Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘διάλογοι’

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

Advertisements

Read Full Post »

Ο Μ. μου έδειξε χτες στο μηχανουργείο φωτογραφίες από τον καιρό που δούλευε στην ESA στη Γαλλική Γουιάνα.

Ο Μ. στα είκοσι πέντε του, με γυαλιά ηλίου, σορτσάκι και μούσι, αγκαλιά με συναδέλφους κάπου στην άμμο. Ο Μ. με ολόσωμη φόρμα, να βιδώνει κάτι, και να τον επιβλέπει ένας μηχανικός. Φωτογραφίες εντόμων και του ποταμού. Ένας βιετναμέζικος οικισμός. Ο τόπος εκτόξευσης. Ο αυτοκινητόδρομος. Το μενού της Air france. Πρώτο πιάτο, medaillon de foie gras. Φωτογραφίες της εκτόξευσης. «Και πρέπει να’ταν τρομερό συναίσθημα να βλέπεις την εκτόξευση, ε;» «Α, ναι» (χτυπάει την καρδιά του), «βοήθησα κι εγώ!»

«Ήταν ωραίες εποχές.» «Σου λείπει;» «Βέβαια. Αλλά μετά από έξι χρόνια, δεν άντεχα άλλο – μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου. Είχα τότε ήδη δύο γιους, και ήθελα γιους. Τα τελευταία Χριστούγεννα είχα αποκλειστεί, και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, και τότε είπα, ‘τελείωσε’. Αλλά κι εδώ που δουλεύω, μου αρέσει. Έχει όλο νέο κόσμο. Όταν είσαι με συνομηλίκους, όλο λες ‘τι κάνεις; καλά. καλά’, ενώ οι νέοι βιάζονται, έχουν άγχος, ξυπνάς.»

«Άκου,» μου είπε φεύγοντας. «Άμα μέχρι την προθεσμία μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι μηχανολογικό, εγώ μπορώ να είμαι εδώ, και νύχτες και Σάββατα και Κυριακές.»

Read Full Post »

[17:20 – χτες.]

Ακούω από το πρωί Antony and the Johnsons στο repeat και δουλεύω ή-συ-χα. Τα σύννεφα κινούνται. Πού και πού περνά ο ήλιος, το γρασίδι στο πλάι μου φωτίζεται για λίγα δευτερόλεπτα σαν να αυξάνεται η έκθεση. Νιώθω σαν όλα αυτά να είναι ένα δώρο προορισμένο προσωπικά για μένα.

[17:20 – σήμερα.]

Ακούω για δεύτερη μέρα Antony and the Johnsons, και δουλεύω ήσυχα. Ο F. έχει γυρίσει. Εγώ, αυτός κι η S. είμαστε στη σειρά με τ’ακουστικά μας, κι απ’έξω το λιβάδι. Το κτίριο που γράφει, PUNK. Από το πρωί νιώθω σαν να’χω πιει και καπνίσει πολύ την προηγούμενη, κι όμως δεν έχω κάνει τίποτε απ’τα δύο. Όλα είναι σιωπηλά. Κοιτάω την οθόνη, σημειώνω τα bugs με δύο στιλό για αύριο, τα μάτια μου καίνε.

  • Ich fühl mich so müde. Hey, F. – bist du auch müde?
  • Jaaa.
  • S., bist du auch müde?
  • Ich bin immer müde.

[ήρεμα/συγκριτικά, πιοπολυαποποτ/αυτές τις μέρες, το πιο στενόχωρο που μου φαίνεται ότι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, είναι οτι πεθαίνουν κι οι αναμνήσεις σου/ένα ποδήλατο/θα εμφανιστείς για να με πάρεις/από τι αποτελείται η συγκεκριμένη απόχρωση του πράσινου;/ο Μουρακάμι με έριξε/γυμναστική/»όλο γκρινιάζεις για τα μέρη που πας» – «τις ωραίες εντυπώσεις τις κρατάω μέσα μου»/ένας χρόνος, δύο χρόνια, τρία χρόνια, οι αναμνήσεις εξελίσσονται εκθετικά, πώς να στο εξηγήσω, δες τη συνάρτηση και θα καταλάβεις.]

400px-expsvg

Wikipedia article on exponential function

Read Full Post »

Για σένα, για να το ελέγξεις! Ευχαριστώ εκ των προτέρων, Φ.

«Πόσα typo έχει εδώ μέσα, λάθος alignment, η παρένθεση να πάει από πάνω, θα το τυπώσω». Άνοιξα την πόρτα να πάρω το χαρτί απ’ τον εκτυπωτή, και χτυπούσε ο συναγερμός. «Περίμενε.» Πήγα και το μάζεψα. «Εντάξει. Φεύγουμε. Χτυπάει από το κύκλοτρο.» Ξαναμπήκα μέσα, πήρα την τσάντα μου, έβαλα μέσα το χαρτί (υποσχέθηκα να το διορθώσω), «να κλειδώσω;» «Όχι, απλά πάμε.» Κι έτσι ανεβήκαμε εγώ, ο Τ., η C., ο Κ., από την έξοδο κινδύνου όπως μάθαμε την προηγούμενη βδομάδα. Πόρτα, στροφή, τσιμέντο, πόρτα, σκάλες, πόρτα, γρασίδι, πόρτα σ’ αυτό τα μεταλλικό βαρέλι, σκάλες, πόρτα, διάδρομος, έξοδος.

Ήλιος.
Ησυχία.
(λες έτσι να ‘ναι το τέλος του κόσμου;)
«Θα κάνω ένα τσιγάρο και μετά θα πάω να ελέγξω κάτω.» «Εντάξει.»

  • Hydrogen leak.
  • Nitrogen?
  • Hydrogen.

«Εντάξει. Τώρα μπορούμε να κατέβουμε.»

Μια βδομάδα μετά, το να βρεις την έξοδο κινδύνου είναι εύκολο. Ακόμα κι αν εκεί που είσαι δεν ακούς το συναγερμό. Υπάρχουν μερικά πλοία που βουλιάζουν. Αλλά δε θα πνιγούμε όλοι μαζί. Εγώ δε θα πνιγώ-όχι αυτή τη φορά. Τώρα το ξέρω.

Εννιά χρόνια πριν, στις εννιά ενάτου του ενενήντα εννιά, έγραφα στο ημερολόγιό μου έχοντας για πρώτη φορά την αίσθηση πως κάτι πόνεσε πολύ, αλλά τελειώνει. Εννιά χρόνια πριν;

Read Full Post »

Street parade. Οι γκέι Ελβετοί είναι πολύ ομορφότεροι από τους στρέιτ. Οι γυναίκες πάλι όχι. Υπό προϋποθέσεις μπορώ να φανταστώ να μ’ αρέσει μια γυναίκα, αλλά αυτές όχι. Έχει πολύ κόσμο, στο σταντ totally girl powered σοβαρές σαραντάρες με κοντά μαλλιά κοιτάζουνε μπρελόκ, μποά και αυτοκόλλητα με ουράνια τόξα, μου φαίνεται περίεργο να’ ναι όλος αυτός ο κόσμος μαζί, είναι άραγε καταπιεστικό; I wanna buy a present for my girlfriend, μου λέει. Πρώτη φορά λέει my girlfriend, ως τώρα έλεγε my affair, my relationship, her, M. Δεν της το λέω, αλλά χαίρομαι.

Διασχίζω τον κόσμο για να βρούμε τους άλλους, η Μ. και ο Γ. μιλάνε πίσω μου. Στη γιγαντοοθόνη δύο τύποι απ’ το κοινό φιλιούνται με τη μουσική. Είναι ολοφάνερο ότι ποζάρουν και λίγο, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι πολύ βαθύ και σεξουαλικό φιλί και με μαγνητίζει.

  • Συγνώμη, τι συναυλία είναι αυτή;
  • Δεν ξέρω.
  • Α, ok. Δεν είναι αυτό το γκέι πράγμα, έτσι;
  • Πώς, πώς, αυτό είναι.
  • Ιι, τότε να φύγω!
  • Χαχα, όχι, γιατί να φύγεις;
  • Όλοι εδώ μέσα είναι γκέι;
  • Ε, οι περισσότεροι, αλλά δεν είναι κλειστό, εγώ ας πούμε δεν…(και συνειδητοποιώ πόσο γελοίο είναι να διαχωρίσω τη θέση μου σε gay pride). Δεν είναι μόνο για ομοφυλόφιλους.
  • Αα, γιατί είδα τη γιγαντοοθόνη κι είπα να ρωτήσω μια γυναίκα τι γίνεται. (γελάει)
  • Μμμ.(χαμογελάω)

Χαμογελάει κι αυτή. Και παγώνει. Γυρνάω και κάνω νόημα στο Γ. και τη Μ. να φύγουμε. Αυτή μας παρατηρεί, σκέφτεται τους πιθανούς συνδυασμούς, με κοιτάει, γελάει νευρικά, γελάω κι εγώ, γελάει κι η Μ., ο Γ. δε γελάει γιατί δεν έχει καταλάβει, τέλος πάντων φεύγουμε.

H M. θέλει να πάμε στο Club …, έχει dj set η skin, θυμάμαι ότι είναι μεγάλο lesbian icon. Η Μ. τη βλέπει φεύγοντας από την πλατεία κι ενθουσιάζεται τόσο που της κόβεται η ανάσα. Πάμε. Στο πρώτο stage είναι το happy crowd, διάφορες κοπελίτσες, ζευγαράκια, οι αναπόφευκτοι τύποι με τη μαλλούρα, τα τισέρτ Metallica και τα Rayban, μια ξανθιά με κόκκινη φόρμα και μια τρανς με πράσινο νυφικό χορεύουν στη μπάρα, χορεύουμε και γελάμε με την μπλούζα του D. με τον αισθητήρα-εκουαλάιζερ, ως εδώ καλά. Και ξαφνικά εμφανίζονται δυο κοπέλες με ολόσωμες φόρμες, η μία βινύλιο και η άλλη λάτεξ, που αφήνουν ακάλυπτα μόνο τα μάτια, το στόμα και την κορυφή του κεφαλιού απ’ όπου βγαίνουν μακρια μαλλιά. Υποθέτω στην ορίτζιναλ μορφή οι φόρμες έχουν μια ακόμη τρύπα. Κοιτάμε όλοι μας σαν να’ χουμε πέσει στο λαγούμι της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα, και στο μυαλό μου έρχεται η λέξη disturbing.

Αλλάζουμε stage, θα παίξει η skin. Είναι πιο μικρό, όχι τόσο πνιγηρό, με λιγότερα φώτα. Και τότε τον βλέπω. Φοράει ταγέρ με pencil skirt, αντί για μπλούζα κορσέ, καλσόν, ασπρόμαυρα δετά τακούνια. Έχει πολύ ωραίο σώμα, πολύ ωραίο στόμα, όχι στήθος, φοράει ξανθιά περούκα. Κρατάει ένα μπαστούνι και παίζει μ’ αυτό, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα, κουνιέται, κλείνει τα μάτια, παίζει με τα ρούχα του. Διάβασα μετά πως δεν παριστάνουν όλες οι drag queen τις γυναίκες, κι αυτός είναι ακριβώς αυτό. Δεν παριστάνει τη γυναίκα, ίσα-ίσα σκέφτομαι (κι είναι περίεργο) πως έχει κάτι το πολύ αντρικό, ως προς την αυτάρκειά του. Δεν μπορώ να φανταστώ γυναίκα να κάνει τέτοια πράγματα χωρίς να θέλει να προκαλέσει το κοινό της, κι αυτό που προκαλεί αυτόν τον τύπο είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Η skin παίζει μέτρια, ή μάλλον παίζει την κατάλληλη μουσική όχι για να χορέψεις, αλλά γι’ αυτό το freak show που βλέπουμε. Στους στύλους εναλλάσσονται μία ακόμη drag queen, αυτή μου φαίνεται τόσο ευάλωτη και τόσο κοπελίτσα, σαν αυτές τις μέτριες ντροπαλές μαθήτριες στο σχολείο που θα σπουδάσουν ξένη φιλολογία, έχουν μακριά ισιωμένα μαλλιά και λεπτή φωνή, μία ακόμα, μία ακόμα, ένας καταπληκτικός μαύρος χορευτής με χρυσό μικροσκοπικό μαγιώ και χρυσές αλυσίδες, τρία-τέσσερα ακόμη πλάσματα με στολές λάτεξ και ένα τελευταίο ντουέτο βινύλ χορευτριών με μακριά μαλλιά, ψεύτικες βλεφαρίδες και τρομερή ένταση. Το μέρος που είμαστε σε σχέση με το προηγούμενο stage είναι σαν τη διαφορά των Blur με τους Placebo. Τύποι με κοστούμια, γιλέκα, σπασουάρ, καπέλα, κοπέλες με γεωμετρικά κουρέματα και μικρά μαύρα φορέματα, πολλά κοκκάλινα γυαλιά, πολλές έφηβες. Στη μέση εμείς, χορεύουμε νομίζω καθ’ όλη τη διάρκεια αλλά μόνο θυμάμαι να παρατηρώ, κανείς μας δε μιλάει στον άλλο. Μάλλον σκεφτόμαστε το ίδιο. Το ίδιο με δέκα χρόνια πριν, όταν μάλλον πρωτοπήγαμε σε κλαμπ, κι αυτή η δημόσια έκφραση σεξουαλικότητας με τα φασώματα, τα ρούχα, το χορό-μίμηση συνουσίας, μας αιφνιδίασε, μας γοήτευσε, μας τρόμαξε για το μέλλον και για τον καθένα μας ξεχωριστά.

Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά μου η τελευταία drag queen, ντυμένη μ’ ένα χρυσό νυφικό και μια χρυσή χαίτη λιονταριού. Σηκώνει τα χέρια της κι ακουμπάει απαλά τη ντισκομπάλα, πώς στο διάολο τη φτάνει, και τότε βλέπω πως τα παπούτσια της έχουν πλατφόρμα τριάντα πόντων. Το πλάσμα κινείται πάρα πολύ αργά, σαν να πλέει, κοιτάει μέσα από μένα με τα χείλια της σουφρωμένα σαν να ‘ναι θυμωμένη. Είμαι ακριβώς μπροστά στη Μέδουσα και για πρώτη φορά μέσα στο βράδυ φοβάμαι.

Το set τελειώνει, με το sweet child of mine (δηλαδή έλεος, μείον είκοσι βαθμοί, όπως είπε και ο P.), βγαίνουμε έξω για να πάρουμε αέρα, γελάμε, ξαναμπαίνουμε στο κεντρικό stage, είναι καλά αλλά τίποτε δεν είναι το ίδιο. Σε λίγο φεύγουμε, κουρασμένοι, χαρούμενοι, χορτασμένοι απ’ αυτά που είδαμε, μπαίνουμε εφτά στ’ αμάξι του D. και γυρίζουμε σπίτι. Έχει αρχίσει να χαράζει, τα ρούχα στ’ άπλυτα, πέντε λεπτά συζήτησης στο κρεβάτι πριν κοιμηθούμε, και τέλος. Σήμερα, καθαρίζοντας τις ντομάτες και τις αγκινάρες για να φάμε είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι ολ’ αυτά συνέβησαν.

Read Full Post »

1.

Claire’s high school library. For some reason, Claire starts staring at a table full of popular girls. For yet another unknown reason, she decides to walk over to the table and say hi to the girls, even though they seem to hate her. «So are you guys taking the PSAT too?» asks Claire. The girls are like, «Uh, yeah.» Yet another David E. Kelley sequence starts up. Claire asks the girls what happens to them in the future. Popular Girl #1 tells Claire that she’s going to go to law school and marry a great guy who becomes rich. They’ll have kids and be incredibly happy. Claire is shocked by this. Popular Girl #2, the slightly sluttier-looking one, moves to France, hates it, becomes a TV executive, and works out all the time. «I’m fairly miserable and have a slight substance abuse problem,» she says. Popular Girl #3 starts a successful business, but dies of ovarian cancer at the age of 30. «That sucks!» says fantasy Claire. «Tell me about it,» says PG #3, laughing at the irony. The other girls join in to share a hearty laugh, which eventually Claire joins in on as well. But then the fantasy ends, and Claire is simply laughing by herself in front of a table full of clueless popular girls who think she’s crazy. «What a freak!» says PG #1.

Επεισόδιο 7, σαιζόν 1, Six Feet Under (search στο veohtv). To transcript από εδώ.

2.

  • Άμα το σκεφτείς, δεδομένου ότι όλες ξέρουμε κάποιον από το σχολείο που πέθανε, αν είσαι καθηγητής, ας πούμε κάποιος που έχει πολλές ώρες, μαθηματικά κατεύθυνσης ξέρω γω, δεν θα ‘χεις μάθει για πολλούς μαθητές σου που πέθαναν; Και δε θα κοιτάς την τάξη σου και θα σκέφτεσαι πως, στατιστικά, κάποιος απ’ όλους αυτούς θα πεθάνει μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια; Είναι πολύ στενόχωρο, να βλέπεις κάποιον και να ξέρεις ότι σε μερικά χρόνια θα πεθάνει. Μπορεί άμα το σκέφτεσαι να βλέπεις τους μαθητές αλλιώς.
  • …Πολύ μακάβρια σκέψη μου φαίνεται αυτή.
  • Κι εμένα.
  • Δεν είναι.
  • Πάμε σιγά-σιγά;
  • Πάμε.
  • Πάμε.
  • Θέλω να πάω και τουαλέτα.
  • Κι εγώ.

3.

Transatlanticism

4.

Κάποια στιγμή τα tags θα γίνουν περισσότερα από το κείμενο.

Read Full Post »

1.

Χάλασε ο καιρός πάλι, κι είναι σαν να ‘ρχεται μόλις το φθινόπωρο, με μεγάλες μέρες και συννεφιά. Σχεδόν εκπλήσσομαι που δεν είμαι μαυρισμένη, νιώθω όπως όταν επιστρέφεις ξεκούραστος από τις καλοκαιρινές διακοπές κι αισιόδοξος για το μέλλον.

2.

Το σχόλιο της Μαριλένας μού φέρνει στο μυαλό το «we’ll meet again» των τίτλων του τέλους. Χάρη στο imdb και τη wikipedia μαθαίνω ότι το τραγουδά η Vera Lynn κι έγινε γνωστό το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ μεταξύ άλλων το έχει τραγουδήσει και ο Cash. (εδώ και εδώ αντίστοιχα).

Δεν ξέρω αν το θυμάμαι μόνο από την ταινία, αλλά ειδικά η δεύτερη βερσιόν μού είναι πολύ οικεία. H πρώτη μού φέρνει στο μυαλό ζευγάρια, η δεύτερη νεκρούς. Κι αν και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή, με κάνει να χαμογελάσω (so, honey, keep on smiling through, like you always do). Έστω και στο χώμα, θα ξανασυναντηθούμε λοιπόν.

3.

Ο γείτονας θυμάται τις κασέτες! Κι εγώ μερικά από τα πιο όμορφα υπάρχοντά μου.

4.

Αγοράζω λάδι για το μπάνιο με άρωμα λεβάντα. Μυρίζει βαθιά, ήρεμα και απολαυστικά.

5.

Αλληλογραφία! Φχαριστώ ρε συυυ!

6.

Πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ από άλλο δρόμο, πετυχαίνω ένα ισπανικό παντοπωλείο και -κυρίως- ένα κατάστημα ρούχων με το όνομα Altona. Alt-o-na-al-to-na-al-to-na, από τα πιο όμορφα ονόματα. Δεν προσέχω τι πουλάει, βλέπω μπροστά μου ευθείες, μεγάλα πεζοδρόμια, ένα υπέροχο απόγευμα, να τρώμε σάντουιτς με τον φίλο μου τον Α., να νιώθω σα στο σπίτι μου σ’ένα μέρος που έχω έρθει μόλις για λίγες μέρες. Θέλω να ξαναπάω στο Αμβούργο.

7.

Πετυχαίνω ανοιχτό το σούπερ μάρκετ και αγοράζω μανιτάρια και σχοινόπρασο. Ριζότο! (τα πλεονεκτήματα του καιρού – πώς αλλιώς να φας ριζότο Μάη μήνα;)

8.

Ψάχνω να βρω Satie για το μπάνιο λεβάντα. Δεν εντοπίζεται (μερικά cd δεν έχουν ριπαριστεί, γιατί;), βρίσκω κάτι άλλο, enqueue, βλέπω μπροστά μου στο Winamp Cocteau Twins. Σβήνω όλα τ’άλλα και τους ακούω στο repeat από το μπάνιο. (και μόνο Cocteau Twins να’χει μια μέρα, αρκεί για να’ναι υπέροχη…)

9.

Ριζότο. Κρασί. Σοκολατίνα με φράουλες. (…)

10.

  • Hallo!
  • Hallo! Wie heisst du?
  • Melanie. Und du?
  • xxxx
  • X-hx-x-x…!?
  • Ja, genau. Wie alt bist du?
  • Fünf.
  • Oooh! Schon so alt! Wie heisst dein Bruder?
  • Olivier. Er ist drei.
  • Drei? Also bist du dann viel älter! Gehst du morgen in die Schule?
  • Mmm…Heute Abend fahren wir nach München und morgen bringt uns Papa zu meiner Mama.

Την Κυριακή με είχε πιάσει μελαγχολία. Έτσι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι. Σαν τη Μέλανι. Χτες έμαθα τα νέα. Α, ρε πατέρα, σου πήρε μερικές δεκαετίες, αλλά τα κατάφερες. Επιτέλους. Εγώ, πάντως, είμαι περήφανη.

11.

Wir sehen uns am Dienstag! Wir sehen uns am Dienstag! Wir sehen uns am Dienstag!

Προχωρά καταπάνω μου ενθουσιασμένος, με κοιτάει με προσμονή, χαμογελάνε και τα μάτια του, το στόμα του χάσκει, του λείπουνε τα δόντια του κι έτσι τα μάγουλά του κρέμονται. Δεν καταλαβαίνω τι μου λέει, δεν καταλαβαίνω τι μου λέει, χάνονται τα σίγμα και τα ταυ, α ναι, θα τα πούμε την Τρίτη, ναι, του λέω, θα τα πούμε την Τρίτη. Με προσπερνάει ενθουσιασμένος και στέκεται μπροστά στη τη βιτρίνα του επόμενου καταστήματος, χαζεύει λιγάκι, φαίνεται να απορεί, προχωράει. Όταν βλέπω αυτούς τους ανθρώπους, θέλω να τους πάρω αγκαλίτσα. Όταν τον βλέπουμε αργότερα στο σταθμό του τρένου, η κοπέλα στο φούρνο του πιάνει την κουβέντα και του χαμογελάει. Είναι καθαρός και σιδερωμένος. Τι όμορφο.

Σήμερα επιτέλους θυμήθηκα από πού (σαν να) τον ξέρω. Έχει τη φωτογραφία κάποιου που του μοιάζει πολύ σ’αυτό το βιβλίο.

(το πρότζεκτ να διαβάζω σουηδικά λόγω γερμανικών πάει πολύ αργά. αλλά οι φωτογραφίες είναι εξαιρετικές).

Ovanliga-cover

12.

Κι έτσι, όλα βρήκαν τη θέση τους.

Read Full Post »