Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

putting things into perspective

γιατί από τη φύση τους οι κρυψώνες μετά από καιρό γίνονται θλιβερές.

έγραψε η holy και μ’έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πρέπει κι εγώ να βγω. Βλέπεις, είναι πολύς καιρός που θέλω και προσπαθώ να γράψω (γεμάτα τα drafts από απόπειρες ποστ της μίας πρότασης).

Έξω, λοιπόν.

Έρωτας, χωρισμός, μετακόμιση, αεροδρόμια και τηλέφωνα, ευτυχία, πένθος, και πολλές ενοχές για περίπου τα πάντα. Αυτοί ήταν οι τελευταίοι πέντε μήνες μου.

[και να που πάλι τώρα δεν μπορώ να γράψω τίποτε περισσότερο. Θα το πατήσω το ρημάδι το publish όμως, γιατί μια αρχή πρέπει να γίνει.]

[enter title here]

Μου έλειπε ο χρόνος που θα καθίσω ήσυχη και θα μπορέσω να γράψω για μέρες, εβδομάδες. Και τώρα κάθομαι μπροστά στην οθόνη και σκέφτομαι, από πού αρχίζει κάποιος;

A story has no beginning or end: one arbitrarily chooses a moment of experience from which to look ahead.

Η ιστορία, λοιπόν, θα πρέπει να περιλαμβάνει αγάπη.

love is a deeper season than reason


Hey well, τουλάχιστον αυτή η διεύθυνσή μου δεν αλλάζει.

Erdbeerjoghurt

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

home

Εδώ και μερικές εβδομάδες, η SBB κάνει έργα μπροστά απ’το σπίτι μας. Κάθε νύχτα καθημερινής, από τις εντεκάμισι ως τις εφτάμισι, κι ιδίως απ’τη μία ως τις τέσσερις, μας ξυπνούσαν τα τρυπάνια.

Μία απ’τις ελάχιστες εναπομείνασες αναξιοποίητες περιοχές στο κέντρο, η περιοχή πλάι στις γραμμές του τρένου του κεντρικού σταθμού, θα αναπτυχθεί. Θα γίνει παιδαγωγική σχολή, εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, design hotel και μοντέρνα διαμερίσματα, σε μία πόλη που πάσχει από έλλειψη σπιτιών. Μπροστά μας θα σηκωθεί ένα δεκαοχταώροφο κτίριο.

Από τη μία χαίρομαι για την καινούρια χρήση της περιοχής και για τα νέα σπίτια – αν και η πόλη έχει ανάγκη από οικονομικά διαμερίσματα και όχι από Business Wohnungen, αλλά ας είναι. Από την άλλη, θα χάσουμε την καθημερινή θέα στα τρένα, και θα’χουμε μπροστά μας και για ένα χιλιόμετρο ένα εργοτάξιο ως το 2015.

Ξεκινήσαμε να κοιτάμε δειλά-δειλά για άλλο σπίτι.

Σήμερα που γύριζα απ’τη σχολή, μου έλειπε ήδη. Το πρώτο σπίτι που μένουμε μαζί, τα τρένα, η ανοιχτή κουζίνα, οι ανοιχτοί γείτονες. Πώς γίνεται να δένεσαι τόσο με πράγματα;


Έρχεται η άνοιξη. Ονειρεύομαι το Τόκυο, τα ασήμαντα προάστιά του. Τις μαθήτριες των ιδιωτικών λυκείων με τις στολές τους, τα τοπικά σούπερ μάρκετ με τους χρωματιστούς καταλόγους με φωτογραφίες, τα drugstores, τα εμπορικά κέντρα/κορεάτικα εστιατόρια/καταστήματα με μαντίλια, με ζωηρά φώτα κι αυτή την παιδιάστικη μουσική να παίζει συνεχώς. Ονειρεύομαι το γείτονα των γονιών της C. που εξασκούνταν στο γκολφ τη νύχτα στο δρόμο μπροστά απ’το σπίτι του, το άγευστο, μαλακό λευκό ψωμί και τη μαγιονέζα, τα σπίτια κοντά-κοντά με τους διαδρόμους από χορτάρι όπως στα βιβλία του Μουρακάμι, τα ασπρόρουχα να στεγνώνουν στον ήλιο.

Διαβάζω το Sanshiro. Τόσο delightful, ιαπωνικό, ήρεμο και άσκοπο σαν ένα προάστιο μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.

Plastic food display 1

Πλαστικό ομοίωμα φαγητού έξω από εστιατόριο

ver

[σκόρπιες σημειώσεις]

Διαβάζω τον Υπνοβάτη της Καραπάνου, ήταν σπουδαία συγγραφέας, ανακαλύψαμε τη Λένα Πλάτωνος πρόσφατα, η Μαργαρίτα Καραπάνου κι η Λένα Πλάτωνος έχουνε γίνει στο μυαλό μου ένα.

Να μαζεύω τα βιβλία στην Αθήνα και να θυμάμαι τόσο λίγα απ’αυτά, τόσες λέξεις χαμένες.

Είδαμε ξανά το Μίλα Της, για πρώτη φορά το Volver, τις Ραγισμένες Αγκαλιές. Είναι μεγάλος σκηνοθέτης ο Αλμοδόβαρ, για πρώτη φορά πρόσεξα τα πεντακάθαρα πλάνα του, τις γραμμές στα δύο τρίτα, τα έντονα χρώματα, το τίποτε-περιττό. Ίσως παραμένουν στη θέση των αγαπημένων μου ταινιών του η Καυτή Σάρκα (θέλω να υποφέρεις όπως υπέφερα εγώ) και το Μίλα Της, όμως οι Ραγισμένες Αγκαλιές μου άρεσαν πάρα πολύ. ‘Ηταν η πρώτη φορά που είδα σε ταινία του τη βία σε βάρος των αγαπημένων γυναικών του, τότε που συμβαίνει, πριν ξεπλυθεί με το χιούμορ. Σκέφτομαι πώς και στις τρεις αυτές ταινίες εμφανίζονται με τη σειρά ο χορός, το τραγούδι, το σινεμά, σαν σύμβολα της ιστορίας και των ηρώων. Και ταυτόχρονα πόσο ειρωνικό είναι στις Ραγισμένες Αγκαλιές που για πρώτη φορά βλέπουμε την «σωστή» ταινία του, για την οποία τόσον καιρό ξέραμε τα γυρίσματα και την τραγική ιστορία του σκηνοθέτη και της πρωταγωνίστριάς του. Και στο τέλος της τραγικής αυτής τελευταίας του ταινίας, βλέπουμε μια ανέμελη Έλενα πάνω στις πατερίτσες της, τις ίδιες μέρες που υπέφερε. Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι ο Αλμοδόβαρ έκανε κάποτε ταινίες παρόμοιες με το «Κορίτσια και Βαλίτσες», και ότι η (υπέροχη) Κρουθ είπε σε συνέντευξή της που διάβασα χθες ότι γι’αυτήν έχει σημασία η περίοδος που προετοιμάζει το ρόλο – και τα γυρίσματα.

maps

Το πιο ωραίο
είναι να βλέπεις τους χάρτες
μ’αυτό το ήρεμο γαλάζιο χρώμα και τις οροσειρές σαν φτιαγμένες από άμμο, με τα νησάκια και την Κεντρική Αμερική να κρατά τη Νότια σα χεράκι, σαν να κρατάει τη φιγούρα του Καραγκιόζη.

Από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που έχω από τον πατέρα μου είναι να απλώνει το χάρτη στο τραπέζι της κουζίνας και να με ρωτάει «Πού είναι η Πρέβεζα; Πού είναι η Φλώρινα; Πού είναι η Φολέγανδρος;» κι εγώ να ψάχνω με το δάχτυλο. Του άρεσαν από παιδί τα ταξίδια, κι έτσι κι εμένα, ένα οξύμωρο από έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν οδηγεί (και που κάποτε ευχαριστιόταν να πλένει με τον πατέρα του τ’αυτοκίνητο τα νεκρά παιδικά καλοκαιρινά μεσημέρια και μετά να τρώνε καρπούζι απ’το ψυγείο).

Ονειρεύομαι να πέφτουν τα νησάκια, να μαζεύονται τα βουνά, ονειρεύομαι θάλασσες και πόλεις. Ονειρεύομαι αυτό το βιβλίο. Ονειρεύομαι άτλαντες του National Geographic και χάρτες σιδηροδρομικούς. Ονειρεύομαι να πάω παντού.

The telegraph gave us hope
Before was the silence and the panic it brought
The sky was the blankest sheet
We drew lines upon it
so our thoughts could meet
through cables black and cold
we carry our intentions to bridge
and bring home
would it all be so clear
if the lines were erased
and the silence restored?

Boys of today write lines on walls
in the streets at night
in suburbans of cities with no name
is this destruction or just quiet protest
against loneliness

the car go lights in our lamps
they’re weight is so heavy
and this is all we know
our message will need a ship
to travel across oceans
that can’t otherwise be crossed

it undulates on the waves
and cautions the water so we can be safe
it undulates on the waves
then cautions the water so we can be safe

Kings of Convenience, My Ship Isn’t Pretty

[ίσως πιο πολύ μου άρεσαν οι προηγούμενοι δίσκοι τους, με τους άμεσους στίχους τους, αλλά και πάλι οι KOC έχουν αυτό το ταλέντο να μιλούν τόσο απλά για τόσο δύσκολα πράγματα]


Αποφάσισα:
να βλέπω την Ελλάδα σαν ξένη χώρα.

Μου προσέφερε ήρεμες στιγμές καθώς συνεννοούμουν(;) την Παρασκευή για θέματα σύνταξης και ασφάλισης.

Ο ηλεκτρικός σταμάτησε στην Καλλιθέα, αγόρασα μανταρίνια, μπήκα στο λεωφορείο, άκουγα δύο αμερικανίδες φοιτήτριες να λένε «I don’t like Vassiliki, she gossips so much.» Νεραντζιές, πόσες νεραντζιές! Με το βιβλίο της Εύης Βουτσινά μες στη σακούλα, αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν κόβει τόσα νεράντζια να τα κάνει γλυκό, το μάτι σου χάνεται στα νεράντζια. (Λίγο πριν σταματήσουμε, με μπλε σπρέι στον τοίχο «Ζω κι αναπνέω να σε δω πρωθυπουργό/Ντόρα βασίλισσά μου»). Έκοψα ένα-δυο όταν κατέβηκα.

Hace buen tiempo.