Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘βιβλία’

[σκόρπιες σημειώσεις]

Διαβάζω τον Υπνοβάτη της Καραπάνου, ήταν σπουδαία συγγραφέας, ανακαλύψαμε τη Λένα Πλάτωνος πρόσφατα, η Μαργαρίτα Καραπάνου κι η Λένα Πλάτωνος έχουνε γίνει στο μυαλό μου ένα.

Να μαζεύω τα βιβλία στην Αθήνα και να θυμάμαι τόσο λίγα απ’αυτά, τόσες λέξεις χαμένες.

Είδαμε ξανά το Μίλα Της, για πρώτη φορά το Volver, τις Ραγισμένες Αγκαλιές. Είναι μεγάλος σκηνοθέτης ο Αλμοδόβαρ, για πρώτη φορά πρόσεξα τα πεντακάθαρα πλάνα του, τις γραμμές στα δύο τρίτα, τα έντονα χρώματα, το τίποτε-περιττό. Ίσως παραμένουν στη θέση των αγαπημένων μου ταινιών του η Καυτή Σάρκα (θέλω να υποφέρεις όπως υπέφερα εγώ) και το Μίλα Της, όμως οι Ραγισμένες Αγκαλιές μου άρεσαν πάρα πολύ. ‘Ηταν η πρώτη φορά που είδα σε ταινία του τη βία σε βάρος των αγαπημένων γυναικών του, τότε που συμβαίνει, πριν ξεπλυθεί με το χιούμορ. Σκέφτομαι πώς και στις τρεις αυτές ταινίες εμφανίζονται με τη σειρά ο χορός, το τραγούδι, το σινεμά, σαν σύμβολα της ιστορίας και των ηρώων. Και ταυτόχρονα πόσο ειρωνικό είναι στις Ραγισμένες Αγκαλιές που για πρώτη φορά βλέπουμε την «σωστή» ταινία του, για την οποία τόσον καιρό ξέραμε τα γυρίσματα και την τραγική ιστορία του σκηνοθέτη και της πρωταγωνίστριάς του. Και στο τέλος της τραγικής αυτής τελευταίας του ταινίας, βλέπουμε μια ανέμελη Έλενα πάνω στις πατερίτσες της, τις ίδιες μέρες που υπέφερε. Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι ο Αλμοδόβαρ έκανε κάποτε ταινίες παρόμοιες με το «Κορίτσια και Βαλίτσες», και ότι η (υπέροχη) Κρουθ είπε σε συνέντευξή της που διάβασα χθες ότι γι’αυτήν έχει σημασία η περίοδος που προετοιμάζει το ρόλο – και τα γυρίσματα.

Read Full Post »

Τον τελευταίο καιρό μου είναι αδύνατον να στρέψω το βλέμμα μου προς τα έξω. Το πιο βαρετό δεν είναι η δουλειά, είναι οι ίντριγκες της δουλειάς, το unlimited self-importance. Βαριέμαι αφόρητα. Σήμερα σκεφτόμουν τον Ώστιν Πάουερς να φωνάζει, «Oh, behave!»»

[παρένθεση: καλή μου(sic), αυτή η λέμον πάι δεν τρώγεται. Έχεις ξεχάσει και να μαγειρεύεις.]

Στο μεταξύ: πηγαίνοντας σε μία ομιλία σήμερα το μεσημέρι, είδα ξαφνικά αυτό το φάσμα των ανθρώπων που είναι εκτός της «παραγωγικής διαδικασίας», και που δεν βλέπω πια ποτέ – στο δικό μας κάμπους στα όρη τα κακόμοιρα τα παιδάκια είναι μαντρωμένα ανάμεσα σε αμφιθέατρα, λέσχες και καφετέριες. Είναι μια υπέροχη μέρα, το τραμ είναι γεμάτο ηλικιωμένους και φοιτητές, κοπελίτσες που έχουν σκεφτεί τι ρούχο να βάλουνε, έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους, έχουνε βαφτεί. Το τραμ έχει άδειες θέσεις. Πολλές άδειες θέσεις.

Στο γυρισμό βλέπω ένα τύπο που περιμένει μοναδικός αυτός στο πλυντήριο να στεγνώσουν τα ρούχα του. Αυτή την ευτυχία, του να κάθεσαι βαριεστημένος και να παρατηρείς τα ρούχα να πέφτουν στο στεγνωτήριο, να μυρίζεις τσιγάρο (έχοντάς το συνδυάσει για το πρωινό σου με πορτοκαλάδα – ο μόνος ίσως συνδυασμός που κάνει τη γεύση και του ενός και του άλλου χειρότερη), να έχεις μιά-μι-ση ώρα ώσπου να πας σε κάποιο μάθημα και να περνάς σίγουρα τα επόμενα τρία σου λεπτά παρατηρώντας τη σκόνη να πέφτει στον ήλιο, ενώ είσαι αόρατος, και δεν το ξέρεις, από τα στίφη της πλειοψηφίας, χωμένης στο γραφείο της – αυτή την ευτυχία τη θέλω τώρα και μου λείπει.

Στο μεταξύ: ανοίγω το Παλιά, πολύ παλιά του Μάρκαρη. Το οποίο κουβαλάω απλά μέσα στην τσάντα μου για το βράδυ, το’χω ήδη διαβάσει, έλα όμως που ο Μεγάλος Ύπνος τετέλεσται μέσα στο γεμάτο πρωινό λεωφορείο του πρωινού – το ξαναπιάνω (αυτή τη στιγμή, μετά από τρία ακόμη μισάωρα ταξίδια μέσα στην πόλη, το έχω τελειώσει). Είναι όταν ο Χαρίτος παρατηρεί ότι οι υπόλοιποι εκδρομείς του οργανωμένου πακέτου στην Κωνσαντινούπολη φορτώνουν το πιάτο τους στο πρωινό «την πυραμίδα του Χέοπα» (σελίδα 40), που μου είναι απόλυτα σαφές τι μου λείπει από τη γλώσσα μου: οι εικόνες. σκάει μύτη/απλώνονται κάτι ταβέρνες/τα μούτρα της/κουλούρι που το ανοίγαμε στη μέση και βάζαμε μέσα ένα τσιγαρόχαρτο κασέρι ή κεφαλοτύρι. Και ούτω καθ’εξής. Μου λείπουν: οι εικόνες και η ειρωνία.

Σκηνή ανθολογίας: Κεφάλαιο 16, ο Χαρίτος πηγαίνει στο γηροκομείο για πληροφορίες.

Κάθομαι σε ένα σαλονάκι, ουδέτερο και απρόσωπο. Απέναντι κάθονται δυο γεροντάκια, που είναι ντυμένα σα δίδυμα ή σαν τρόφιμοι ορφανοτροφείου παλαιού τύπου: ίδιο πουκάμισο, άσπρο με μπλε ρίγες, ίδιο πανταλόνι, ανοιχτό γκρι με τιράντες, ίδιο χρώμα παντόφλες. Διαφέρουν μόνο τα πρόσωπά τους. Ο κυρ Χαράλαμπος, κατά κόσμον Χαράλαμπος Σεφερτζίδης, έχει χάσει όλα τα δόντια του, αλλά έχει ένα ύφος σα να απαλλάχτηκε.

(ο σπαρταριστός διάλογος -ή μάλλον οι παράλληλοι μονόλογοι- ξεκινά στην επόμενη παράγραφο και συνεχίζεται για εξίμισι ακόμη σελίδες.)

Το ίδιο βράδυ, στη συζήτηση-παρουσίαση του βιβλίου του, μαθαίνω από μία παρευρισκόμενη (μα τι λέξεις σήμερα!) ότι υπάρχει ελληνική βιβλιοθήκη. Επίσης, το βιβλίο βρίσκεται μπροστά μου με αφιέρωση. Veni, vidi, vici. :)

We shall overcome.

Read Full Post »

Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας «για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα».

Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.

Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν «επιφανειακή» – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, «με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.»  Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.

Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.

Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.

Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.

Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι «αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο». Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.

Συστήνεται.

Read Full Post »

Βιβλία κατά της φθινοπωρινής μελαγχολίας:

  • Eric Kandel, In Search of Memory. Η αυτοβιογραφία του Εβραίου…χμ…νευροεπιστήμονα(;) νομπελίστα (Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας 2000) που εργάζεται στη μνήμη. Είδα μία ομιλία του Κandel πριν λίγο καιρό. Ο ογδοντάχρονος (αν δεν το έλεγε δε θα το πίστευα) Νεοϋορκέζος Εβραίος επιστήμονας με το παπιγιόν και τις τιράντες μου έκανε μεγάλη εντύπωση με τη ζωντάνια, το χιούμορ του, τις γνώσεις του στη μουσική και την ολοφάνερη αγάπη στην-παρούσα-γυναίκα του. Τους φαντάζομαι σ’ένα σαλόνι-γραφείο γεμάτο βιβλία. Άκουσα καλά λόγια για το βιβλίο, το θέμα, δε χρειάζεται να το πω, με κατατρέχει, ανυπομονώ.
  • Haruki Murakami, Dance Dance Dance. Είχα πει ότι δε θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι, αλλά λίγο που ήταν στο βιβλιοπωλείο δίπλα στη Munro που τη λατρεύω αλλά δεν μπορώ ν’αντιμετωπίσω τώρα, λίγο που ήθελα κάτι φυσιολογικό, ελαφρύ, γρήγορο, σουρεαλιστικό, συγκινητικό; Η επιλογή ήταν μπροστά μου.
  • Barack Obama, The Audacity of Hope. Άργησα, αλλά I need to know.
  • Nick Hornby, How to Be Good. Συγγραφέας και τίτλος προδιαθέτουν για χαρά.

Πριν μία εβδομάδα έφυγε ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η πρώτη, και μια απ’τις καλύτερες, φίλες μου εδώ. Γεννημένη εδώ από Ισπανούς γονείς, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να πάει για διδακτορικό στην Ισπανία.

Χτες το μεσημέρι έφυγε ένας φίλος που γνωρίσαμε πρόσφατα. Το υπέρτατο geek εξωτερικά, ένας πολύ έξυπνος, ταλαντούχος και ευαίσθητος άνθρωπος. Αφού τον έλιωσαν στο εργαστήριο που δούλευε, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Σύντομα θα πάει στρατό.

Συνεχίζεις όμως. Alors.

[δεν έχω καμία όρεξη και καμία έμπνευση να γράφω. είναι εμφανές νομίζω. γιατί; δεν ξέρω. υποψιάζομαι όμως.]

Read Full Post »

Landscape 1

It was the best of times, it was the worst of times, it ws the age of wisdom, it was the age of foolishness, it was the epoch of belief, it was the epoch of incredulity, it was the season of Light, it was the season of Darkness, it was the spring of hope, it was the winter of despair, we had everything before us, we had nothing before us, we were all going directly to Heaven, we were all going the other way – in short, the period was so far like th present period, that some of its noisiest authorities insisted on its being received, for good or for evil, in the superlative degree of comparison only.

Charles Dickens, a Tale of Two Cities

[η φωτογραφία είναι άσχετη (;) με το περιεχόμενο, όμως είναι η νέα αγαπημένη μου φωτογραφία]

Read Full Post »

In dreams begin responsibility – η φράση του Yeats που διαβάζει ο νεαρός Kafka  στο Kafka on the Shore του Μουρακάμι αποτελεί το λάιτ μοτίφ του βιβλίου.  Τα όνειρα του Κάφκα, στα οποία συμμετέχουν με ή χωρίς τη θέλησή τους οι άλλοι χαρακτήρες του βιβλίου, αλλά κι ο βαθύς ύπνος δίχως όνειρα του δεύτερου βασικού χαρακτήρα του βιβλίου, του ηλικιωμένου Νακάτα, έχουν βέβαια σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, μαζί με τις άλλες γνωστές εικόνες του συγγραφέα – τις γάτες, τους στρατιώτες, τα ταξίδια στο χώρο και το χρόνο, τα πηγάδια.

Στο οπισθόφυλλο κάθε βιβλίου του Μουρακάμι συναντά κανείς τις λέξεις σουρεαλισμός, μαγεία, παράξενο, εξωπραγματικό. Πράγματι, τα περίεργα συμβάντα έχουν τη θέση τους σε πολλά βιβλία του: από την περιγραφή του βιβλίου:

Cats converse with people; fish tumble from the sky; a forest harbours soldiers apparently un-aged since WWII. There is a savage killing, but the identity of both victim and killer is a riddle.

Κι όμως – η δεύτερη ιδέα που διατρέχει το βιβλίο είναι η μεταφορά. Ο βιβλιοθηκάριος Οσίμα διδάσκει τον Κάφκα για τη μεταφορά στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, την προβολή του σκοταδιού της ψυχής στο σκοτάδι του κόσμου κι αντιστρόφως, την αμφίδρομη σχέση των λαβυρίνθων με τα ανθρώπινα έντερα. Η επανάληψη αυτών των διαλόγων ολοένα και περισσότερο μου μοιάζει με οδηγό του συγγραφέα στο κείμενό του. Οι ήρωες που φεύγουν, φεύγουν από τον εαυτό τους – η Κουμίκο στο Κουρδιστό Πουλί, η Μίου και η Σουμίρε στο Σπούτνικ αγαπημένη, η Ναόκο στο Νορβηγικό Δάσος, η κυρία Σαέκι κι ο ίδιος ο Κάφκα στο Kafka on the Shore. Οι ήρωες που κατεβαίνουν στα πηγάδια και στα εγκαταλελειμμένα σπιτάκια στο βαθύ δάσος, κατεβαίνουν στον εαυτό τους. Το παιχνίδι της μεταφοράς και του συμβολισμού είναι εκεί ακόμη και στις πιο απλές ιστορίες του συγγραφέα, το Νορβηγικό Δάσος και το Σπούτνικ Αγαπημένη.

Και τελικά, νομίζω ότι η ιστορία που αφηγείται σε όλα του τα βιβλία ο Μουρακάμι, είναι αυτή: μία νεαρή γυναίκα ζει το σκληρό θάνατο του ανθρώπου που αγαπούσε περισσότερο. Επιφανειακά, συνεχίζει να ζει – για πάντοτε όμως σπασμένη. Ένα κομμάτι του εαυτού της, στην κανονική ζωή νεκρό, ζει ως φάντασμα σ’ένα άχρονο παρελθόν. Αυτόν τον ακρωτηριασμένο, νεκροζώντανο άνθρωπο, η ψυχή του οποίου ζει πια μόνο εκεί κι όχι ανάμεσά μας, αγαπά πάντα ο ήρωας του βιβλίου, αυτόν προσπαθεί να βρει και να τραβήξει έξω, παρασυρόμενος έτσι κι αυτός στη χιονοστιβάδα του θανάτου και των φαντασμάτων. Τι θα συμβεί; Ο αναγνώστης μαθαίνει, και δεν μαθαίνει. Το μόνο που του ζητά η καταδικασμένη αγαπημένη είναι να μην την ξεχάσει. Αυτό κάνει λοιπόν κι ο αφηγητής – διηγείται την ιστορία του, για να μην την ξεχάσει. Κατά μία έννοια, έχει ξεφύγει – η αφήγησή του όμως ποτέ δεν ερμηνεύει από την απόσταση που επιτρέπει ο χρόνος, ή, όπως σημείωσα διαβάζοντας το Νορβηγικό Δάσος, «από τη στιγμή που βουτάς στο παρελθόν, ζεις εκεί».

Μία άκρως ρομαντική ιστορία, βέβαια, και νομίζω κλασική. Η μαεστρία του συγγραφέα είναι ότι δεν κατρακυλάει στο συναισθηματισμό – οι μεταφορές και τα σύμβολά του είναι εικόνες που μιλούν στον αναγνώστη πολύ περισσότερο από (πολύ δύσκολες, φαντάζομαι) λεπτομερείς περιγραφές συναισθημάτων. Τελικά κατορθώνει το πολύ δύσκολο – ο αναγνώστης νιώθει αγάπη για τους ήρωες του βιβλίου του.

Λοιπόν, το Kafka on the Shore ξεκινά πολύ ωραία. Ο απλός λόγος του Μουρακάμι είναι πιο γοητευτικός από ποτέ, όταν μιλά ο δεπεντάχρονος Κάφκα, ο περίεργος Νακάτα, οι γάτες. Τα στοιχεία της υπόθεσης αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, και ναι, είναι ένας Μουρακάμι με δράση! Οι πορείες των δύο ηρώων συγκλίνουν αρκετά αργά στο βιβλίο, κι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να απολαύσει μυστήριο, ενίοτε χιούμορ,  και ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες. Εντούτοις, από κάποιο σημείο και μετά μαντεύεις εύκολα τι θα γίνει. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου κατ’εμέ είναι όμως η σύνδεσή του με την αρχαία τραγωδία, όπως επιβάλλεται από την υπόθεση και υπογραμμίζεται στους διαλόγους του Οσίμα με τον Κάφκα. Η αδυναμία του βιβλίου έγκειται στους κατά περίσταση διδακτικούς διαλόγους και την καθυστέρηση της εξέλιξης, ιδίως με τον βοηθό του Νακάτα, κύριο Χοσίνο. Αλλά είπαμε – είχα την αίσθηση πως αυτό το βιβλίο ήταν βιβλίο κι οδηγός στο μυαλό του Μουρακάμι ταυτόχρονα, κι αυτό αναγκαστικά προκαλεί κάποιες καθυστερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση – το Kafka on the Shore μού θύμισε κάπως το Κουρδιστό Πουλί σε έκταση και πολυπλοκότητα, το βρήκα απολαυστικό, ιδίως στο πρώτο του μέρος, και πολυεπίπεδο. Από την άλλη, δεν ξέρω αν θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι – νιώθω ότι μου είπε ό,τι είχε να μου πει, κι ενώ είναι καλός συγγραφέας, η γραφή του δεν είναι τέτοια που θα μ’έκανε να ξαναδιαβάσω βιβλίο του μόνο γι’αυτήν.

[αυτό που σίγουρα μ’έκαναν τα βιβλία του, πάντως, είναι να λαχταρήσω γιαπωνέζικο – το αμάθητο ελληνικό στομάχι μου όμως ακόμα παραπονιέται για τα μεσημεριανά udon]

Read Full Post »

Books bought

Paul Auster, The Brooklyn Follies
Tetsuko Kuroyanagi, Totto-Chan, la petite fille à la fenêtre

Books read

The Rough Guide to Paris
Nick Hornby, The Complete Polysyllabic Spree
Paul Auster, The Brooklyn Follies
Graham Greene, The Human Factor
Virginia Woolf, Orlando: A Biography
Roberto Saviano, Gomorrah

Πρώτο βιβλίο του 2009 το Rough Guide to Paris; Τεχνικά, το τελευταίο του 2008 και το πρώτο του 2009. Πρωτοαγόρασα ένα rough guide πέρσι, γιατί ήθελα πολύ κείμενο, όχι lonely planet, αλλά κυρίως (ναι, είναι αλήθεια) γιατί έχω τόσο μεγάλη αγάπη στην Penguin με τα popular classics της που κοστίζουν 3 ευρώ, την τεράστια συλλογή με αγγλόφωνα και όχι μόνο έργα (με παράδειγμα την εξαιρετική μετάφραση του Ηλίθιου που διάβασα το Δεκέμβρη), που θέλω να τους κάνω χρυσούς με κάθε ευκαιρία. Το test drive έγινε με το κεφάλαιο για τη Ζυρίχη στο Rough Guide to Switzerland, το οποίο είναι ακριβές, δίκαιο, και προτείνει όλα τα εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα που θα πρότεινα κι εγώ μετά από αισίως δυόμισι χρόνια εδώ, και ακολούθησαν πλείστα όσα άλλα για τις γείτονες χώρες. Οι Rough Guides δεν προσφέρονται για λίγες μέρες (αν και υπάρχουν κάποιοι mini για μεγάλες πόλεις) και ιδίως αν δεν υπάρχουν μέρες για διάβασμα. Είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένοι, δίκαιοι, αξιόπιστοι, και χρήσιμοι για μελλοντικές επισκέψεις. Πηγαίνοντας στο Παρίσι για μια βδομάδα για τρίτη φορά, διάβασα το (χωρισμένο ανά γειτονιά) βιβλίο, και το ξεφύλλιζα κάθε βράδυ όσο ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω αν θα είχαμε περάσει τόσο καλά χωρίς τις ιδέες του οδηγού, και σίγουρα δεν θα είχα αποκτήσει τόσο καλή αίσθηση της πόλης. Εξαιρετικό.

Το Polysyllabic Spree του Hornby μού έδωσε την ιδέα για την καταγραφή του τι αγοράζω και τι διαβάζω (γιατί έχουμε κι αυτό το Αλτσχάιμερ). Το βιβλίο είναι μια συλλογή της μηνιαίας στήλης του Hornby στο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό The Reader, στην οποία ο συμπαθέστατος τυπάκος γράφει τι διάβασε. Ο Hornby, λοιπόν, μού θυμίζει αυτούς τους φτωχούς, καλούς, λαϊκούς ήρωες του Κόου (όπως  έγραφε καλύτερα από μένα η Σώτη Τριανταφύλλου στην εισαγωγή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!). Οι καλύτερές του, άλλωστε, στιγμές, είναι στα πιο πολιτικά του σχόλια. Βέβαια, ο Hornby πια δεν είναι ούτε φτωχός ούτε και ακριβώς λαϊκός – είναι όμως ο τυπάκος που βλέπει μπάλα, προσπαθεί να κόψει το κάπνισμα, ακούει μουσική και ζει σ’ένα χαοτικό διαμέρισμα με την οικογένειά του, και παράλληλα διαβάζει βουλιμικά από κλασική λογοτεχνία μέχρι βιβλία φίλων του. Είναι σχεδόν συγκινητική η σταθερή προσπάθειά του να δείξει πως δεν είναι ανάγκη να’σαι της κουλτούρας για να διαβάζεις, και το χιούμορ του είναι δεδομένο. Όμως, μια μηνιαία στήλη που διαβάζεται πηχτά σε βιβλίο ενίοτε κουράζει – τα αστεία επαναλαμβάνονται, το νόημα το πιάσαμε. Εντούτοις, τον Hornby τον συμπαθώ (ένας λόγος παραπάνω επειδή έχει αυτιστικό γιο), με κάνει να θέλω να βγω μαζί του για μπύρα, και τέλος.

Τον Auster τον αγόρασα στον Gare de l’Est, γιατί μου είχε τελειώσει το υλικό διαβάσματος (μαζί με το γιαπωνέζικο, το οποίο αγόρασα γιατί μετά από την καταπληκτική εβδομάδα με την C. οτιδήποτε γιαπωνέζικο είχε instant attraction factor και γιατί μετά την τρίτη εβδομάδα στο Παρίσι αποφάσισα πως, εντάξει, τα ψιλοθυμάμαι τα γαλλικά, έξι χρόνια στο σχολείο τζάμπα να πάνε, θα το διαβάσω. Το βιβλίο είναι, φυσικά, ακόμα στη βιβλιοθήκη, και προβλέπω να πηγαίνει άπατο). Τον Auster, λοιπόν, όπως έλεγα, τον αγόρασα γιατί κάτι μού θύμιζε το όνομα, και τον ξεπέταξα στο TGV (τεσσερισίμισι ωρίτσες). Χαριτωμένο, ο ήρωας αφού έχει ξεπεράσει σοβαρή ασθένεια και χωρίσει με τη γυναίκα του πηγαίνει να μείνει στο Μπρούκλυν, όπου επανασυνδέεται με τον -κάποτε ελπιδοφόρο- ανιψιό του και γνωρίζει πλήθος άλλων περίεργων χαρακτήρων στη γειτονιά. Μετά από χίλιες δυο δυσκολίες, οι γύρω γίνονται μελίσσι γύρω από τον ήρωα και ζουν αντισυμβατικά και happily ever after. Σαν ευχάριστη κομεντί που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη ή στο Σηάτλ δηλαδή, τι να λέμε τώρα, καταλάβαμε. Για το τρένο πάντως ΟΚ.

Τον Graham Greene τον αγαπώ πολύ. Διάβασα πέρσι τα The End of the Affair, The Quiet American και Our Man in Havana και μερικά ακόμη με περιμένουν στη βιβλιοθήκη μου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο πρώτα έχουν γίνει ταινία – ο Greene είναι πολύ κινηματογραφικός: έχει μυστήριο, σαρκαστικό χιούμορ, ανατροπές, διλήμματα, ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες σχέσεις, ήρωες μ’ελαττώματα. Και είναι και πολύ καλός γραφιάς, όπως είχε πει αγαπητό μου πρόσωπο. Αλλά αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι ο συγκρατημένος μισανθρωπισμός που έχει πάντα κάποιος από τους σχεδόν τακτοποιημένους, αλλά ποτέ τελείως fitting ήρωές του – ένας ήρωας, όμως, που στην πραγματικότητα αγαπά τους ανθρώπους. Ή μάλλον, αγαπά έναν άνθρωπο. Έτσι είναι και το Human Factor. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα, τα βιβλία του Greene τα κλείνω πάντα μ’αυτή τη λύπη και τη βαθιά εκτίμησή μου γι’αυτήν την αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία εντέλει είναι πολύ κοντά στη δική μου (καλό για μένα ως αναγνώστη του Greene, κακό για οποιαδήποτε άλλη χρήση).

Για το Orlando τα έγραψα.Το βιβλίο μού το είχε συστήσει πριν χρόνια αγαπημένη λεσβία φίλη (η Woolf είναι, βέβαια, icon στους φεμινιστικούς/λεσβιακούς λογιτεχνικούς κύκλους, κι αυτό το βιβλίο για το πλάσμα Orlando, που αλλάζει φύλο ανά τους αιώνες, ακόμα περισσότερο). Μπορεί η μητέρα της Vita Sackville-West (που ήταν σχεδόν σύντροφοι με τη συγγραφέα είναι και το πρότυπο για τον Ορλαντο) να βρήκε το βιβλίο παιδαριώδες, τελικά όμως δεν έχει σημασία για μένα ούτε για ποιον γράφτηκε το βιβλίο ούτε τι συμβολίζει. Η σπάνια γραφή της Woolf είναι πάντοτε διεισδυτική και τρυφερή, αλλά ακόμα περισσότερο ρέουσα και μελωδική – σαν ποίημα. Απολαυστικό ανάγνωσμα.

Μετά τη Woolf ήταν απαραίτητο ν’αλλάξω παραστάσεις, κι έτσι μετά το παραμύθι μού φάνηκε καλή η μαφία. Το Γόμορρα είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό, κι έτσι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια εικόνα της μαφίας πέρα απ’τους σκοτωμούς και τις συμμορίες. Ιδίως τα κεφάλαια για τον έλεγχο των βιοτεχνιών που φτιάχνουν τα ρούχα για τις ακριβές φίρμες, τα σκουπίδια και τα ναρκωτικά είναι τρομακτικά, με την εξυπνάδα και την ευελιξία των μαφιόζων που βουλώνει τις τρύπες της φτώχιας και της γραφειοκρατίας του υποανάπτυκτου τμήματος της Ιταλίας  και φτιάχνει ένα σύστημα τεράστιο και δαιδαλώδες που δεν πιάνεται από πουθενά. Τρομερά ειρωνικό είναι, βέβαια, το κεφάλαιο που καταπιάνεται με την εικόνα της Μαφίας – όπου οι μαφιόζοι δεν αποτελούν την έμπνευση για τις ταινίες, παρά οι ταινίες είναι η έμπνευση για την εμφάνισή τους, κι έτσι ντύνονται σαν την Ούμα στο Kill Bill ή τον Νeo στο Matrix (και δεν γίνεται να μη σου θυμίσουν μ’αυτή την έννοια τους εφήβους φτωχής γειτονιάς ή τους τριαντάρηδες τύπους που ασχολούνται με την τηλεόραση όλη μέρα). Το βιβλίο καταφέρνει να είναι ακριβές χωρίς να γίνεται ξερό, καθώς πάντοτε αναναμειγνύει τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των κατοίκων και του ίδιου του συγγραφέα σ’ένα τόπο που τους στερεί την οικογένειά τους, τους σκοτώνει βάναυσα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους αφαιρεί την ελπίδα ότι μπορούν να δουλέψουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από το Σύστημα. Εντούτοις, εκεί για μένα ήταν το πιο αδύναμο στοιχείο του βιβλίου. Είχα την αίσθηση όσο προχωρούσα το βιβλίο όχι τόσο ότι ρέπει προς το μελόδραμα, όσο ότι ο Σαβιάνο πρέπει να σκεφτόταν «μα πώς τα γράφω έτσι ο πούστης». Λίγο too much, δηλαδή. Παρά ταύτα, ενδιαφέρον βιβλίο και ανυπομονώ να δω επιτέλους και την ταινία.

Read Full Post »

The madding crowd

[The madding crowd, by victorf on flickr]

But while the country people suffered the extremity of want, and the trade of the country was at a standstill, London enjoyed a carnival of the utmost brilliancy. The Court was at Greenwich, and the new King seized the opportunity that his coronation gave him to curry favour with the citizens. He directed that the river, which was frozen to a depth of twenty feet and more for six or seven miles on either side, should be swept, decorated and given all the semblance of a park or pleasure ground, with arbours, mazes, alleys, drinking booths, etc. at his expense. For himself and the courtiers, he reserved a certain space immediately opposite the Palace gates; which, railed off from the public only by a silken rope, became at once the centre of the most brilliant society in England. Great statesmen, in their beards and ruffs, despatched affairs of state under the crimson awning of the Royal Pagoda. Soldiers planned the conquest of the Moor and the downfall of the Turk in striped arbours surmounted by plumes of ostrich feathers. Admirals strode up and down the narrow pathways, glass in hand, sweeping the horizon and telling stories of the north-west passage and the Spanish Armada. Lovers dallied upon divans spread with sables. Frozen roses fell in showers when the Queen and her ladies walked abroad. Coloured balloons hovered motionless in the air. Here and there burnt vast bonfires of cedar and oak wood, lavishly salted, so that the flames were of green, orange, and purple fire. But however fiercely they burnt, the heat was not enough to melt the ice which, though of singular transparency, was yet of the hardness of steel. So clear indeed was it that there could be seen, congealed at a depth of several feet, here a porpoise, there a flounder. Shoals of eels lay motionless in a trance, but whether their state was one of death or merely of suspended animation which the warmth would revive puzzled the philosophers. Near London Bridge, where the river had frozen to a depth of some twenty fathoms, a wrecked wherry boat was plainly visible, lying on the bed of the river where it had sunk last autumn, overladen with apples. The old bumboat woman, who was carrying her fruit to market on the Surrey side, sat there in her plaids and farthingales with her lap full of apples, for all the world as if she were about to serve a customer, though a certain blueness about the lips hinted the truth.

He called her a melon, a pineapple, an olive tree, an emerald, and a fox in the snow all in the space of three seconds; he did not know whether he had heard her, tasted her, seen her, or all three together.

The biographer is now faced with a difficulty which it is better perhaps to confess than to gloss over. Up to this point in telling the story of Orlando’s live, documents, both private and historical, have made it possible to fulfil the first duty of a biographer, which is to plod, without looking to right or left, in the indelible footprints of truth; unenticed by flowers;regardless of shade; on and on methodically till we fall plump into the grave and write finis on the tombstone above our heads.

She quickened her pace; she ran; she tripped; the tough heather roots flung her to the ground. Her ankle was broken. She could not rise. But there she lay content. The scent of the bog myrtle and the meadow-sweet was in her nostrils. The rooks’ hoarse laughter was in her ears. ‘I have found my mate,’ she murmured. ‘It is the moor. I am nature’s bride,’ she whispered, giving herself in rapture to the cold embraces of the grass as she lay folded in her cloak in the hollow by the pool. ‘Here will I lie.’ (A feather fell upon her brow.)

Upon this scene and orderly prospect the stars looked down, glittering, positive, hard, from a cloudless sky.

Orlando, a «writer’s holiday».
Ή, το πιο γοητευτικό, τρυφερό και ιριδίζον παραμύθι.
Ή το ιδανικό ανάγνωσμα για τις παγωμένες μέρες που περπατήσαμε πάνω στη λίμνη που κολυμπούσαμε το καλοκαίρι και την ημέρα με την κατακίτρινη ανατολή που έλιωσαν οι πάγοι και μαγνητισμένοι σταθήκαμε στον αέρα, στο λιβάδι έξω απ’ το εργαστήριο (σήμερα).

Read Full Post »

The second important line of thought relates the hippocampus to memory. Although it has precursors, this idea derived its main force from a very well-known report by Scoville and Milner[2] of the results of surgical destruction of the hippocampus (in an attempt to relieve epileptic seizures), in a patient known as H.M. The unexpected outcome was severe amnesia: H.M. was unable to consciously remember events that occurred after his surgery or for several years before it. This case occasioned such enormous interest that H.M. is now said to be the most intensively studied medical case in history. In the ensuing years, other patients with similar levels of hippocampal damage and amnesia (caused by accident or disease) have been studied as well, and literally thousands of experiments have studied the physiology of neural plasticity in the hippocampus. There is now almost universal agreement that the hippocampus plays some sort of important role in memory; however, the precise nature of this role remains widely debated[3][4].

Hippocampus
Memento

Πριν ενάμιση χρόνο έβλεπα τα αποτελέσματα μελέτης fMRI σε ασθενείς με βλάβη στον ιππόκαμπο σε σχέση με υγιείς ανθρώπους. Για να απαντήσουν σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα που απαιτούσε τη δημιουργία νέων αναμνήσεων, οι υγιείς άνθρωποι έψαχναν μόνο στον ιππόκαμπο. Οι ασθενείς έψαχναν παντού. Η εικόνα ενός εγκεφάλου που ανοίγει απεγνωσμένα όλα τα συρτάρια ψάχνοντας για την πληροφορία που έπρεπε-να-ήταν-εδώ είναι συγκλονιστική.

Πρόσφατα αγόρασα το εξαιρετικό The Best American Science Writing, μία συλλογή επιστημονικών άρθρων σε καλά αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες. Η συλλογή επικεντρώνεται στο neuro και τη φαρμακοβιομηχανία, με πολύ λιγότερα άρθρα για το περιβάλλον και την Κίνα.

Το άρθρο An Error in the Code του Richard Preston, που δημοσιεύτηκε στο New Yorker, είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Ήταν ο Ζουμπουλάκης νομίζω, που για το Χορεύοντας στο Σκοτάδι είχε γράψει «είναι από αυτές τις ταινίες που βρίσκεις εξαιρετικές κι όμως η σκέψη πως θα τις ξαναδείς σου προκαλεί τρόμο» – ή κάπως έτσι. Αυτό το άρθρο είναι κάτι αντίστοιχο.
Αναφέρεται σε ένα σπάνιο σύνδρομο, το Lesch-Nyhan, το οποίο οδηγεί σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που εκδηλώνεται σωματικά και λεκτικά παρά τη θέληση του ασθενούς. Το άρθρο είναι υπόδειγμα οικονομίας, περιεκτικότητας, ανθρωπιάς – και παρ’ό,τι μιλά για μία εξαιρετικά σπάνια, και δυσάρεστη ακόμα και στις περιγραφές, ασθένεια, κάνει τον αναγνώστη να συνδέεται με τον πάσχοντα και το περιβάλλον του με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Ο ίδιος ο συγγραφέας έγινε φίλος με δύο ασθενείς και χρειάστηκε επτά χρόνια για να γράψει αυτό το άρθρο.

«Lensch-Nyhan is at the far end of a spectrum of self-injurious behavior», Jinnah went on. «We all do things that are bad for us. We’ll sit down in front of the television and eat a quart of ice cream. We all have self-injurious impulses, too. Driving a car, we can have a strange impulse to drive it the wrong way and smash it into something». Edgar Allan Poe called such promptings «the imp of the perverse.» The imp may be signals coming out of the basal ganglia. Normal people feel the promptings of the imp, but most of the time they don’t act on them. Lensch-Nyhan may suggest a way in which original thoughts and ideas seem to arise as impulses that aren’t suppressed, and how intimate the terrain is between the creative and the self-destructive.

Το The Abyss, του Oliver Sacks, μου άφησε μία περίεργη αίσθηση. Μιλά για ένα μουσικό με βλάβη στον ιππόκαμπο που του άφησε μνήμη λεπτών:

Desperate to hold on to something, to gain some purchase, Clive started to keep a journal, first on scraps of paper, then in a notebook. But his journal entries consisted, essentially, of the statements «I am awake», or «I am conscious», entered again and again every few minutes. He would write: «2:10 P.M: This time properly awake…2:14 P.M: this time finally awake…2:25: this time completely awake,» along with negations of these statements: «At 9:40 P.M: I awoke for the first time, despite my previous claims.» This in turn was crossed out, followed by «I was fully conscious at 10:35 P.M., and awake for the first time in many, many weeks.» This in turn was canceled out by the next entry.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μία κατάσταση που επηρεάζει περισσότερο την προσωπικότητά του. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την απελπισία που ένιωθα για τον ίδιο και τη σύντροφό του, τα ερωτηματικά για το τι είναι τελικά αυτό που κάνει εμένα, εμένα. Τι είναι αυτό που με κάνει να νιώθω, εγώ. Κι όμως, στο κείμενο ο Sacks μού φάνηκε αντιπαθής. Πως δεν έχει την εγγύτητα στον ασθενή που έχει ο Preston (ο Clive δεν είναι δικός του ασθενής, και επομένως υποθέτω η εγγύτητα δεν πειράζει) αλλά ούτε και την καθαρή επιστημονική απόσταση. Πολλά από τα στοιχεία της συμπεριφοράς του Clive που περιγράφει έχουν σαφή νευρολογικά αίτια, τα οποία αναφέρονται μόλις στο τέλος του κειμένου (και μάλλον κρυπτικά). Όσο κι αν το κείμενο δεν έχει διδακτικό σκοπό, μου δόθηκε η αίσθηση πως στον Sacks αρέσει να εντυπωσιάζει.

Πόσο να καταλάβαιναν οι γιατροί το ’50 γιατί ο H.M. ίσως μπορούσε να βρίσκει το δρόμο για το σπίτι του απ’τη στάση, αλλά αδυνατούσε να θυμηθεί όποιον του σύστηναν; Η γνώση αυτή σίγουρα άλλαξε τις απαιτήσεις των γιατρών, τη στάση των κοντινών ανθρώπων – κάποτε ίσως οδηγήσει και στη θεραπεία. Όμως τι αλλάζει σ’έναν ασθενή άνθρωπο;

He suddenly exlaimed, «I’m conscious now…Never saw a human being before…for thirty years…It’s like death!»


[Κι εγώ; Εγώ, να. Τις κακές μέρες θα ‘θελα, όχι να μην έχει συμβεί το παρελθόν. Αλλά να μην το θυμόμουν. Φαντάζομαι να παίρνω μια άσπρη γόμα και σιγά, μεθοδικά, καθαρά, να σβήσω κάθε γραμματάκι, κάθε ουρίτσα απ’ το τετράδιό μου. Και φαντάζομαι ότι τότε καθαρίζει το γκρι σύννεφο που έχω πάνω απ’το κεφάλι μου. Τις καλές μέρες, τις καλές μέρες οι αναμνήσεις έχουν τόσο μικρότερη σημασία. Οι καλές μέρες γίνονται περισσότερες. Χτες έκανα τα πρώτα μου τρία βήματα πάνω σε σκοινί. Ε να, δεν είμαι ακόμα την Marion, αλλά εκείνη τη στιγμή πετάω. Εκείνη τη στιγμή είμαι αυτή που ήμουν πάντα – πριν γίνουν όλα αυτά.]

Read Full Post »

the road

When he woke in the woods in the dark and the cold of the night he’d reach out to touch the child sleeping beside him.

Cormac McCarthy, The Road

[Η πρώτη πρόταση.]
[Ποίηση.]

Read Full Post »

Older Posts »