Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘στιγμές’ Category

Είναι ωραίο συναίσθημα να πακετάρεις για Χριστούγεννα και να νιώθεις πως φεύγεις από το σπίτι σου.

Το όμορφο σπίτι μου.

Read Full Post »

My dear C.,

I have been thinking about you. Today it was raining. I went to the Korean shop off the Bahnhofstrasse. I bought yuzu tea! I ordered and sat at the counter. Two Korean babies were running around. I looked at the quiet bar. Inside there, I felt like in Japan. Comfortable, unknown, calm.

A kiss,

 

Read Full Post »

Ο Ρούντι βρίσκεται εσχάτως και στο δικό μου σπίτι – προφανώς. Στην είσοδο.

Σήμερα έφυγα απ’τη δουλειά με μια πελώωωρια λαχτάρα για σπιτικά κουλουράκια – και χωρίς λεφτά, για την ακρίβεια με δέκα φράγκα δανεικά απ’το συνάδελφο. Μέτρησα και ξαναμέτρησα τα λεφτά μου, ζάχαρη, φόρμες αστεράκια, δύο και είκοσι πέντε ρέστα, χμ, ίσως ένα ψωμάκι στο δρόμο; Σύντομα αποδείχθηκε ότι στην Ελβετία με δύο και είκοσι πέντε δεν μπορείς να αγοράσεις τίποτα. Μάλιστα.

Ακολούθησαν σαμπλέ, μπισκότα με σοκολάτα, και τεστ διακόσμησης τρένων για δώρο.

Υπερβολικοί πειραματισμοί με χρώμα ζαχαροπλαστικής (Man beachte dabei den glitzernden Nagellack).

Rettet die Wale!

Read Full Post »

A sad person may write a beautiful piece of poetry, while a sad dog may whine and scratch on the door when he is left alone.

Temple Grandin, Thinking in Pictures and Other Reports from My Life with Autism

Η Temple Grandin μπορεί να γράφει κάνοντας τη συσχέτιση ανάμεσα στο πώς λειτουργεί το μυαλό των αυτιστικών και των ζώων, αλλά αυτά που με στενοχωρούν τώρα  είναι ότι, α, αισθάνομαι ότι γρατζουνάω την πόρτα κάθε μέρα, όλη μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα, κά-θε-μέ-ρα, και βου, ότι μοιάζει να αδυνατώ να γράψω οτιδήποτε (γιατί τι άλλο αποτελούν τα περισσότερα κείμενα αυτού του μπλογκ, παρά απόπειρες ενός λυπημένου ανθρώπου να γράψει a beautiful piece of poetry, για ασαφείς λόγους;)

[ευτυχώς υπάρχει η Björk και το Vespertine, αναπάντεχη ανακάλυψη μετά από σχεδόν δέκα χρόνια]

Από την άλλη υπάρχουν, ευτυχώς, στιγμές, που βλέπω πίσω απ’το βουνό. Πίσω απ’το βουνό έχει την εικόνα του μπροστινού κήπου καλυμμένο απ’το χιόνι και βήματα στην ησυχία, το πιο όμορφο ζευγάρι, τα κοινά βιβλία, την κοινή μουσική, τις φωτογραφίες, την κοινή παιδική τρέλα, τυρί, σοκολάτες, αχλάδια, έναν παγετώνα, fish&chips, όλα όσα χτίζουν a frail slippery house, a strong fragile house (beginning at the singular beginning of your smile), (φυσικά τον cummings), την αναπάντεχη, πρωτόγνωρη ευτυχία, μια μικρή υπόσχεση, το μέλλον.

Ίσως αυτό θα’πρεπε να το κολλήσω στον λευκό τοίχο μου. For the bad days. With the hope of better days.

Landscapes

Read Full Post »


Hey well, τουλάχιστον αυτή η διεύθυνσή μου δεν αλλάζει.

Read Full Post »

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

Read Full Post »

[σκόρπιες σημειώσεις]

Διαβάζω τον Υπνοβάτη της Καραπάνου, ήταν σπουδαία συγγραφέας, ανακαλύψαμε τη Λένα Πλάτωνος πρόσφατα, η Μαργαρίτα Καραπάνου κι η Λένα Πλάτωνος έχουνε γίνει στο μυαλό μου ένα.

Να μαζεύω τα βιβλία στην Αθήνα και να θυμάμαι τόσο λίγα απ’αυτά, τόσες λέξεις χαμένες.

Είδαμε ξανά το Μίλα Της, για πρώτη φορά το Volver, τις Ραγισμένες Αγκαλιές. Είναι μεγάλος σκηνοθέτης ο Αλμοδόβαρ, για πρώτη φορά πρόσεξα τα πεντακάθαρα πλάνα του, τις γραμμές στα δύο τρίτα, τα έντονα χρώματα, το τίποτε-περιττό. Ίσως παραμένουν στη θέση των αγαπημένων μου ταινιών του η Καυτή Σάρκα (θέλω να υποφέρεις όπως υπέφερα εγώ) και το Μίλα Της, όμως οι Ραγισμένες Αγκαλιές μου άρεσαν πάρα πολύ. ‘Ηταν η πρώτη φορά που είδα σε ταινία του τη βία σε βάρος των αγαπημένων γυναικών του, τότε που συμβαίνει, πριν ξεπλυθεί με το χιούμορ. Σκέφτομαι πώς και στις τρεις αυτές ταινίες εμφανίζονται με τη σειρά ο χορός, το τραγούδι, το σινεμά, σαν σύμβολα της ιστορίας και των ηρώων. Και ταυτόχρονα πόσο ειρωνικό είναι στις Ραγισμένες Αγκαλιές που για πρώτη φορά βλέπουμε την «σωστή» ταινία του, για την οποία τόσον καιρό ξέραμε τα γυρίσματα και την τραγική ιστορία του σκηνοθέτη και της πρωταγωνίστριάς του. Και στο τέλος της τραγικής αυτής τελευταίας του ταινίας, βλέπουμε μια ανέμελη Έλενα πάνω στις πατερίτσες της, τις ίδιες μέρες που υπέφερε. Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι ο Αλμοδόβαρ έκανε κάποτε ταινίες παρόμοιες με το «Κορίτσια και Βαλίτσες», και ότι η (υπέροχη) Κρουθ είπε σε συνέντευξή της που διάβασα χθες ότι γι’αυτήν έχει σημασία η περίοδος που προετοιμάζει το ρόλο – και τα γυρίσματα.

Read Full Post »

Older Posts »