Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘εγώ’

putting things into perspective

γιατί από τη φύση τους οι κρυψώνες μετά από καιρό γίνονται θλιβερές.

έγραψε η holy και μ’έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πρέπει κι εγώ να βγω. Βλέπεις, είναι πολύς καιρός που θέλω και προσπαθώ να γράψω (γεμάτα τα drafts από απόπειρες ποστ της μίας πρότασης).

Έξω, λοιπόν.

Έρωτας, χωρισμός, μετακόμιση, αεροδρόμια και τηλέφωνα, ευτυχία, πένθος, και πολλές ενοχές για περίπου τα πάντα. Αυτοί ήταν οι τελευταίοι πέντε μήνες μου.

[και να που πάλι τώρα δεν μπορώ να γράψω τίποτε περισσότερο. Θα το πατήσω το ρημάδι το publish όμως, γιατί μια αρχή πρέπει να γίνει.]

Read Full Post »

[enter title here]

Μου έλειπε ο χρόνος που θα καθίσω ήσυχη και θα μπορέσω να γράψω για μέρες, εβδομάδες. Και τώρα κάθομαι μπροστά στην οθόνη και σκέφτομαι, από πού αρχίζει κάποιος;

A story has no beginning or end: one arbitrarily chooses a moment of experience from which to look ahead.

Η ιστορία, λοιπόν, θα πρέπει να περιλαμβάνει αγάπη.

Read Full Post »


Hey well, τουλάχιστον αυτή η διεύθυνσή μου δεν αλλάζει.

Read Full Post »

thank you 2006

Πίστεψέ με – ισχυρίζομαι ότι ήδη από σήμερα, από χτες το βράδυ, μυρίζει άνοιξη. Είναι θαμμένη κάτω απ’το χιόνι και το κρύο, που θα χειροτερέψει τους επόμενους μήνες – αλλά θα τη βρεις στον αέρα και δίπλα στο ποτάμι. Οι τρεις χειρότεροι μήνες του χρόνου έχουν τελειώσει, η μέρα με τη μέρα που μικραίνει έχει τελειώσει.

[όταν περπατάω δίπλα στο ποτάμι, κινείται ένα σύννεφο στ’αριστερά μου. έχει μέσα του φως και γρασίδι, παίζουμε φρίζμπι, μυρίζει η υγρασία, δειλά ώσπου να πέσει ο ήλιος, έχει καινούρια λευκά δέρματα, έχει αγόρια και κορίτσια, έχει μια έτοιμη υπόσχεση ευτυχίας.]

Πέρσι ήθελα μια χρονιά λιγότερο γεμάτη. Κι αυτό που ήθελα, το πήρα.

Ήταν ένας χρόνος με πάρα πολλά ταξίδια (Παρίσι, Ιαπωνία, Μόναχο, Ελλάδα, Λονδίνο, Καναδάς, Βουλγαρία), κι όμως πάρα πολλή εσωστρέφεια (σαράντα τέσσερα βιβλία, ελάχιστη μουσική, ελάχιστες ταινίες, πολλές φωτογραφίες που περιμένουν να ειδωθούν). Δεν ήταν κακή χρονιά, κάθε άλλο. Δεν είχα, όμως, στ’αλήθεια, τίποτε να πω και τίποτε ν’ακούσω. Χώνευα. Το συναισθηματικό αυτό hiatus νιώθω πως φτάνει, επιτέλους, στο τέλος του.

Φέτος, λοιπόν, θέλω να ξαναβγώ στον κόσμο.

[εντάξει, γράψτο επιτέλους αυτό το ποστ, γιατί δυσκολεύεσαι τόσο;]

Καλή χρονιά.

Read Full Post »

boat coming into the middle of my photo

Ήμουν στο γραφείο σήμερα, ακούγοντας μία από τις εκπομπές (ποια, άραγε;) του Πάνου Μιχαήλ στο radiobubble.

Το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μου.

Ένα ευπρόσδεκτο ράγισμα.

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους
είσαι απο εκείνα τα παιδιά
που μέσα στο μυαλό τους έχουν
ένα σπασμένο πύργο ελέγχου
κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Πετάς κι εγώ μονάχα ξέρω
τι σ’ έχει κάνει να κρατάς
την πιο τρελή γραμμή πορείας
χωρίς μια ζώνη ασφαλείας
χωρίς να σκέφτεσαι πού πας

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες μπαλαλάικες κι ένα μικρό βιολί
και τα διακόσια ενα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Read Full Post »

DSC07398

My new home.

Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.

Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα «οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί» και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.

Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι «σταμάτα, πια, S., να μιλάς», και «γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;» Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: «θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς».

Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. «Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!» Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;

Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω «σταμάτα» ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. «Εντάξει.» Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.

Εδώ.

Read Full Post »

Today.

Theaterspektakel Zürich 2009

Theaterspektakel Zürich 2009 by Problemkind on flickr


[Επέστρεψα .]

Read Full Post »

[κρεμμύδι]

Είμαι εγώ, στο σπίτι της γιαγιάς, το μεσημέρι πριν πάω στο φροντιστήριο. Μυρίζει κοτόσουπα αυγολέμονο  – ή μπιφτέκια. Η γιαγιά βλέπει το Ζάχο Δόγγανο στην τηλεόραση, και γελάει. Εγώ ξεφυλλίζω την εφημερίδα της (Ελεύθερος Τύπος με τα φύλλα πιασμένα με καρφίτσες) ή χαζεύω τις ανθολογίες της βιβλιοθήκης (τον Παπαδιαμάντη) ή διαβάζω το βιβλίο της για την ανθρώπινη υγεία (λευκά αιμοσφαίρια/ερυθρά αιμοσφαίρια, ο αυνανισμός προκαλεί τύφλωση). Με παίρνει ο ύπνος στο διπλό κρεβάτι, ώσπου να έρθει να με ξυπνήσει σε είκοσι λεπτά.

[this is hardcore]

Είμαι εγώ, στο δεύτερο Rockwave, στη Φρεαττύδα το ’98, με την ξαδέλφη μου, τον Π., τον αδελφό του και μια φίλη τους. Έχουμε δει τους Closer, τους Puressence, τους Sonic Youth, περιμένουμε να βγουν οι Pulp. Είμαστε στην τρίτη σειρά, μπροστά απ’τη σκαλωσιά. Πατάμε στην άμμο. «Αν γυρίσει τώρα ο Π.», σκέφτομαι, «θα τον φιλήσω. Τώρα, τώρα, αν γυρίσει, θα τον φιλήσω». Εγώ κάνω ασκήσεις θάρρους, αλλά ο Π. δε γυρίζει εκείνο το βράδυ. Ψευτομιλάμε και κοιτάμε κι οι δυο μας μαγεμένοι τον Jarvis Cocker να τραγουδάει και να σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά από πάνω μας.

[rivella]

Είμαι εγώ, καθισμένη με την Ε. και τη Μ. στο μπαλκόνι του κτιρίου Ε. Κολλάμε. Πίνουμε Rivella και τρώμε παγωτό. Η Μ. έχει βγάλει αυτά τα πέδιλα που έχει πάρει απ’ τη Μινόρκα και φοράει κάθε χρόνο κι ακουμπάει τις πατούσες της στο κάγκελο. Εγώ καταριέμαι την ώρα που φόρεσα τζιν κι αθλητικά. Συζητάμε για τη ζέστη. Ακούμε τα τραμ που περνούν από κάτω και λαχταράμε τη λίμνη, ενώ περιμένουμε να έρθει η ώρα για να ξαναμπούμε μέσα για μάθημα.

Read Full Post »

κάνει καλό στη διάθεση. Μου.
[κάποιος θα περάσει ένα απόγευμα αναστατωμένος, αλλά δεν είμαι -πλέον- εγώ]afuck

Read Full Post »

[κι αν όταν γυρνούσα από το Τόκυο με την Air France έπεφτε το αεροπλάνο μου; Το ξέρω πως τα αεροπορικά δυστυχήματα είναι σπάνια κι η Air France αξιόπιστη εταιρία, δεν ειν’αυτό το θέμα μας – το θέμα μας είναι, πως θα πέθαινα μόνη μου, χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο. ναι, βέβαια όλοι μόνοι μας πεθαίνουμε στην τελική, αλλά χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο;]

Κι έτσι χτες στο αεροδρόμιο, καλό ταξίδι. Να προσέχεις, καλά; Έλα, μη σκέφτεσαι αηδίες τώρα. Σ’αγαπάω – σ’αγαπάω. Άντε, γεια σου. Γεια σου.

Είναι στενόχωρα τ’αεροδρόμια. Όσο τρώγαμε το σάντουιτς από το Coop κι όσο έτρωγα το ρυζόγαλό μου (ναι, ρυζόγαλο, τι να κάνουμε τώρα;) μιλούσε μια κοπέλα στο καρτοτηλέφωνο κι έκλαιγε.

[πριν από πολλά χρόνια, φρεσκοερωτευμένη, άφηνα τον Π. στ’αεροδρόμιο και τον κοιτούσα να φεύγει. Πέρασε την αυτόματη συρόμενη πόρτα, αυτή άνοιξε, έκλεισε, και τον έκλεισε από πίσω. Μ’είχε πιάσει απελπισία, ήταν μια γυάλινη πόρτα και τον είχε πάρει. Πότε θα τον ξανάβλεπα; Τελικά δε θα τον ξανάβλεπα, γιατί χωρίσαμε στο μεταξύ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.]

Ή τα τρένα. Γυρίζαμε με τον Α. από το Βερολίνο με το ICE. Ο Α. διάβαζε την εφημερίδα του – εγώ άκουγα στο repeat ένα cd του Jacques Brel. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Τρώγαμε κάτι φρούτα που είχαμε αγοράσει απ’το σταθμό. Όλη την ώρα μία γυναίκα διαγώνιά μου με κοιτούσε επίμονα. Θα φτάναμε σε λίγο στην Κολωνία, με τον Α. είχαμε φτάσει στα μανταρίνια. Πήρα ένα, σηκώθηκα, στάθηκα μπροστά της, θέλετε ένα μανταρινι; Όχι, όχι, ευχαριστώ, και χαμογέλασε. Και δεν ξανακοίταξε.

Η Judith Hermann γράφει υπέροχα, αλλά sie ist mir nicht geheuer. Αυτές οι ποιητικές και ακριβείς περιγραφές των μετέωρων στιγμών της ζωής με σκοτώνουν. Η ιστορία Malte, όμως, είναι αριστούργημα. Η Alice ζητά να συναντήσει το Friedrich, τον εβδομηντάχρονο πια εραστή του θείου της Malte, που αυτοκτόνησε ένα μήνα πριν γεννηθεί.

Ihre Grossmutter hätte sich zu der Begegnung zwishen Alice und Friedrich nicht geäussert. Kein Für und kein Wider, weder noch. Sie war, fand Alice, im Alter ein auf demütige Weise glücklicher Mensh gewesen. Die Treppe herunter kam Friedrich. Ein alter Mann. Sehr feine Haare, weiss, fast leuchtend, und Alice dachte staunend, dass sie doch eigentlich angenommen hatte, er wäre jung. So jung wie er damals gewesen war, vor fast vierzig Jahren, sie hatte angenommen, Friedrich habe zu altern aufgehört, als Malte starb. Seine Geschichte habe dort aufgehört. Ihre habe angefangen.

Όταν βλέπω φωτογραφίες των γονιών ανθρώπων που αγαπώ – οι άνθρωποι γίνονται σαν τον Φράνκενσταϊν. Αυτά τα μάτια. Αυτό το χαμόγελο. Τα γόνατα του πατέρα του. Τα δάχτυλα της μητέρας του. Ένα ζευγάρι που γελάει αμήχανα μπροστά στη μηχανή, και δεν έχει ιδέα ότι θα γεράσει, θα κάνει παιδιά. Πού είναι; Δε θα μάθουμε ποτέ. Η θεία μου φοιτήτρια να παίζει τάβλι σε καλοκαιρινές διακοπές. Φοράει μαντίλι στα μαλλιά, πορτοκαλί φόρεμα και γελάει, είμαι σίγουρη, μ’αυτόν τον γοητευτικό ειρωνικό τρόπο που είχε.

[ακριβώς έτσι, όταν κάποτε γίνω -ευελπιστώ- ηλικιωμένη, μπορεί το blog ακόμα να ταξιδεύει έτσι ορφανό στο δίκτυο. Και θα λέω, θα λέει, «αυτή ήμουν.»]

ricola_kaugummi_glendaΗ φωτό από την καλοκαιρινή διαφημιστική καμπάνια για τις καινούριες τσίχλες της Ricola. Very swiss. (Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι το πουκάμισο είναι Alprausch, κι έχω το ίδιο καρό, σε κόκκινο άσπρο, σε φόρεμα. «Μοιάζει με ποδιά», είχε πει ο Γ. Μα, αυτό είναι το νόημα!)

Ο τίτλος από το κομμάτι Anthems for a seventeen-year old girl των Broken Social Scene.

Read Full Post »

Older Posts »