Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘βιβλία’ Category

Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας «για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα».

Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.

Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν «επιφανειακή» – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, «με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.»  Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.

Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.

Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.

Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.

Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι «αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο». Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.

Συστήνεται.

Read Full Post »

Βιβλία κατά της φθινοπωρινής μελαγχολίας:

  • Eric Kandel, In Search of Memory. Η αυτοβιογραφία του Εβραίου…χμ…νευροεπιστήμονα(;) νομπελίστα (Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας 2000) που εργάζεται στη μνήμη. Είδα μία ομιλία του Κandel πριν λίγο καιρό. Ο ογδοντάχρονος (αν δεν το έλεγε δε θα το πίστευα) Νεοϋορκέζος Εβραίος επιστήμονας με το παπιγιόν και τις τιράντες μου έκανε μεγάλη εντύπωση με τη ζωντάνια, το χιούμορ του, τις γνώσεις του στη μουσική και την ολοφάνερη αγάπη στην-παρούσα-γυναίκα του. Τους φαντάζομαι σ’ένα σαλόνι-γραφείο γεμάτο βιβλία. Άκουσα καλά λόγια για το βιβλίο, το θέμα, δε χρειάζεται να το πω, με κατατρέχει, ανυπομονώ.
  • Haruki Murakami, Dance Dance Dance. Είχα πει ότι δε θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι, αλλά λίγο που ήταν στο βιβλιοπωλείο δίπλα στη Munro που τη λατρεύω αλλά δεν μπορώ ν’αντιμετωπίσω τώρα, λίγο που ήθελα κάτι φυσιολογικό, ελαφρύ, γρήγορο, σουρεαλιστικό, συγκινητικό; Η επιλογή ήταν μπροστά μου.
  • Barack Obama, The Audacity of Hope. Άργησα, αλλά I need to know.
  • Nick Hornby, How to Be Good. Συγγραφέας και τίτλος προδιαθέτουν για χαρά.

Πριν μία εβδομάδα έφυγε ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η πρώτη, και μια απ’τις καλύτερες, φίλες μου εδώ. Γεννημένη εδώ από Ισπανούς γονείς, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να πάει για διδακτορικό στην Ισπανία.

Χτες το μεσημέρι έφυγε ένας φίλος που γνωρίσαμε πρόσφατα. Το υπέρτατο geek εξωτερικά, ένας πολύ έξυπνος, ταλαντούχος και ευαίσθητος άνθρωπος. Αφού τον έλιωσαν στο εργαστήριο που δούλευε, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Σύντομα θα πάει στρατό.

Συνεχίζεις όμως. Alors.

[δεν έχω καμία όρεξη και καμία έμπνευση να γράφω. είναι εμφανές νομίζω. γιατί; δεν ξέρω. υποψιάζομαι όμως.]

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »

Landscape 1

It was the best of times, it was the worst of times, it ws the age of wisdom, it was the age of foolishness, it was the epoch of belief, it was the epoch of incredulity, it was the season of Light, it was the season of Darkness, it was the spring of hope, it was the winter of despair, we had everything before us, we had nothing before us, we were all going directly to Heaven, we were all going the other way – in short, the period was so far like th present period, that some of its noisiest authorities insisted on its being received, for good or for evil, in the superlative degree of comparison only.

Charles Dickens, a Tale of Two Cities

[η φωτογραφία είναι άσχετη (;) με το περιεχόμενο, όμως είναι η νέα αγαπημένη μου φωτογραφία]

Read Full Post »

In dreams begin responsibility – η φράση του Yeats που διαβάζει ο νεαρός Kafka  στο Kafka on the Shore του Μουρακάμι αποτελεί το λάιτ μοτίφ του βιβλίου.  Τα όνειρα του Κάφκα, στα οποία συμμετέχουν με ή χωρίς τη θέλησή τους οι άλλοι χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά κι ο βαθύς ύπνος δίχως όνειρα του δεύτερου βασικού χαρακτήρα του βιβλίου, του ηλικιωμένου Νακάτα, έχουν βέβαια σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, μαζί με τις άλλες γνωστές εικόνες του συγγραφέα – τις γάτες, τους στρατιώτες, τα ταξίδια στο χώρο και το χρόνο, τα πηγάδια.

Στο οπισθόφυλλο κάθε βιβλίου του Μουρακάμι συναντά κανείς τις λέξεις σουρεαλισμός, μαγεία, παράξενο, εξωπραγματικό. Πράγματι, τα περίεργα συμβάντα έχουν τη θέση τους σε πολλά βιβλία του: από την περιγραφή του βιβλίου:

Cats converse with people; fish tumble from the sky; a forest harbours soldiers apparently un-aged since WWII. There is a savage killing, but the identity of both victim and killer is a riddle.

Κι όμως – η δεύτερη ιδέα που διατρέχει το βιβλίο είναι η μεταφορά. Ο βιβλιοθηκάριος Οσίμα διδάσκει τον Κάφκα για τη μεταφορά στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, την προβολή του σκοταδιού της ψυχής στο σκοτάδι του κόσμου κι αντιστρόφως, την αμφίδρομη σχέση των λαβυρίνθων με τα ανθρώπινα έντερα. Η επανάληψη αυτών των διαλόγων ολοένα και περισσότερο μου μοιάζει με οδηγό του συγγραφέα στο κείμενό του. Οι ήρωες που φεύγουν, φεύγουν από τον εαυτό τους – η Κουμίκο στο Κουρδιστό Πουλί, η Μίου και η Σουμίρε στο Σπούτνικ αγαπημένη, η Ναόκο στο Νορβηγικό Δάσος, η κυρία Σαέκι κι ο ίδιος ο Κάφκα στο Kafka on the Shore. Οι ήρωες που κατεβαίνουν στα πηγάδια και στα εγκαταλελειμμένα σπιτάκια στο βαθύ δάσος, κατεβαίνουν στον εαυτό τους. Το παιχνίδι της μεταφοράς και του συμβολισμού είναι εκεί ακόμη και στις πιο απλές ιστορίες του συγγραφέα, το Νορβηγικό Δάσος και το Σπούτνικ Αγαπημένη.

Και τελικά, νομίζω ότι η ιστορία που αφηγείται σε όλα του τα βιβλία ο Μουρακάμι, είναι αυτή: μία νεαρή γυναίκα ζει το σκληρό θάνατο του ανθρώπου που αγαπούσε περισσότερο. Επιφανειακά, συνεχίζει να ζει – για πάντοτε όμως σπασμένη. Ένα κομμάτι του εαυτού της, στην κανονική ζωή νεκρό, ζει ως φάντασμα σ’ένα άχρονο παρελθόν. Αυτόν τον ακρωτηριασμένο, νεκροζώντανο άνθρωπο, η ψυχή του οποίου ζει πια μόνο εκεί κι όχι ανάμεσά μας, αγαπά πάντα ο ήρωας του βιβλίου, αυτόν προσπαθεί να βρει και να τραβήξει έξω, παρασυρόμενος έτσι κι αυτός στη χιονοστιβάδα του θανάτου και των φαντασμάτων. Τι θα συμβεί; Ο αναγνώστης μαθαίνει, και δεν μαθαίνει. Το μόνο που του ζητά η καταδικασμένη αγαπημένη είναι να μην την ξεχάσει. Αυτό κάνει λοιπόν κι ο αφηγητής – διηγείται την ιστορία του, για να μην την ξεχάσει. Κατά μία έννοια, έχει ξεφύγει – η αφήγησή του όμως ποτέ δεν ερμηνεύει από την απόσταση που επιτρέπει ο χρόνος, ή, όπως σημείωσα διαβάζοντας το Νορβηγικό Δάσος, «από τη στιγμή που βουτάς στο παρελθόν, ζεις εκεί».

Μία άκρως ρομαντική ιστορία, βέβαια, και νομίζω κλασική. Η μαεστρία του συγγραφέα είναι ότι δεν κατρακυλάει στο συναισθηματισμό – οι μεταφορές και τα σύμβολά του είναι εικόνες που μιλούν στον αναγνώστη πολύ περισσότερο από (πολύ δύσκολες, φαντάζομαι) λεπτομερείς περιγραφές συναισθημάτων. Τελικά κατορθώνει το πολύ δύσκολο – ο αναγνώστης νιώθει αγάπη για τους ήρωες του βιβλίου του.

Λοιπόν, το Kafka on the Shore ξεκινά πολύ ωραία. Ο απλός λόγος του Μουρακάμι είναι πιο γοητευτικός από ποτέ, όταν μιλά ο δεπεντάχρονος Κάφκα, ο περίεργος Νακάτα, οι γάτες. Τα στοιχεία της υπόθεσης αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, και ναι, είναι ένας Μουρακάμι με δράση! Οι πορείες των δύο ηρώων συγκλίνουν αρκετά αργά στο βιβλίο, κι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να απολαύσει μυστήριο, ενίοτε χιούμορ,  και ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες. Εντούτοις, από κάποιο σημείο και μετά μαντεύεις εύκολα τι θα γίνει. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου κατ’εμέ είναι όμως η σύνδεσή του με την αρχαία τραγωδία, όπως επιβάλλεται από την υπόθεση και υπογραμμίζεται στους διαλόγους του Οσίμα με τον Κάφκα. Η αδυναμία του βιβλίου έγκειται στους κατά περίσταση διδακτικούς διαλόγους και την καθυστέρηση της εξέλιξης, ιδίως με τον βοηθό του Νακάτα, κύριο Χοσίνο. Αλλά είπαμε – είχα την αίσθηση πως αυτό το βιβλίο ήταν βιβλίο κι οδηγός στο μυαλό του Μουρακάμι ταυτόχρονα, κι αυτό αναγκαστικά προκαλεί κάποιες καθυστερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση – το Kafka on the Shore μού θύμισε κάπως το Κουρδιστό Πουλί σε έκταση και πολυπλοκότητα, το βρήκα απολαυστικό, ιδίως στο πρώτο του μέρος, και πολυεπίπεδο. Από την άλλη, δεν ξέρω αν θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι – νιώθω ότι μου είπε ό,τι είχε να μου πει, κι ενώ είναι καλός συγγραφέας, η γραφή του δεν είναι τέτοια που θα μ’έκανε να ξαναδιαβάσω βιβλίο του μόνο γι’αυτήν.

[αυτό που σίγουρα μ’έκαναν τα βιβλία του, πάντως, είναι να λαχταρήσω γιαπωνέζικο – το αμάθητο ελληνικό στομάχι μου όμως ακόμα παραπονιέται για τα μεσημεριανά udon]

Read Full Post »

Books bought

Paul Auster, The Brooklyn Follies
Tetsuko Kuroyanagi, Totto-Chan, la petite fille à la fenêtre

Books read

The Rough Guide to Paris
Nick Hornby, The Complete Polysyllabic Spree
Paul Auster, The Brooklyn Follies
Graham Greene, The Human Factor
Virginia Woolf, Orlando: A Biography
Roberto Saviano, Gomorrah

Πρώτο βιβλίο του 2009 το Rough Guide to Paris; Τεχνικά, το τελευταίο του 2008 και το πρώτο του 2009. Πρωτοαγόρασα ένα rough guide πέρσι, γιατί ήθελα πολύ κείμενο, όχι lonely planet, αλλά κυρίως (ναι, είναι αλήθεια) γιατί έχω τόσο μεγάλη αγάπη στην Penguin με τα popular classics της που κοστίζουν 3 ευρώ, την τεράστια συλλογή με αγγλόφωνα και όχι μόνο έργα (με παράδειγμα την εξαιρετική μετάφραση του Ηλίθιου που διάβασα το Δεκέμβρη), που θέλω να τους κάνω χρυσούς με κάθε ευκαιρία. Το test drive έγινε με το κεφάλαιο για τη Ζυρίχη στο Rough Guide to Switzerland, το οποίο είναι ακριβές, δίκαιο, και προτείνει όλα τα εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα που θα πρότεινα κι εγώ μετά από αισίως δυόμισι χρόνια εδώ, και ακολούθησαν πλείστα όσα άλλα για τις γείτονες χώρες. Οι Rough Guides δεν προσφέρονται για λίγες μέρες (αν και υπάρχουν κάποιοι mini για μεγάλες πόλεις) και ιδίως αν δεν υπάρχουν μέρες για διάβασμα. Είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένοι, δίκαιοι, αξιόπιστοι, και χρήσιμοι για μελλοντικές επισκέψεις. Πηγαίνοντας στο Παρίσι για μια βδομάδα για τρίτη φορά, διάβασα το (χωρισμένο ανά γειτονιά) βιβλίο, και το ξεφύλλιζα κάθε βράδυ όσο ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω αν θα είχαμε περάσει τόσο καλά χωρίς τις ιδέες του οδηγού, και σίγουρα δεν θα είχα αποκτήσει τόσο καλή αίσθηση της πόλης. Εξαιρετικό.

Το Polysyllabic Spree του Hornby μού έδωσε την ιδέα για την καταγραφή του τι αγοράζω και τι διαβάζω (γιατί έχουμε κι αυτό το Αλτσχάιμερ). Το βιβλίο είναι μια συλλογή της μηνιαίας στήλης του Hornby στο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό The Reader, στην οποία ο συμπαθέστατος τυπάκος γράφει τι διάβασε. Ο Hornby, λοιπόν, μού θυμίζει αυτούς τους φτωχούς, καλούς, λαϊκούς ήρωες του Κόου (όπως  έγραφε καλύτερα από μένα η Σώτη Τριανταφύλλου στην εισαγωγή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!). Οι καλύτερές του, άλλωστε, στιγμές, είναι στα πιο πολιτικά του σχόλια. Βέβαια, ο Hornby πια δεν είναι ούτε φτωχός ούτε και ακριβώς λαϊκός – είναι όμως ο τυπάκος που βλέπει μπάλα, προσπαθεί να κόψει το κάπνισμα, ακούει μουσική και ζει σ’ένα χαοτικό διαμέρισμα με την οικογένειά του, και παράλληλα διαβάζει βουλιμικά από κλασική λογοτεχνία μέχρι βιβλία φίλων του. Είναι σχεδόν συγκινητική η σταθερή προσπάθειά του να δείξει πως δεν είναι ανάγκη να’σαι της κουλτούρας για να διαβάζεις, και το χιούμορ του είναι δεδομένο. Όμως, μια μηνιαία στήλη που διαβάζεται πηχτά σε βιβλίο ενίοτε κουράζει – τα αστεία επαναλαμβάνονται, το νόημα το πιάσαμε. Εντούτοις, τον Hornby τον συμπαθώ (ένας λόγος παραπάνω επειδή έχει αυτιστικό γιο), με κάνει να θέλω να βγω μαζί του για μπύρα, και τέλος.

Τον Auster τον αγόρασα στον Gare de l’Est, γιατί μου είχε τελειώσει το υλικό διαβάσματος (μαζί με το γιαπωνέζικο, το οποίο αγόρασα γιατί μετά από την καταπληκτική εβδομάδα με την C. οτιδήποτε γιαπωνέζικο είχε instant attraction factor και γιατί μετά την τρίτη εβδομάδα στο Παρίσι αποφάσισα πως, εντάξει, τα ψιλοθυμάμαι τα γαλλικά, έξι χρόνια στο σχολείο τζάμπα να πάνε, θα το διαβάσω. Το βιβλίο είναι, φυσικά, ακόμα στη βιβλιοθήκη, και προβλέπω να πηγαίνει άπατο). Τον Auster, λοιπόν, όπως έλεγα, τον αγόρασα γιατί κάτι μού θύμιζε το όνομα, και τον ξεπέταξα στο TGV (τεσσερισίμισι ωρίτσες). Χαριτωμένο, ο ήρωας αφού έχει ξεπεράσει σοβαρή ασθένεια και χωρίσει με τη γυναίκα του πηγαίνει να μείνει στο Μπρούκλυν, όπου επανασυνδέεται με τον -κάποτε ελπιδοφόρο- ανιψιό του και γνωρίζει πλήθος άλλων περίεργων χαρακτήρων στη γειτονιά. Μετά από χίλιες δυο δυσκολίες, οι γύρω γίνονται μελίσσι γύρω από τον ήρωα και ζουν αντισυμβατικά και happily ever after. Σαν ευχάριστη κομεντί που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη ή στο Σηάτλ δηλαδή, τι να λέμε τώρα, καταλάβαμε. Για το τρένο πάντως ΟΚ.

Τον Graham Greene τον αγαπώ πολύ. Διάβασα πέρσι τα The End of the Affair, The Quiet American και Our Man in Havana και μερικά ακόμη με περιμένουν στη βιβλιοθήκη μου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο πρώτα έχουν γίνει ταινία – ο Greene είναι πολύ κινηματογραφικός: έχει μυστήριο, σαρκαστικό χιούμορ, ανατροπές, διλήμματα, ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες σχέσεις, ήρωες μ’ελαττώματα. Και είναι και πολύ καλός γραφιάς, όπως είχε πει αγαπητό μου πρόσωπο. Αλλά αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι ο συγκρατημένος μισανθρωπισμός που έχει πάντα κάποιος από τους σχεδόν τακτοποιημένους, αλλά ποτέ τελείως fitting ήρωές του – ένας ήρωας, όμως, που στην πραγματικότητα αγαπά τους ανθρώπους. Ή μάλλον, αγαπά έναν άνθρωπο. Έτσι είναι και το Human Factor. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα, τα βιβλία του Greene τα κλείνω πάντα μ’αυτή τη λύπη και τη βαθιά εκτίμησή μου γι’αυτήν την αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία εντέλει είναι πολύ κοντά στη δική μου (καλό για μένα ως αναγνώστη του Greene, κακό για οποιαδήποτε άλλη χρήση).

Για το Orlando τα έγραψα.Το βιβλίο μού το είχε συστήσει πριν χρόνια αγαπημένη λεσβία φίλη (η Woolf είναι, βέβαια, icon στους φεμινιστικούς/λεσβιακούς λογιτεχνικούς κύκλους, κι αυτό το βιβλίο για το πλάσμα Orlando, που αλλάζει φύλο ανά τους αιώνες, ακόμα περισσότερο). Μπορεί η μητέρα της Vita Sackville-West (που ήταν σχεδόν σύντροφοι με τη συγγραφέα είναι και το πρότυπο για τον Ορλαντο) να βρήκε το βιβλίο παιδαριώδες, τελικά όμως δεν έχει σημασία για μένα ούτε για ποιον γράφτηκε το βιβλίο ούτε τι συμβολίζει. Η σπάνια γραφή της Woolf είναι πάντοτε διεισδυτική και τρυφερή, αλλά ακόμα περισσότερο ρέουσα και μελωδική – σαν ποίημα. Απολαυστικό ανάγνωσμα.

Μετά τη Woolf ήταν απαραίτητο ν’αλλάξω παραστάσεις, κι έτσι μετά το παραμύθι μού φάνηκε καλή η μαφία. Το Γόμορρα είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό, κι έτσι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια εικόνα της μαφίας πέρα απ’τους σκοτωμούς και τις συμμορίες. Ιδίως τα κεφάλαια για τον έλεγχο των βιοτεχνιών που φτιάχνουν τα ρούχα για τις ακριβές φίρμες, τα σκουπίδια και τα ναρκωτικά είναι τρομακτικά, με την εξυπνάδα και την ευελιξία των μαφιόζων που βουλώνει τις τρύπες της φτώχιας και της γραφειοκρατίας του υποανάπτυκτου τμήματος της Ιταλίας  και φτιάχνει ένα σύστημα τεράστιο και δαιδαλώδες που δεν πιάνεται από πουθενά. Τρομερά ειρωνικό είναι, βέβαια, το κεφάλαιο που καταπιάνεται με την εικόνα της Μαφίας – όπου οι μαφιόζοι δεν αποτελούν την έμπνευση για τις ταινίες, παρά οι ταινίες είναι η έμπνευση για την εμφάνισή τους, κι έτσι ντύνονται σαν την Ούμα στο Kill Bill ή τον Νeo στο Matrix (και δεν γίνεται να μη σου θυμίσουν μ’αυτή την έννοια τους εφήβους φτωχής γειτονιάς ή τους τριαντάρηδες τύπους που ασχολούνται με την τηλεόραση όλη μέρα). Το βιβλίο καταφέρνει να είναι ακριβές χωρίς να γίνεται ξερό, καθώς πάντοτε αναναμειγνύει τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των κατοίκων και του ίδιου του συγγραφέα σ’ένα τόπο που τους στερεί την οικογένειά τους, τους σκοτώνει βάναυσα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους αφαιρεί την ελπίδα ότι μπορούν να δουλέψουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από το Σύστημα. Εντούτοις, εκεί για μένα ήταν το πιο αδύναμο στοιχείο του βιβλίου. Είχα την αίσθηση όσο προχωρούσα το βιβλίο όχι τόσο ότι ρέπει προς το μελόδραμα, όσο ότι ο Σαβιάνο πρέπει να σκεφτόταν «μα πώς τα γράφω έτσι ο πούστης». Λίγο too much, δηλαδή. Παρά ταύτα, ενδιαφέρον βιβλίο και ανυπομονώ να δω επιτέλους και την ταινία.

Read Full Post »