Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘ιστορίες’ Category

Το βρήκα σήμερα σ’ένα από τα πολυάριθμα ντραφτ των δύο γραμμών. Διαβάζω την πρώτη φράση, «to teach how to live without certainty, and yet without being paralysed by hesitation». Η φιλοσοφία, η πολιτική, οι πορείες, η βία, η ψυχολογία;

To teach how to live without certainty, and yet without being paralysed by hesitation, is perhaps the chief thing that philosophy, in our age, can do for those who study it.

Bertrand Russel, History of Western Philosophy

Read Full Post »


Hey well, τουλάχιστον αυτή η διεύθυνσή μου δεν αλλάζει.

Read Full Post »

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

Read Full Post »

DSC07398

My new home.

Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.

Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα «οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί» και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.

Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι «σταμάτα, πια, S., να μιλάς», και «γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;» Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: «θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς».

Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. «Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!» Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;

Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω «σταμάτα» ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. «Εντάξει.» Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.

Εδώ.

Read Full Post »

Close up: Zürichsee und Alpen

[Close up: Zürichsee und Alpen by stefan.leuthold on flickr]

Ήταν τέτοια η χαρά της που κατέβαινε – με πατημένα τα φρένα βέβαια στη μεγάλη κατηφόρα – το λόφο, με τον αέρα να της έχει ρίξει το κράνος σαν καπέλο στο σβέρκο και τις καλοκαιρινές μυρωδιές, και τον κανένα στο δρόμο, που αφού προσπέρασε το τρόλεϊ που τακτοποιούσε τις κεραίες του, ήταν έτοιμη να πει σ’όλους όσους περίμεναν σ’όλες τις επόμενες στάσεις, «το λεωφορείο θ’αργήσει. Το είδα.»

[Τα ποδήλατα είναι πιο γρήγορα από τα λεωφορεία; Πώς περνάει ο καιρός. Ωραία περνάει ο καιρός.]

Read Full Post »

[κρεμμύδι]

Είμαι εγώ, στο σπίτι της γιαγιάς, το μεσημέρι πριν πάω στο φροντιστήριο. Μυρίζει κοτόσουπα αυγολέμονο  – ή μπιφτέκια. Η γιαγιά βλέπει το Ζάχο Δόγγανο στην τηλεόραση, και γελάει. Εγώ ξεφυλλίζω την εφημερίδα της (Ελεύθερος Τύπος με τα φύλλα πιασμένα με καρφίτσες) ή χαζεύω τις ανθολογίες της βιβλιοθήκης (τον Παπαδιαμάντη) ή διαβάζω το βιβλίο της για την ανθρώπινη υγεία (λευκά αιμοσφαίρια/ερυθρά αιμοσφαίρια, ο αυνανισμός προκαλεί τύφλωση). Με παίρνει ο ύπνος στο διπλό κρεβάτι, ώσπου να έρθει να με ξυπνήσει σε είκοσι λεπτά.

[this is hardcore]

Είμαι εγώ, στο δεύτερο Rockwave, στη Φρεαττύδα το ’98, με την ξαδέλφη μου, τον Π., τον αδελφό του και μια φίλη τους. Έχουμε δει τους Closer, τους Puressence, τους Sonic Youth, περιμένουμε να βγουν οι Pulp. Είμαστε στην τρίτη σειρά, μπροστά απ’τη σκαλωσιά. Πατάμε στην άμμο. «Αν γυρίσει τώρα ο Π.», σκέφτομαι, «θα τον φιλήσω. Τώρα, τώρα, αν γυρίσει, θα τον φιλήσω». Εγώ κάνω ασκήσεις θάρρους, αλλά ο Π. δε γυρίζει εκείνο το βράδυ. Ψευτομιλάμε και κοιτάμε κι οι δυο μας μαγεμένοι τον Jarvis Cocker να τραγουδάει και να σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά από πάνω μας.

[rivella]

Είμαι εγώ, καθισμένη με την Ε. και τη Μ. στο μπαλκόνι του κτιρίου Ε. Κολλάμε. Πίνουμε Rivella και τρώμε παγωτό. Η Μ. έχει βγάλει αυτά τα πέδιλα που έχει πάρει απ’ τη Μινόρκα και φοράει κάθε χρόνο κι ακουμπάει τις πατούσες της στο κάγκελο. Εγώ καταριέμαι την ώρα που φόρεσα τζιν κι αθλητικά. Συζητάμε για τη ζέστη. Ακούμε τα τραμ που περνούν από κάτω και λαχταράμε τη λίμνη, ενώ περιμένουμε να έρθει η ώρα για να ξαναμπούμε μέσα για μάθημα.

Read Full Post »

Ο Μ. μου έδειξε χτες στο μηχανουργείο φωτογραφίες από τον καιρό που δούλευε στην ESA στη Γαλλική Γουιάνα.

Ο Μ. στα είκοσι πέντε του, με γυαλιά ηλίου, σορτσάκι και μούσι, αγκαλιά με συναδέλφους κάπου στην άμμο. Ο Μ. με ολόσωμη φόρμα, να βιδώνει κάτι, και να τον επιβλέπει ένας μηχανικός. Φωτογραφίες εντόμων και του ποταμού. Ένας βιετναμέζικος οικισμός. Ο τόπος εκτόξευσης. Ο αυτοκινητόδρομος. Το μενού της Air france. Πρώτο πιάτο, medaillon de foie gras. Φωτογραφίες της εκτόξευσης. «Και πρέπει να’ταν τρομερό συναίσθημα να βλέπεις την εκτόξευση, ε;» «Α, ναι» (χτυπάει την καρδιά του), «βοήθησα κι εγώ!»

«Ήταν ωραίες εποχές.» «Σου λείπει;» «Βέβαια. Αλλά μετά από έξι χρόνια, δεν άντεχα άλλο – μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου. Είχα τότε ήδη δύο γιους, και ήθελα γιους. Τα τελευταία Χριστούγεννα είχα αποκλειστεί, και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, και τότε είπα, ‘τελείωσε’. Αλλά κι εδώ που δουλεύω, μου αρέσει. Έχει όλο νέο κόσμο. Όταν είσαι με συνομηλίκους, όλο λες ‘τι κάνεις; καλά. καλά’, ενώ οι νέοι βιάζονται, έχουν άγχος, ξυπνάς.»

«Άκου,» μου είπε φεύγοντας. «Άμα μέχρι την προθεσμία μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι μηχανολογικό, εγώ μπορώ να είμαι εδώ, και νύχτες και Σάββατα και Κυριακές.»

Read Full Post »

Older Posts »