Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αθήνα’

Το πιο ωραίο
είναι να βλέπεις τους χάρτες
μ’αυτό το ήρεμο γαλάζιο χρώμα και τις οροσειρές σαν φτιαγμένες από άμμο, με τα νησάκια και την Κεντρική Αμερική να κρατά τη Νότια σα χεράκι, σαν να κρατάει τη φιγούρα του Καραγκιόζη.

Από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που έχω από τον πατέρα μου είναι να απλώνει το χάρτη στο τραπέζι της κουζίνας και να με ρωτάει «Πού είναι η Πρέβεζα; Πού είναι η Φλώρινα; Πού είναι η Φολέγανδρος;» κι εγώ να ψάχνω με το δάχτυλο. Του άρεσαν από παιδί τα ταξίδια, κι έτσι κι εμένα, ένα οξύμωρο από έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν οδηγεί (και που κάποτε ευχαριστιόταν να πλένει με τον πατέρα του τ’αυτοκίνητο τα νεκρά παιδικά καλοκαιρινά μεσημέρια και μετά να τρώνε καρπούζι απ’το ψυγείο).

Ονειρεύομαι να πέφτουν τα νησάκια, να μαζεύονται τα βουνά, ονειρεύομαι θάλασσες και πόλεις. Ονειρεύομαι αυτό το βιβλίο. Ονειρεύομαι άτλαντες του National Geographic και χάρτες σιδηροδρομικούς. Ονειρεύομαι να πάω παντού.

The telegraph gave us hope
Before was the silence and the panic it brought
The sky was the blankest sheet
We drew lines upon it
so our thoughts could meet
through cables black and cold
we carry our intentions to bridge
and bring home
would it all be so clear
if the lines were erased
and the silence restored?

Boys of today write lines on walls
in the streets at night
in suburbans of cities with no name
is this destruction or just quiet protest
against loneliness

the car go lights in our lamps
they’re weight is so heavy
and this is all we know
our message will need a ship
to travel across oceans
that can’t otherwise be crossed

it undulates on the waves
and cautions the water so we can be safe
it undulates on the waves
then cautions the water so we can be safe

Kings of Convenience, My Ship Isn’t Pretty

[ίσως πιο πολύ μου άρεσαν οι προηγούμενοι δίσκοι τους, με τους άμεσους στίχους τους, αλλά και πάλι οι KOC έχουν αυτό το ταλέντο να μιλούν τόσο απλά για τόσο δύσκολα πράγματα]


Αποφάσισα:
να βλέπω την Ελλάδα σαν ξένη χώρα.

Μου προσέφερε ήρεμες στιγμές καθώς συνεννοούμουν(;) την Παρασκευή για θέματα σύνταξης και ασφάλισης.

Ο ηλεκτρικός σταμάτησε στην Καλλιθέα, αγόρασα μανταρίνια, μπήκα στο λεωφορείο, άκουγα δύο αμερικανίδες φοιτήτριες να λένε «I don’t like Vassiliki, she gossips so much.» Νεραντζιές, πόσες νεραντζιές! Με το βιβλίο της Εύης Βουτσινά μες στη σακούλα, αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν κόβει τόσα νεράντζια να τα κάνει γλυκό, το μάτι σου χάνεται στα νεράντζια. (Λίγο πριν σταματήσουμε, με μπλε σπρέι στον τοίχο «Ζω κι αναπνέω να σε δω πρωθυπουργό/Ντόρα βασίλισσά μου»). Έκοψα ένα-δυο όταν κατέβηκα.

Hace buen tiempo.

Read Full Post »

Εδώ και κάποιες μέρες βρίσκομαι στην Ελλάδα. Εντυπώσεις:

  • Too much information. Γενικώς. Οι γυναίκες μού δίνουν την εντύπωση ότι «διακοσμούν» σημεία που επιδέχονται διακόσμησης – τα χέρια με βραχιόλια, δαχτυλίδια και ρολόι, τα μαλλιά με βαφές και ανταύγειες, τη μούρη με μακιγιάζ, τη μπλούζα με ντεκολτέ. Δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος να ακουμπήσει το μάτι σου στους ανθρώπους, πρέπει να αφαιρέσεις στρώσεις. Ζαλίζομαι.
  • Το ίδιο συμβαίνει και στην πόλη. Πολλή βρώμα, πολλά σπασμένα πεζοδρόμια, πάρα πολλά αυτοκίνητα. Πάρα πολλές διαφημίσεις. «ΤΑΧΥΜΕΤΡΑ ΚΟΦΤΕΣ» βάζει ο ένας σε φωτεινή επιγραφή, «ΠΛΕΚΤΑ» και «KNITWEAR» ο άλλος (δουλειές με ξένους;). Δεν καταλαβαίνω.
  • Ένιωθα έντονα πως κάπου πρέπει να πάω να ησυχάσω, να ησυχάσουν τα μάτια μου, κάπου που να μοιάζει πως τελειώνει η πόλη. Αλλά η Αθήνα εκτείνεται παντού.
  • Εντέλει δεν ξέρω αν έχει νόημα να έρχομαι. Όλα είναι πάρα πολύ γνώριμα – και ταυτόχρονα πάρα πολύ ξένα. Όταν αυτό συμβαίνει με ανθρώπους, χωρίζεις.
  • Στο λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη μιλούσαν τρεις πυροσβέστες – ένας που δουλεύει στην Αμερική (!), ένας νέος, πρόσφατα μόνιμος, και ένας μεγαλύτερος εποχιακός. Ο εποχιακός, απελπισμένος, με το επιφανειακό coolness του ανθρώπου που είναι μεγάλος και τα καταφέρνει χειρότερα απ’ το μικρό. Μεταξύ άλλων, του μιλούσε για ένα φιλαράκι του (sic) που για να συμπληρώσει το εισόδημά του πουλούσε προστασία σε μαγαζιά. Αλλά είναι πολύ καλό παιδί.
  • Περιμένοντας για ταξί στην έρημη Μοναστηρίου τα μεσάνυχτα άμα τη αφίξει, ο μικρός έβαλε εμένα πρώτα μέσα σε ταξί, παρ’ ό,τι περίμεναν πριν από μένα. Είπα δυο φορές «Ευχαριστώ», τη μία φωναχτά μπαίνοντας στο ταξί. Θα καταντήσω σαν τους Δυτικοευρωπαίους που εντυπωσιάζονται δυσανάλογα (;) με τέτοιες μικρές (;) χειρονομίες. Μετά ο ταξιτζής με άφησε μες στη βροχή στην Καμάρα και όχι στο σπίτι και ισορροπήσαμε.
  • Το πρώτο αίσθημα κοιτώντας γύρω μου τη Ναβαρίνου ήταν ανακούφιση. Εδώ τουλάχιστον δεν αισθάνομαι ξένη. Πόνο ναι, αλλά με τρυφερότητα. Το να βρω το σπίτι ήταν μία πρόκληση. Διασχίζουμε τη Ροτόντα ή δεν τη διασχίζουμε; Αρμενοπούλου-είμαστε πιο πάνω εμείς. Στρίβω αριστερά ή δεξιά; Ποια είναι η οικοδομή; Για να ανεβαίναμε με τις σκάλες, το σπίτι θα είναι στον πρώτο όροφο. Ήταν στο δεύτερο.
  • Μπύρα με την Μ στο δωμάτιο του Γ. που μου θυμίζει πολλά σιγά-σιγά. Με εντυπωσιάζει που λείπει ο υπολογιστής. Η Μ. χρησιμοποιεί λέξεις που δε χρησιμοποιεί κανένας άλλος: κόχη, ο νους μου. Πέρσι τα πουλιά είχαν κάνει φωλιά στο μπαλκόνι. Στη γλάστρα του μπαλκονιού που βλέπει σε τοίχο έχει πια άνιθο και μαϊντανό. Κοιτάω το κρεβάτι και θυμάμαι πώς είναι να κοιμόμαστε εκεί, στα πάντα καθαρά σου σεντόνια, τριμμένα και τριζάτα, με την παλιά σου κουβέρτα, πώς ακουμπούσαν τα πόδια μου στα δικά σου φορώντας το φανελάκι σου. Είναι σαν να με ξαναβλέπω, είναι σαν να σε ξαναβλέπω. Όταν φεύγει η Μ., χαζεύω φωτογραφίες από τα άλμπουμ που έχει βάλει πια στη βιβλιοθήκη σου. Είσαι εσύ, με την κίτρινη μπλούζα σου και σορτς, με ένα υπογένειο (το είχες όταν σε γνώρισα;) σκαρφαλωμένος σε καρέκλα καφενείου για να επισκευάσεις κάτι, και μοιάζεις να κάνεις ζογκλερικά. Ακτινοβολών και χαρούμενος. Είσαι αυτός που ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Συμβαίνει αυτό που τα χρόνια μαζί σου δεν μ’αφήνουν να κάνω. Είναι σαν να σε ξαναβλέπω μπροστά μου, όπως ήσουν τότε. Πέφτω για ύπνο και κοιμάμαι, μετά από μέρες, εξαιρετικά.

Read Full Post »