Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘ανασκόπηση’

thank you 2006

Πίστεψέ με – ισχυρίζομαι ότι ήδη από σήμερα, από χτες το βράδυ, μυρίζει άνοιξη. Είναι θαμμένη κάτω απ’το χιόνι και το κρύο, που θα χειροτερέψει τους επόμενους μήνες – αλλά θα τη βρεις στον αέρα και δίπλα στο ποτάμι. Οι τρεις χειρότεροι μήνες του χρόνου έχουν τελειώσει, η μέρα με τη μέρα που μικραίνει έχει τελειώσει.

[όταν περπατάω δίπλα στο ποτάμι, κινείται ένα σύννεφο στ’αριστερά μου. έχει μέσα του φως και γρασίδι, παίζουμε φρίζμπι, μυρίζει η υγρασία, δειλά ώσπου να πέσει ο ήλιος, έχει καινούρια λευκά δέρματα, έχει αγόρια και κορίτσια, έχει μια έτοιμη υπόσχεση ευτυχίας.]

Πέρσι ήθελα μια χρονιά λιγότερο γεμάτη. Κι αυτό που ήθελα, το πήρα.

Ήταν ένας χρόνος με πάρα πολλά ταξίδια (Παρίσι, Ιαπωνία, Μόναχο, Ελλάδα, Λονδίνο, Καναδάς, Βουλγαρία), κι όμως πάρα πολλή εσωστρέφεια (σαράντα τέσσερα βιβλία, ελάχιστη μουσική, ελάχιστες ταινίες, πολλές φωτογραφίες που περιμένουν να ειδωθούν). Δεν ήταν κακή χρονιά, κάθε άλλο. Δεν είχα, όμως, στ’αλήθεια, τίποτε να πω και τίποτε ν’ακούσω. Χώνευα. Το συναισθηματικό αυτό hiatus νιώθω πως φτάνει, επιτέλους, στο τέλος του.

Φέτος, λοιπόν, θέλω να ξαναβγώ στον κόσμο.

[εντάξει, γράψτο επιτέλους αυτό το ποστ, γιατί δυσκολεύεσαι τόσο;]

Καλή χρονιά.

Advertisements

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »

Zurich on a summer afternoon

Αυτή η χρονιά είναι από τις πιο σημαντικές στη ζωή μου – και σίγουρα η πιο γεμάτη. Αν είχα ταλέντο (ώστε το δικό μου να μην είναι πια μόνο δικό μου), κι αν δεν είχα και ντροπή (ώστε να μη φοβάμαι) θα μπορούσα να γράψω κάτι διαφορετικό, που δε θα ‘μοιαζε με απρόσιτη ανασκόπηση.

Είναι μια φωτογραφία που θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τη φετινή χρονιά. Στο κέντρο της φωτογραφίας, ξαπλωμένοι σε μια ταράτσα με λουλούδια, είμαστε εγώ κι ο Μ. Γελάμε, και κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου. Αυτό που δε φαίνεται είναι πως έχουμε βουρκώσει.
[«κι έτσι έχω αυτό το αίσθημα…»»κατάθλιψης.»»…ναι.»»χχχχ, γιατί δεν μας το είπες; γιατί δεν μου το είπες;»»γιατί δεν το’χα καταλάβει.»]

Δίπλα μου ένας γιαπωνέζος, ο οποίος απ’ό,τι δείχνουν τα πράματα, ήταν ερωτευμένος μαζί μου, με τραβάει φωτογραφία. Στο βάθος, ο P. μιλάει με τη M.

Ό,τι επακολούθησε κατατάσσει αυτό το βράδυ με ευκολία σ’ ένα από τα χειρότερα της ζωής μου. Κι όμως, αυτή τη φωτογραφία την αγαπώ πολύ. Γιατί η ταράτσα ήταν στον πέμπτο. Και το κομμάτι αυτό με τα λουλούδια, κάγκελα δεν είχε. Είναι αυτό το «γιατί δεν μου το είπες;» από τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη (που και πάλι είναι πολλοί για μια χρονιά, και για μια ζωή ίσως, το’χω πει πολλές φορές πως νιώθω πολύ τυχερή) όταν εγώ δεν καταλάβαινα πως θα μπρούσαμε να πέσουμε, κι είναι αυτό το χέρι που κρατούσα με τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη, που κρατούσαμε σ’όλη τη χρονιά, όταν τελικά πέσαμε. Όλοι μας.

Τώρα, λοιπόν, που είμαι στο γραφείο, απ’ όπου βλέπω τον απέναντι τοίχο που λέει «punk», συνειδητοποιώ πως κάθε μέρα σκέφτομαι, «Do you feel lucky, punk?», και η απάντηση είναι κάθε μέρα, χωρίς παραλλαγή, «Yes. Very.»

Ακούγεται ηλίθιο το «είμαι χαρούμενος που είμαι ζωντανός», αλλά πραγματικά, είμαι χαρούμενη που είμαι ζωντανή. Με κάθε έννοια. Κυρίως επειδή ξέρω πως κάποιοι πια δεν είναι.

Καλή επόμενη χρονιά. (λιγότερο γεμάτη θα προτιμούσα – φχαρστώ).

Υ.Γ. Εννοείται πως η φωτογραφία δεν μπαίνει εδώ. Η αποπάνω είναι από μία υπέροχη βόλτα μια μεγάλη μέρα, στην όμορφη και μυρωδάτη Ζυρίχη του Ιουλίου, ακούγοντας Boards of Canada.

Read Full Post »

cherry blossom sky

[Cherry Blossom Sky by lejson on flickr]

Jeff Buckley – Hallelujah
Bang Gang – Stop (in the name of love)
Hot Chip – Ready for the floor
Portishead – Small
Portishead – Wandering Star
Kings of Convenience – I don’t know what I can save you from
Kings of Convenience – Toxic Girl
Feist – I feel it all
Ghostland Observatory – robotique majestique
Eddie Vedder – Long Nights
M83 – Kim and Jessie
Belle and Sebastian – The Chalet Lines
Arcade Fire – The Crown of Love
Arcade Fire – No cars go
Cocteau Twins – Pearly Dewdrops drops
Boards of Canada – Trapped
Depeche Mode – Little 15
Depeche Mode – Judas
Broken Social Scene – Anthems for a Seventeen Year Old Girl
Hooverphonic – Dictionary
Death Cab for Cutie – Passenger Seat
Death Cab for Cutie – Transatlanticism
This Will Destroy You – Threads
This Will Destroy You – Quiet
Arvo Part – Für Alina
Jeff Buckley and Elizabeth Fraser – All Flowers in Time
PJ Harvey – Grow Grow Grow
Yann Tiersen and Elizabeth Fraser – Mary
New Order – True Faith
Sufjan Stevens – The Predatory Wasp of the Pallisades Is Out To Get Us!
Mecano – Aire
Leonard Cohen – The Famous Blue Raincoat
Portishead – Hunter
Bjork – Hyperballad
Get Well Soon – If This Hat Is Missing I Have Gone Hunting
Camera Obscura – Country Mile
Cat Power – Ice Water
Feist – Tout doucement
This Mortal Coil – Holocaust
The Twilight Singers – Black is the Color of My True Love’s Hair
Nine Inch Nails – Mr. Self Destruct
Andrew Bird – Weather Systems

Read Full Post »

Κι όλες οι νότες, τα προφίλ, η library και τα timestamps και id3 tags κι οι ημερομηνίες κι οι φωτογραφίες και τα exif data και τα gps data και τα κύτταρα απ’ το δέρμα σου που έχεις αφήσει σε καρέκλες και παγκάκια και τα χορταράκια που έχεις τσαλαπατήσει ένα βράδυ σε μια ταράτσα και οι ράγες απ’ το τραμ που σ’έφερε στο σπίτι και τα λινκ που έστειλες στον εαυτό σου και τα ποστ που έγραψες και τα σπίτια απ’όπου έφυγες εσύ κι όλοι όσοι γνωρίζεις – θα σου επιτρέψουν να ανακατασκευάσεις τη ζωή σου σε μεγαλύτερη κλίμακα; A bird’s-eye-view of you?

Natural Anthem

Read Full Post »

Θυμάμαι τα πάντα απ’ αυτή την Κυριακή στο Neuchâtel. Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω μια από τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου;

[ναι, το ξέρω, το έχω παρακάνει με τη μουσική. το μυαλό μου είναι γεμάτο λέξεις, που θέλω να τις αδειάσω μονομιάς σ’ ένα άσπρο φόντο, κι όμως δεν έχω χρόνο. όμορφες λέξεις. και γι’ αυτό, μουσική.]

Read Full Post »

Στ’ αεροπλάνο σκεφτόμουν, επεξεργαζόμουν και δοκίμαζα μία-μία τις αναμνήσεις από τις διακοπές πριν τις βάλω στα κουτάκια τους, έκανα κρίσεις, συνδυασμούς κι έβγαζα συμπεράσματα, προσωρινά και μόνιμα, έφτιαχνα τους φακέλους incoming, outcoming, ετοιμαζόμουνα για την προσγείωση. Αυτή η διαδικασία είναι που με κάνει να ‘χω καλή μνήμη, κι όμως τελικά μένουν μόνο οι μία-μία οι αναμνήσεις χωρίς τα metadata. Τι σκέφτομαι; Σκέφτομαι τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, φοβάμαι. Πάντοτε. I hope I´m keeping some kind of record.

Ε, να, τα greatest hits 2008.

Όσο αδύνατο είναι να τρώω φυσιολογικά και να μην αφήνω τη γυμναστική μια βδομάδα πριν τις διακοπές άλλο τόσο είναι να κάνω το ίδιο τις τελευταίες τρεις μέρες των διακοπών. Τουλάχιστον γυρνάω μαυρισμένη.

Επίσης, η μέρα που θα ετοιμάσω βαλίτσα και θα φορέσω περισσότερα από τα μισά ρούχα ή κάτι άλλο εκτός από σαγονάρες δεν έχει έρθει ακόμα.

Μέσα στην πρώτη βδομάδα έρχεται πάντα η συννεφιασμένη μέρα που κάνει το μαυρισμένο δέρμα μου να λάμπει τρυφερά, και να με κάνει να σκέφτομαι το φθινόπωρο με αισιοδοξία.

Δε χρειάζεται να πληρώνεις για σάουνα, μπορείς να κάνεις σεξ μες στη σκηνή το μεσημέρι.

Μιλάω πια τόσα αγγλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας που πολλά πράγματα μού είναι αδύνατον να σκεφτώ στα ελληνικά.

Οι γονείς μου και οι παιδικοί μου φίλοι είναι σε μια πόλη που μόνο ως παιδί θυμάμαι – λίγο. Κι από κει που σπούδασα έχουνε φύγει σχεδόν όλοι. Είναι σαν ένα σκοινί που ξεκινάει από κάπου, ένα κομμάτι λείπει, και δεν μπορώ να πιάσω κανένα απ’ τα δύο. Το ένα είναι μακριά και τ’ άλλο δεν κρατιέται από πουθενά. Όσο περνάν τα χρόνια είναι ένα συγκεκριμένο μέρος στο νησί που θέλω να δω. Πάω κάθε μέρα εκεί και κάθομαι στην ίδια θέση. Επισκέπτομαι το δέντρο μου. Και καμιά φορά κατεβαίνω κάτω, κάνω μπάνιο στη διάφανη θάλασσα, παίζω με τα ζεστά στρογγυλά βότσαλα και μ’ αγκαλιάζουν. Η σκέψη του πόσα χρόνια πέρασαν για να πάρουν αυτό το σχήμα με ηρεμεί όσο τίποτ’ άλλο. Καμιά φορά θυμάμαι τις άλλες φορές που περπάτησα εκεί, φωτογραφίες, περιπάτους με τους γονείς μου, μπάνιο με τις φίλες μου. Για μια φορά όλοι μαζί. Φέτος εντόπισα τη μυρωδιά που τόσο με τράβηξε με το που έφτασα, στο μπράτσο μου. Και κατάλαβα πως είναι τα πεύκα. Ό,τι πιο κοντά έχω σε ρίζες είναι ένα πολύ μικρό μέρος. Ένα μέρος που διάλεξα και με διάλεξε.

Εμείς εδώ οι young and lovely δεν έχουμε γεννηθεί, έχουμε φυτρώσει. Δεν έχω επαφή με κανέναν άνθρωπο που δεν ανήκει στην ηλικιακή γκάμα 22-27. Με τον καιρό το παρελθόν και η καταγωγή και η οικογένεια παίζουν ολοένα και μικρότερο ρόλο στη σχέση μας. Οι φίλοι γίνονται η οικογένειά μου. Επιλεκτικές συγγένειες το λένε, δεν είναι βέβαια κι ακριβώς έτσι – δεν επιλέγεις ποιοι άνθρωποι σου κινούν το ενδιαφέρον και ποιους τυχαίνει να γνωρίσεις και με ποιους το φέρνουν έτσι οι συνθήκες να κάνεις παρέα. Αλλά έτσι κι αλλιώς μπορεί μερικές φορές να παραδίνεται σημασία στην επιλογή. Στην Ελλάδα είδα τους γονείς μου, και τους άκουσα (μακάρι να προλάβαινα να τους ακούσω κι άλλο), κι άκουσα και για τους γνωστούς τους και τους φίλους τους και τα παιδιά τους κι όλα αυτά, και ξαφνικά τα πράγματα αποκτούν τις σωστές διαστάσεις. Υπάρχει πριν, υπάρχει μετά. Πολύ κι από τα δύο (ελπίζω). Συχνά φοβάμαι, φοβάμαι πολύ, για το πώς θα ‘ναι να μεγαλώσω. Πώς μένουν οι άνθρωποι σ’ ένα μέρος; Με ποιους μένουν απ’ όλους τους ανθρώπους που είναι κοντά, που ήταν κοντά κι αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν και τώρα έχουν χαθεί; Πώς κάνουν παιδιά; Έχω γίνει σαν το γάτο μου, που επειδή δεν είχε δει ζευγαρώματα πριν τον πάρουμε στο σπίτι, δεν ήξερε πώς γίνεται η δουλειά. Κι έτσι ήταν τόσο ωραίο, πέρα και πάνω από κάθε διακοπές, να βλέπω ότι, ναι, γίνεται. Κι είναι χαρούμενοι. Κανείς δεν ξέρει. Θα δείξει.

Στη Σύρο ένα πρωί καθόταν ο μικρός με τη γιαγιά του και τις φίλες της στα σκαλοπάτια. Μου μίλησε, ρώτησε πώς με λένε, «θα ‘ρθει η Μαρία», μου είπε, η γιαγιά του μού μίλησε αμέσως με το αγχωμένο βλέμμα που ξέρω πολύ καλά, μην και μ’ ενοχλεί, «μια φίλη του είναι», μου είπε απολογητικά, «ξέρω, ξέρω», της είπα, πώς σε λένε; πώς σε λένε; θα ξανάρθω, καλή σου μέρα. «χχχχ μου, μωρό μου, κοπέλα μου», φώναζε ενθουσιασμένος αφού έφυγα, γελάσαμε κι εμείς, στο γυρισμό και κάθε φορά που μ’ έβλεπε η γιαγιά με χαιρετούσε, καλημέρα χχχχ, καλησπέρα χχχχ. Όταν η αδελφή μου έκανε ακόμη κρίσεις όταν γυρνούσαμε από το νησί, μ’ έπιανε λύσσα στο καράβι με τις χοντρές τις κότες με τα βαμμένα μαλλιά που την κοιτούσανε και ψου ψου ψου και ψου ψου ψου, και φανταζόμουνα να σηκώνομαι και να τους φωνάζω «τι βλέπετε; θέατρο;» και να τις βάλω στη θέση τους, με την αλαζονεία βέβαια και της διαφοράς εμφάνισης ανάμεσά μας, την οποία έβλεπα ότι έβλεπαν κι αυτές. Είναι τρομερό πώς τόση πίεση μπορεί να σε κάνει να νιώσεις μίσος. Χειροπιαστό μίσος. Δεν το ‘κανα. Κι ήθελα μια φορά να ‘ρθει ένας άγνωστος άνθρωπος και να της μιλήσει καλά, να της γελάσει. Εκείνα τα χρόνια δεν είχε έρθει, ύστερα ήρθαν αρκετοί – κι άγνωστοι και φίλοι. Κι ήταν πάντοτε αλάνθαστο κριτήριο η αδελφή μου. Να που τελικά γίνεσαι εσύ ένας τέτοιος άνθρωπος μετά από χρόνια. Που θα μιλήσει καλά και θα γελάσει. Είναι τόσο εύκολο να φτιάξεις τη μέρα κάποιου που δυσκολεύεται. Απλά να του μιλήσεις καλά και να γελάσεις.

Ε, ναι λοιπόν. Δεν είμαι γάτα κατά βάθος. Είμαι σκύλος.

Δεν είναι μόνο η ηλικία και οι σκέψεις κι οι εμπειρίες που με κάνουν ώριμη και ισορροπημένη. Είναι κι  οι συνθήκες. Όλα τα γύρω πράγματα που με κρατάνε στο προστατευτικό τους δίχτυ να μην πέσω. Εσύ (εσύ…). Ένας άνθρωπος που με ξέρει, μ΄αγαπάει, ξέρει να κρατάει και ν’ αφήνει. Οι φίλοι μου. Ισορροπημένοι και χαρούμενοι, μπερδεμένοι και καταθλιπτικοί. Ήρεμοι και ταραγμένοι. Αυτό που μ’ αρέσει να βλέπω, γιατί δεν είμαι, κι αυτό που κατά βάθος είμαι. Η δουλειά μου. Ο προγραμματισμός. Τα λέιζερ. Η μη αναγκαιότητα να μιλάω. Η σταθερότητα. Είναι εκεί. Είναι εκεί, προσπαθείς, και προχωράει. Η μουσική []. Ο ιδρώτας. Τα δέκα εκατοστά απ’ το σπαγγάτο. Το σώμα μου βαθιά στο πάτωμα. Και σ’ άλλες συνθήκες θα ‘μουνα άλλη.

Αυτό που κατά βάθος είμαι – είναι ακόμα εκεί. Και ναι, ακόμα φοβάμαι πολύ και πονάω πολύ και θυμώνω πολύ και φοβάμαι πολύ και πονάω πολύ. Κι αυτό που με τρομάζει είναι που τ’ αναγνωρίζω αυτά τα συναισθήματα από εκεί που είναι θαμμένα, και τότε μοιάζει σαν να μην έφυγαν ποτέ. Δε θα παριστάνω ότι αυτό δε συμβαίνει. Δεν ξέρω άμα θα ζω ευκολότερα έτσι. Αλλά δε θα πέφτω από τόσο ψηλά, όταν πέφτω. Ή να ξέρω πού να πρωτοψάξω για αίμα. Μπορεί να το βλέπω λάθος, γιατί είπαμε ξεχνάω  σκέψεις και διαδικασίες. Όμως φαίνεται πως μ’ απασχολεί πολύ, γιατί τελικά εδώ και μήνες σκέφτομαι κάτι σαν, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα και περιόδους που ήθελα ή έπρεπε να ‘μαι πολύ δυνατή κι άλλα που ήμουν πολύ ευάλωτη στη σειρά, κάπως επέρχεται μια ισορροπία. Ίσως. Έτσι μοιάζει. Κι έτσι, να. Ορίστε. Δεν είμαι πολύ δυνατή. Ούτε πολύ ισορροπημένη. Ενίοτε λίγο τρομακτική. (Και εδώ δε θα κολλήσω το «όπως όλοι»).

Ακόμη κι αν έχω κόψει το τσιγάρο, δεν μπορώ να μην καπνίζω στην Ελλάδα. Εδώ θα λήξει – και πάλι. Ελάχιστα τσιγάρα έχω ευχαριστηθεί ολόκληρα όμως όσο αυτό στην Τήνο. Εισπνοή, εκπνοή από τη μύτη. Ησυχία. Αέρας.

Θυμάμαι τραγούδια με απίστευτες λεπτομέρειες, τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική.

Πρέπει να πάρω μια μικρή φωτογραφική μηχανή. Η μεγάλη δεν κουβαλιέται ποτέ, και φωτογραφίες από φέτος δεν έχω. Φωτογραφίες από τις διακοπές μας δεν έχουμε, τα τελευταία τρία χρόνια. Θα θυμάμαι όμως τα τροχόσπιτα στην παραλία στις εννιά το βράδυ.

κλάματα. τα τροχόσπιτα στην παραλία. κατούρημα το χάραμα στην ησυχία. depeche mode στην παραλία. ζεστός ήλιος. ένα τρομακτικό ροχαλητό στην τήνο. πρωινός ύπνος στη μύκονο (η επιτομή του young and lovely). η ριγέ μου μπλούζα. ο σ.κ. με την μπλούζα joy division και το πιο γλυκό χαμόγελο. το βιβλίο μου στο πλοίο της επιστροφής. μια αίσθηση αίματος στο στόμα από την πτώση. θάλασσα. και ξανά, και ξανά, και ξανά θάλασσα. ένα βότσαλο σα σκαθάρι. βότσαλα με φλέβες. hunter. το δέντρο μου. οι τρεις φίλοι που μου ζήτησαν να τους πάρω φωτογραφία εκεί. η μυρωδιά του πεύκου στο μπράτσο μου. «ελληνίδα είσαι, ή απλά μιλάς ελληνικά;» το σπούτνικ αγαπημένη δεν είναι καλό βιβλίο, αλλά δεν μπορώ να το κρίνω αντικειμενικά μια και τόσα απ’ αυτά που έγραφε ήταν αυτά που σκεφτόμουν (δεν είναι ταύτιση με τους ήρωες και όχι, όχι η απίστευτη ατάκα για τα χριστούγεννα και τις διακοπές σε πακέτο). φάβα. φρέσκα μύδια. starlight. «στην ελλάδα πάντα ροκ σταρ σας κόβουν τα εισιτήρια του λεωφορείου;» «τι θυμάστε;» «τις μυρωδιές.»»αχ, ναι, βρε παιδιά!» «δεν ξέρω πού είναι το σπίτι μου.»»χχ, μην παραλογίζεσαι. στη ζυρίχη είναι το σπίτι σου.» Pearly Dewdrops΄drops. Είμαι χαρούμενη. «χχχχ μου, μωρό μου, κοπέλα μου!» «ναι, το συζητάς; αφού σου έλειψε η κάπαρη και οι αγκινάρες, θα πάμε αύριο πρωί-πρωί να πάρουμε να πάρεις μαζί σου!» ο μπαμπάς μου ευτυχισμένος. γέλια με τη δ. μια συζήτηση μέχρι τις 5. οι λιωμένες σαγιονάρες h&m στα σκουπίδια την τελευταία μέρα του καλοκαιριού. το σώμα μου στο νερό σα lomo φωτογραφία. πάρα πολλά χιλιόμετρα – με κάθε μεταφορικό μέσο. πολύ λίγος ύπνος. ο χρόνος δε μου ‘φτασε.

Read Full Post »

Older Posts »