Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Σεπτεμβρίου 2009

Kleider machen Leute: στο ίδιο λεωφορείο που με πηγαίνει στη σχολή βρίσκεται πρώην συμφοιτήτρια που έχει κάνει startup, προφανώς πηγαίνει σε meeting, είναι κοστουμαρισμένη, βαμμένη, περιποιημένη, και μοιάζει δυο χρόνια μεγαλύτερη (το λέω για καλό). Εγώ όχι μόνο έχω χάλια μαλλιά, όχι μόνο έχω τυρκουάζ νύχια, αλλά έχω και ξεφτισμένα τυρκουάζ νύχια (bathroom cleaning with fresh manicure, don’t try this at home). Ήττα.

Ακούω το debate ενώ έχω στρώσει όλη μου την προίκα στο σαλόνι, για να δω τι θα πάρω. Ο Καραμανλής πολλά νεύρα και λέει βλακείες, ΓΑΠ μιλάει λίγο σαν μεθυσμένος, αλλά προς το τέλος πολύ καλός, Αλέκα εκτός συναγωνισμού, Τσίπρας όχι κακός, και με καλή στιγμή τα της παιδείας και ακόμη περισσότερο την προφυλάκιση, αλλά με πολύ κακό φινάλε (γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια και λίγη ακόμα γκρίνια για την κατάσταση της χώρας, προτάσεις μηδέν), τύπος από τους οικολόγους ενίοτε αρκετά καλός (ειδικά με το μακεδονικό αναγνωστικό) και πολύ άμεσος στο τέλος, Καρατζαφέρης επικίνδυνος.

Έχω πακετάρει, το σακίδιο είναι έτοιμο να σκάσει, πού θα βάλω αυτά που αναπόφευκτα θα πάρω εκεί; Παζλ – θα βγάλω το σλίπινγκ μπαγκ – θα πάρω μεγαλύτερο σακίδιο για χειραποσκευή – θα χρησιμοποιήσω τα πλυστικά και θα ελαφρύνει η τσάντα (ασχολίαστο) – θα αδειάσω μερικά ρούχα (το λογικότερο, αλλά πού κουράγιο). Note to self: μην αγοράσεις βιβλία. μην αγοράσεις βιβλία. ΜΗΝ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΑ. Μήπως να την αδειάσω τη βαλίτσα; Θα βγάλω το τζιν. Σοκ και δέος: πόσες κάλτσες έχει εδώ μέσα; Το τζιν άφαντο. Έξι σουτιέν. Υπερβολικό το βρίσκω. Μισητό σλίπινγκ μπαγκ. Μισητά ορειβατικά παπούτσια. Η πετσέτα φεύγει, θα αγοράσω μία με μικρονήματα. ΘΥΜΗΣΟΥ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΠΕΤΣΕΤΑ. Η τσάντα ξαναζυγίζεται και έχει αδυνατίσει κατά τρία κιλά (!). Παίρνω μεγαλύτερο σακίδιο για χειραποσκευή. Χλιδή. Τέσσερα αντικείμενα. Μισητή σκηνή. Μισητό πόστερ, είσαι η αιτία του ταξιδιού κι ο πιο αδύναμος κρίκος. ΠΑΡΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΤΟ ΠΟΣΤΕΡ.

Για δύο εβδομάδες θα βρίσκομαι στον Καναδά. Σε μια βδομάδα από σήμερα ελπίζω να κάνω κανώ. Ατούταλέρ.

Advertisements

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »