανά (αυτή τη χωμάτινη μυρωδιά που θυμάμαι από τα μπάνια το καλοκαίρι). Σιγά-σιγά, παιδάκια παίζουν στην παιδική χαρά, ζευγάρια κάθονται στα παγκάκια. [τρία εφτάχρονα παιδιά κάθονταν στην ακροποταμιά. Δυο κανώ πέρασαν το ποτάμι. Hei, ihr! Das isch lässig!, φώναξε η μικρή.] Κάθισα κι εγώ ευτυχισμένη και μετρούσα τις πετρούλες στο καθαρό νερό.

Είναι άνοιξη: οι φοιτητές κάθονται στα παγκάκια, στο μπετόν, και φλερτάρουν/οι άντρες σε κοιτάνε στα μάτια/οι άνθρωποι ανταποδίδουν το χαμόγελο/μυρίζει. Επιτέλους, μυρίζει.

Read Full Post »

[17:20 – χτες.]

Ακούω από το πρωί Antony and the Johnsons στο repeat και δουλεύω ή-συ-χα. Τα σύννεφα κινούνται. Πού και πού περνά ο ήλιος, το γρασίδι στο πλάι μου φωτίζεται για λίγα δευτερόλεπτα σαν να αυξάνεται η έκθεση. Νιώθω σαν όλα αυτά να είναι ένα δώρο προορισμένο προσωπικά για μένα.

[17:20 – σήμερα.]

Ακούω για δεύτερη μέρα Antony and the Johnsons, και δουλεύω ήσυχα. Ο F. έχει γυρίσει. Εγώ, αυτός κι η S. είμαστε στη σειρά με τ’ακουστικά μας, κι απ’έξω το λιβάδι. Το κτίριο που γράφει, PUNK. Από το πρωί νιώθω σαν να’χω πιει και καπνίσει πολύ την προηγούμενη, κι όμως δεν έχω κάνει τίποτε απ’τα δύο. Όλα είναι σιωπηλά. Κοιτάω την οθόνη, σημειώνω τα bugs με δύο στιλό για αύριο, τα μάτια μου καίνε.

  • Ich fühl mich so müde. Hey, F. – bist du auch müde?
  • Jaaa.
  • S., bist du auch müde?
  • Ich bin immer müde.

[ήρεμα/συγκριτικά, πιοπολυαποποτ/αυτές τις μέρες, το πιο στενόχωρο που μου φαίνεται ότι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, είναι οτι πεθαίνουν κι οι αναμνήσεις σου/ένα ποδήλατο/θα εμφανιστείς για να με πάρεις/από τι αποτελείται η συγκεκριμένη απόχρωση του πράσινου;/ο Μουρακάμι με έριξε/γυμναστική/»όλο γκρινιάζεις για τα μέρη που πας» – «τις ωραίες εντυπώσεις τις κρατάω μέσα μου»/ένας χρόνος, δύο χρόνια, τρία χρόνια, οι αναμνήσεις εξελίσσονται εκθετικά, πώς να στο εξηγήσω, δες τη συνάρτηση και θα καταλάβεις.]

400px-expsvg

Wikipedia article on exponential function

Read Full Post »

I have an argument, είπε. People often say that things are inapplicable, but if you go on thinking like this, you will never try and do anything, and it will never be done. There, είπε, στρώνοντας το παντελόνι έξω απ’τα μποτάκια της. Και έφυγε. (θα φύγει). Θα μου λείψει.

Read Full Post »

Books bought

Paul Auster, The Brooklyn Follies
Tetsuko Kuroyanagi, Totto-Chan, la petite fille à la fenêtre

Books read

The Rough Guide to Paris
Nick Hornby, The Complete Polysyllabic Spree
Paul Auster, The Brooklyn Follies
Graham Greene, The Human Factor
Virginia Woolf, Orlando: A Biography
Roberto Saviano, Gomorrah

Πρώτο βιβλίο του 2009 το Rough Guide to Paris; Τεχνικά, το τελευταίο του 2008 και το πρώτο του 2009. Πρωτοαγόρασα ένα rough guide πέρσι, γιατί ήθελα πολύ κείμενο, όχι lonely planet, αλλά κυρίως (ναι, είναι αλήθεια) γιατί έχω τόσο μεγάλη αγάπη στην Penguin με τα popular classics της που κοστίζουν 3 ευρώ, την τεράστια συλλογή με αγγλόφωνα και όχι μόνο έργα (με παράδειγμα την εξαιρετική μετάφραση του Ηλίθιου που διάβασα το Δεκέμβρη), που θέλω να τους κάνω χρυσούς με κάθε ευκαιρία. Το test drive έγινε με το κεφάλαιο για τη Ζυρίχη στο Rough Guide to Switzerland, το οποίο είναι ακριβές, δίκαιο, και προτείνει όλα τα εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα που θα πρότεινα κι εγώ μετά από αισίως δυόμισι χρόνια εδώ, και ακολούθησαν πλείστα όσα άλλα για τις γείτονες χώρες. Οι Rough Guides δεν προσφέρονται για λίγες μέρες (αν και υπάρχουν κάποιοι mini για μεγάλες πόλεις) και ιδίως αν δεν υπάρχουν μέρες για διάβασμα. Είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένοι, δίκαιοι, αξιόπιστοι, και χρήσιμοι για μελλοντικές επισκέψεις. Πηγαίνοντας στο Παρίσι για μια βδομάδα για τρίτη φορά, διάβασα το (χωρισμένο ανά γειτονιά) βιβλίο, και το ξεφύλλιζα κάθε βράδυ όσο ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω αν θα είχαμε περάσει τόσο καλά χωρίς τις ιδέες του οδηγού, και σίγουρα δεν θα είχα αποκτήσει τόσο καλή αίσθηση της πόλης. Εξαιρετικό.

Το Polysyllabic Spree του Hornby μού έδωσε την ιδέα για την καταγραφή του τι αγοράζω και τι διαβάζω (γιατί έχουμε κι αυτό το Αλτσχάιμερ). Το βιβλίο είναι μια συλλογή της μηνιαίας στήλης του Hornby στο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό The Reader, στην οποία ο συμπαθέστατος τυπάκος γράφει τι διάβασε. Ο Hornby, λοιπόν, μού θυμίζει αυτούς τους φτωχούς, καλούς, λαϊκούς ήρωες του Κόου (όπως  έγραφε καλύτερα από μένα η Σώτη Τριανταφύλλου στην εισαγωγή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!). Οι καλύτερές του, άλλωστε, στιγμές, είναι στα πιο πολιτικά του σχόλια. Βέβαια, ο Hornby πια δεν είναι ούτε φτωχός ούτε και ακριβώς λαϊκός – είναι όμως ο τυπάκος που βλέπει μπάλα, προσπαθεί να κόψει το κάπνισμα, ακούει μουσική και ζει σ’ένα χαοτικό διαμέρισμα με την οικογένειά του, και παράλληλα διαβάζει βουλιμικά από κλασική λογοτεχνία μέχρι βιβλία φίλων του. Είναι σχεδόν συγκινητική η σταθερή προσπάθειά του να δείξει πως δεν είναι ανάγκη να’σαι της κουλτούρας για να διαβάζεις, και το χιούμορ του είναι δεδομένο. Όμως, μια μηνιαία στήλη που διαβάζεται πηχτά σε βιβλίο ενίοτε κουράζει – τα αστεία επαναλαμβάνονται, το νόημα το πιάσαμε. Εντούτοις, τον Hornby τον συμπαθώ (ένας λόγος παραπάνω επειδή έχει αυτιστικό γιο), με κάνει να θέλω να βγω μαζί του για μπύρα, και τέλος.

Τον Auster τον αγόρασα στον Gare de l’Est, γιατί μου είχε τελειώσει το υλικό διαβάσματος (μαζί με το γιαπωνέζικο, το οποίο αγόρασα γιατί μετά από την καταπληκτική εβδομάδα με την C. οτιδήποτε γιαπωνέζικο είχε instant attraction factor και γιατί μετά την τρίτη εβδομάδα στο Παρίσι αποφάσισα πως, εντάξει, τα ψιλοθυμάμαι τα γαλλικά, έξι χρόνια στο σχολείο τζάμπα να πάνε, θα το διαβάσω. Το βιβλίο είναι, φυσικά, ακόμα στη βιβλιοθήκη, και προβλέπω να πηγαίνει άπατο). Τον Auster, λοιπόν, όπως έλεγα, τον αγόρασα γιατί κάτι μού θύμιζε το όνομα, και τον ξεπέταξα στο TGV (τεσσερισίμισι ωρίτσες). Χαριτωμένο, ο ήρωας αφού έχει ξεπεράσει σοβαρή ασθένεια και χωρίσει με τη γυναίκα του πηγαίνει να μείνει στο Μπρούκλυν, όπου επανασυνδέεται με τον -κάποτε ελπιδοφόρο- ανιψιό του και γνωρίζει πλήθος άλλων περίεργων χαρακτήρων στη γειτονιά. Μετά από χίλιες δυο δυσκολίες, οι γύρω γίνονται μελίσσι γύρω από τον ήρωα και ζουν αντισυμβατικά και happily ever after. Σαν ευχάριστη κομεντί που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη ή στο Σηάτλ δηλαδή, τι να λέμε τώρα, καταλάβαμε. Για το τρένο πάντως ΟΚ.

Τον Graham Greene τον αγαπώ πολύ. Διάβασα πέρσι τα The End of the Affair, The Quiet American και Our Man in Havana και μερικά ακόμη με περιμένουν στη βιβλιοθήκη μου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο πρώτα έχουν γίνει ταινία – ο Greene είναι πολύ κινηματογραφικός: έχει μυστήριο, σαρκαστικό χιούμορ, ανατροπές, διλήμματα, ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες σχέσεις, ήρωες μ’ελαττώματα. Και είναι και πολύ καλός γραφιάς, όπως είχε πει αγαπητό μου πρόσωπο. Αλλά αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι ο συγκρατημένος μισανθρωπισμός που έχει πάντα κάποιος από τους σχεδόν τακτοποιημένους, αλλά ποτέ τελείως fitting ήρωές του – ένας ήρωας, όμως, που στην πραγματικότητα αγαπά τους ανθρώπους. Ή μάλλον, αγαπά έναν άνθρωπο. Έτσι είναι και το Human Factor. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα, τα βιβλία του Greene τα κλείνω πάντα μ’αυτή τη λύπη και τη βαθιά εκτίμησή μου γι’αυτήν την αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία εντέλει είναι πολύ κοντά στη δική μου (καλό για μένα ως αναγνώστη του Greene, κακό για οποιαδήποτε άλλη χρήση).

Για το Orlando τα έγραψα.Το βιβλίο μού το είχε συστήσει πριν χρόνια αγαπημένη λεσβία φίλη (η Woolf είναι, βέβαια, icon στους φεμινιστικούς/λεσβιακούς λογιτεχνικούς κύκλους, κι αυτό το βιβλίο για το πλάσμα Orlando, που αλλάζει φύλο ανά τους αιώνες, ακόμα περισσότερο). Μπορεί η μητέρα της Vita Sackville-West (που ήταν σχεδόν σύντροφοι με τη συγγραφέα είναι και το πρότυπο για τον Ορλαντο) να βρήκε το βιβλίο παιδαριώδες, τελικά όμως δεν έχει σημασία για μένα ούτε για ποιον γράφτηκε το βιβλίο ούτε τι συμβολίζει. Η σπάνια γραφή της Woolf είναι πάντοτε διεισδυτική και τρυφερή, αλλά ακόμα περισσότερο ρέουσα και μελωδική – σαν ποίημα. Απολαυστικό ανάγνωσμα.

Μετά τη Woolf ήταν απαραίτητο ν’αλλάξω παραστάσεις, κι έτσι μετά το παραμύθι μού φάνηκε καλή η μαφία. Το Γόμορρα είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό, κι έτσι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια εικόνα της μαφίας πέρα απ’τους σκοτωμούς και τις συμμορίες. Ιδίως τα κεφάλαια για τον έλεγχο των βιοτεχνιών που φτιάχνουν τα ρούχα για τις ακριβές φίρμες, τα σκουπίδια και τα ναρκωτικά είναι τρομακτικά, με την εξυπνάδα και την ευελιξία των μαφιόζων που βουλώνει τις τρύπες της φτώχιας και της γραφειοκρατίας του υποανάπτυκτου τμήματος της Ιταλίας  και φτιάχνει ένα σύστημα τεράστιο και δαιδαλώδες που δεν πιάνεται από πουθενά. Τρομερά ειρωνικό είναι, βέβαια, το κεφάλαιο που καταπιάνεται με την εικόνα της Μαφίας – όπου οι μαφιόζοι δεν αποτελούν την έμπνευση για τις ταινίες, παρά οι ταινίες είναι η έμπνευση για την εμφάνισή τους, κι έτσι ντύνονται σαν την Ούμα στο Kill Bill ή τον Νeo στο Matrix (και δεν γίνεται να μη σου θυμίσουν μ’αυτή την έννοια τους εφήβους φτωχής γειτονιάς ή τους τριαντάρηδες τύπους που ασχολούνται με την τηλεόραση όλη μέρα). Το βιβλίο καταφέρνει να είναι ακριβές χωρίς να γίνεται ξερό, καθώς πάντοτε αναναμειγνύει τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των κατοίκων και του ίδιου του συγγραφέα σ’ένα τόπο που τους στερεί την οικογένειά τους, τους σκοτώνει βάναυσα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους αφαιρεί την ελπίδα ότι μπορούν να δουλέψουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από το Σύστημα. Εντούτοις, εκεί για μένα ήταν το πιο αδύναμο στοιχείο του βιβλίου. Είχα την αίσθηση όσο προχωρούσα το βιβλίο όχι τόσο ότι ρέπει προς το μελόδραμα, όσο ότι ο Σαβιάνο πρέπει να σκεφτόταν «μα πώς τα γράφω έτσι ο πούστης». Λίγο too much, δηλαδή. Παρά ταύτα, ενδιαφέρον βιβλίο και ανυπομονώ να δω επιτέλους και την ταινία.

Read Full Post »