Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘αναμνήσεις’

[κρεμμύδι]

Είμαι εγώ, στο σπίτι της γιαγιάς, το μεσημέρι πριν πάω στο φροντιστήριο. Μυρίζει κοτόσουπα αυγολέμονο  – ή μπιφτέκια. Η γιαγιά βλέπει το Ζάχο Δόγγανο στην τηλεόραση, και γελάει. Εγώ ξεφυλλίζω την εφημερίδα της (Ελεύθερος Τύπος με τα φύλλα πιασμένα με καρφίτσες) ή χαζεύω τις ανθολογίες της βιβλιοθήκης (τον Παπαδιαμάντη) ή διαβάζω το βιβλίο της για την ανθρώπινη υγεία (λευκά αιμοσφαίρια/ερυθρά αιμοσφαίρια, ο αυνανισμός προκαλεί τύφλωση). Με παίρνει ο ύπνος στο διπλό κρεβάτι, ώσπου να έρθει να με ξυπνήσει σε είκοσι λεπτά.

[this is hardcore]

Είμαι εγώ, στο δεύτερο Rockwave, στη Φρεαττύδα το ’98, με την ξαδέλφη μου, τον Π., τον αδελφό του και μια φίλη τους. Έχουμε δει τους Closer, τους Puressence, τους Sonic Youth, περιμένουμε να βγουν οι Pulp. Είμαστε στην τρίτη σειρά, μπροστά απ’τη σκαλωσιά. Πατάμε στην άμμο. «Αν γυρίσει τώρα ο Π.», σκέφτομαι, «θα τον φιλήσω. Τώρα, τώρα, αν γυρίσει, θα τον φιλήσω». Εγώ κάνω ασκήσεις θάρρους, αλλά ο Π. δε γυρίζει εκείνο το βράδυ. Ψευτομιλάμε και κοιτάμε κι οι δυο μας μαγεμένοι τον Jarvis Cocker να τραγουδάει και να σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά από πάνω μας.

[rivella]

Είμαι εγώ, καθισμένη με την Ε. και τη Μ. στο μπαλκόνι του κτιρίου Ε. Κολλάμε. Πίνουμε Rivella και τρώμε παγωτό. Η Μ. έχει βγάλει αυτά τα πέδιλα που έχει πάρει απ’ τη Μινόρκα και φοράει κάθε χρόνο κι ακουμπάει τις πατούσες της στο κάγκελο. Εγώ καταριέμαι την ώρα που φόρεσα τζιν κι αθλητικά. Συζητάμε για τη ζέστη. Ακούμε τα τραμ που περνούν από κάτω και λαχταράμε τη λίμνη, ενώ περιμένουμε να έρθει η ώρα για να ξαναμπούμε μέσα για μάθημα.

Read Full Post »

Galileo's pendulum 1

Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο. Μια ώρα με τον G. και τον Α., μια ώρα με τον Α. μόνον.

Ο Α. από τη Σουηδία, ο Ισπανός G. που βρίσκεται στο Τρέντο – κι εγώ, η Ελληνίδα που ζει στη Ζυρίχη, μιλούσαμε στο skype.

Πάνε πέντε χρόνια που έχω να δω τον G., κι όμως η φωνή του κι η προφορά του ακούγονταν σαν χθες. Το διδακτορικό του, η ειδικότητα της κοπέλας του Α., ο γάμος  της V., ο άνεργος Α., η συγκατοίκησή μου με τον Γ. Η πόλη που αφήσαμε-που ζούσαμε όλοι μαζί τότε.

Ο G. με έμαθε ποδήλατο. Και μιλούσαμε, ατελείωτα, γι’αυτήν την Αλμοδόβαρ ισπανική οικογένειά του, πηγαίναμε για ψώνια στην Ολλανδία, στέλναμε μηνύματα ο ένας στον άλλον. Κι ο Α., ο Α. είναι για μένα είναι σαν αυτές τις καρτ-ποστάλ φυσαρμόνικα. Τις κοιτάς, τις γυρίζεις, δείχνουν άλλα τοπία, ο καιρός περνάει. Κι όμως όλες τις εικόνες τις συνδέουν εγώ κι ο Α., να μιλάμε στην αιωνιότητα.

Αχ, φίλοι μου.

[προχτές στο μεσημεριανό συζητούσαμε αν νιώθουμε Ευρωπαίοι ή όχι – με αφορμή το δικό μου κακό, κι εν μέρει άδικο, σχόλιο ότι οι Ελβετοί αισθάνονται Ελβετοί και όχι Ευρωπαίοι. Αισθάνομαι Ευρωπαία; Ναι.]

Read Full Post »

Σκέφτεται να έρθει η C. το καλοκαίρι στην Ελλάδα, κι έτσι χάζευα έναν οδηγό. Πάντα ψάχνω τη Σαμοθράκη. Πρώτη φορά στα δεκαεφτά μου. Ήμασταν μισοξαπλωμένες με τη Δ. στο φέρυ μποτ, όταν η Α. και η Α. άρχισαν να φωνάζουν «δελφίνια! δελφίνια!» Πάρα πολλά δελφίνια. Ήταν Σεπτέμβρης και στα Θερμά πατούσαμε τα πορτοκαλιά φύλλα, στους Κήπους το απόγευμα ενώναμε στη θάλασσα τις πατούσες μας με τον Γ., ελέγχοντας -και καλά- το νούμερό μας.

Πριν τρία χρόνια, ξανά στη Σαμοθράκη όταν με είχε επισκεφτεί ο Α. Μείναμε στο δημοτικό κάμπινγκ στα Θερμά (το «ελεύθερο»), κάτω από τα δέντρα. Δίπλα μας ήταν μια οικογένεια με τη μικρή τους κόρη, έξω από τη σκηνή τους είχαν το φουσκωτό της ζώο, πάπια ήταν; Κάτι άλλο; Δε θυμάμαι. Στους Κήπους το μεσημέρι ξεκίνησα να διαβάζω το To the Lighthouse της Virginia Woolf και με πήρε ο ύπνος. Δεν το τελείωσα ποτέ. Όταν ξύπνησα, είχε συννεφιάσει. Η ταξιτζού που μας έφερε στο λιμάνι για να πάρουμε το δελφίνι της επιστροφής, μας είπε ότι είχε χιόνια μέχρι το Μάιο.

Θα ξανάρθω.

Samothraki Kipoi beach

Read Full Post »

Καθόμασταν (με την κασετίνα και την ταχυδρομική μας τσάντα) κατά εκατοντάδες στο αμφιθέατρο που έβλεπε στο πάρκινγκ μέχρι να νυχτώσει, κι ακούγαμε τους καθηγητές που μας τάιζαν ό,τι υπήρχε για να μάθουμε. Όσο περνούσε η ώρα, μας έπιανε ανυπομονησία. Μερικοί έφευγαν πριν την τελευταία ώρα. Μετά το τέλος φεύγαμε κι εμείς και πηγαίναμε για καφέ, δηλαδή για σοκολάτα. Μετά γυρίζαμε σπίτια μας. Τα σπίτια μας ήταν σχεδόν καθαρά, με έπιπλα απ’τα φοιτητικά και φωτογραφίες απ’ το λύκειο. Είχαν σχεδόν πάντα ένα καναπέ-κρεβάτι μπροστά στην τηλεόραση. Τα παράθυρα έβλεπαν κι αυτά σε δρόμο, δηλαδή σε πάρκινγκ. Μετά ακούγαμε μουσική, ή στέλναμε μηνύματα, ή βλέπαμε τηλεόραση, ή γράφαμε γράμματα (τα κορίτσια) στις φίλες μας που σπούδαζαν αλλού.

Τα πράματα που θα μας συνέβαιναν στο άμεσο μέλλον ήταν: σεξ, θα ερωτευόμασταν, θα γινόμασταν μηχανικοί. Δεν είχαμε ιδέα πώς.

Κι έτσι περιμέναμε. Εγώ άκουγα Air και Radiohead, έβαφα και ξέβαφα τα νύχια μου μ’ένα ιριδίζον σάπιο μήλο, εξέταζα από ποια γωνία τα πόδια μου φαίνονταν λεπτά και φανταζόμουν πως είχα μακριά μαλλιά.

Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι. Δεν είχαμε συζητήσει ποτέ γι’αυτό. Υποθέτω παρόμοια πράματα. Προς το παρόν περιμέναμε.

listening. [9/365]

[listening. [9/365], by eliza brianna n. on flickr -η μικρή είναι ταλαντούχα]

Read Full Post »

Zurich on a summer afternoon

Αυτή η χρονιά είναι από τις πιο σημαντικές στη ζωή μου – και σίγουρα η πιο γεμάτη. Αν είχα ταλέντο (ώστε το δικό μου να μην είναι πια μόνο δικό μου), κι αν δεν είχα και ντροπή (ώστε να μη φοβάμαι) θα μπορούσα να γράψω κάτι διαφορετικό, που δε θα ‘μοιαζε με απρόσιτη ανασκόπηση.

Είναι μια φωτογραφία που θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τη φετινή χρονιά. Στο κέντρο της φωτογραφίας, ξαπλωμένοι σε μια ταράτσα με λουλούδια, είμαστε εγώ κι ο Μ. Γελάμε, και κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου. Αυτό που δε φαίνεται είναι πως έχουμε βουρκώσει.
[«κι έτσι έχω αυτό το αίσθημα…»»κατάθλιψης.»»…ναι.»»χχχχ, γιατί δεν μας το είπες; γιατί δεν μου το είπες;»»γιατί δεν το’χα καταλάβει.»]

Δίπλα μου ένας γιαπωνέζος, ο οποίος απ’ό,τι δείχνουν τα πράματα, ήταν ερωτευμένος μαζί μου, με τραβάει φωτογραφία. Στο βάθος, ο P. μιλάει με τη M.

Ό,τι επακολούθησε κατατάσσει αυτό το βράδυ με ευκολία σ’ ένα από τα χειρότερα της ζωής μου. Κι όμως, αυτή τη φωτογραφία την αγαπώ πολύ. Γιατί η ταράτσα ήταν στον πέμπτο. Και το κομμάτι αυτό με τα λουλούδια, κάγκελα δεν είχε. Είναι αυτό το «γιατί δεν μου το είπες;» από τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη (που και πάλι είναι πολλοί για μια χρονιά, και για μια ζωή ίσως, το’χω πει πολλές φορές πως νιώθω πολύ τυχερή) όταν εγώ δεν καταλάβαινα πως θα μπρούσαμε να πέσουμε, κι είναι αυτό το χέρι που κρατούσα με τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη, που κρατούσαμε σ’όλη τη χρονιά, όταν τελικά πέσαμε. Όλοι μας.

Τώρα, λοιπόν, που είμαι στο γραφείο, απ’ όπου βλέπω τον απέναντι τοίχο που λέει «punk», συνειδητοποιώ πως κάθε μέρα σκέφτομαι, «Do you feel lucky, punk?», και η απάντηση είναι κάθε μέρα, χωρίς παραλλαγή, «Yes. Very.»

Ακούγεται ηλίθιο το «είμαι χαρούμενος που είμαι ζωντανός», αλλά πραγματικά, είμαι χαρούμενη που είμαι ζωντανή. Με κάθε έννοια. Κυρίως επειδή ξέρω πως κάποιοι πια δεν είναι.

Καλή επόμενη χρονιά. (λιγότερο γεμάτη θα προτιμούσα – φχαρστώ).

Υ.Γ. Εννοείται πως η φωτογραφία δεν μπαίνει εδώ. Η αποπάνω είναι από μία υπέροχη βόλτα μια μεγάλη μέρα, στην όμορφη και μυρωδάτη Ζυρίχη του Ιουλίου, ακούγοντας Boards of Canada.

Read Full Post »

«For a moment she rediscovered the purpose of her life. She was here on earth to grasp the meaning of its wild enchantment, and to call each thing by its right name.» «By its right name.»

Boris Pasternak, η φράση όπως εμφανίζεται στο φιλμ Into the Wild

Paradise. Little paradise. That was its name. Little paradise, hidden in space and time which (for all she knew) could have disappeared from the face of the earth just like that. Could have disappeared, taking her and him at the coffee shop, her on her bike, the little chinese restaurant around the corner, the staff at the knitwear store, the clarinet player, her and her friends alike – shoosh. Forever.

Two years later, she lay on the bed, eyes wide open, her heart pounding fast. «Please – please, let’s go now. Now?» And she showed him the streets, and the leaves, and the bars, and the bikes, and the friends, and the house, and the square. Here. Here. You see? Do you see? Yes, he saw. And she saw. She saw, a: A.’s back on the bike, riding away in the night, away forever, b: that noon at the dorm, people bathing in the sun, the warm summer sun, c: herself in the bus on one afternoon, all heavily made-up, visiting the class that (she thought) would change all her life. And it had. And it had – and she’d lost it. Now. Forever. Where were they? Lost. Dead. For this town, for this life, for this day? Dead. And she was sick. Old-style, stupid sick. With fever, and headache, and all. Fuck.

And guess what? Time has passed, and she’s here again. Not here -a stone’s throw from here. And she thinks, «and if the world should come to an end, if the town has come to an end, wouldn’t we have heard? Wouldn’t it be on the news? Yes, it would. So, it’s there. Little paradise’s still there.» Slowly and carefully (for those are sensitive memories, and a sensitive world), she lets it go. She can come whenever she likes.

And, low and behold, she does. And they walk in the buildings of physics, in the buildings of science, «Stahl ist Zukunft» – this she remembers from when she was there. What is future then? And they laugh. And they walk, in the woods, through the graves. «Wer dich gekannt hat, wird dich nie vergessen».

Everything by its right name. No paradise. A town. Let the sleeping dogs lie. Lie in peace. Amen, she would say, if she could. But she can’t.

Read Full Post »

Θυμάμαι τα πάντα απ’ αυτή την Κυριακή στο Neuchâtel. Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω μια από τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου;

[ναι, το ξέρω, το έχω παρακάνει με τη μουσική. το μυαλό μου είναι γεμάτο λέξεις, που θέλω να τις αδειάσω μονομιάς σ’ ένα άσπρο φόντο, κι όμως δεν έχω χρόνο. όμορφες λέξεις. και γι’ αυτό, μουσική.]

Read Full Post »

Older Posts »