Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘εικόνες’

My dear C.,

I have been thinking about you. Today it was raining. I went to the Korean shop off the Bahnhofstrasse. I bought yuzu tea! I ordered and sat at the counter. Two Korean babies were running around. I looked at the quiet bar. Inside there, I felt like in Japan. Comfortable, unknown, calm.

A kiss,

 

Read Full Post »

Είναι όμορφο, κι είμαι χαρούμενη.

Read Full Post »


Hey well, τουλάχιστον αυτή η διεύθυνσή μου δεν αλλάζει.

Read Full Post »

εδώ.

Read Full Post »

DSC07398

My new home.

Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.

Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα «οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί» και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.

Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι «σταμάτα, πια, S., να μιλάς», και «γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;» Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: «θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς».

Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. «Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!» Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;

Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω «σταμάτα» ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. «Εντάξει.» Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.

Εδώ.

Read Full Post »

Αφού έχω κοιμηθεί, αφού έχω δει φίλους, πριν επεξεργαστώ τις φωτογραφίες μου:

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Μια κουνημένη φωτό φθινοπωρινού παραδείσου.

να μάθω: composition, την κάμερά μου

να αγοράσω: μία dSLR

Το πάρκο, ευτυχώς, θα είναι πάντα εκεί.

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

Today.

Theaterspektakel Zürich 2009

Theaterspektakel Zürich 2009 by Problemkind on flickr


[Επέστρεψα .]

Read Full Post »

dynamo

Στο Chuchi am Wasser. Το διπλανό ζευγάρι είναι ξαπλωμένο, αγκαλιασμένο στην πλατφόρμα και λιάζεται . Δίπλα στο χέρι του είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός για την Ουγγαρία. Εμείς έχουμε ακουμπήσει τον καφέ μου και την μπύρα της στο πεζούλι κι έχουμε κρεμάσει τα πόδια μας απ’έξω. (λες να μου πέσουν τα παπούτσια μέσα στο ποτάμι;) Έχω παρατήσει το κράνος δίπλα από την τσάντα μου. Η παρέα από πίσω μας ακούει τις ιστορίες της A-S. από το Σαββατοκύριακο και γελάει. Βγάζουμε φωτογραφίες.

Ένα ζευγάρι πηδάει στο ποτάμι και το παίρνει το ρεύμα. Ο άντρας κρατάει στο νερό σα σανίδα μια κόκκινη τσάντα που επιπλέει. «Ξέρεις τι κάνουνε;» λέει η A-S. «Έχουν τα ρούχα και τα παπούτσια τους στην τσάντα. Όταν φτάσουν πιο κάτω, θα βγουν και θα ντυθούν. Είναι αδιάβροχη!»

Μία Ortlieb X-Plorer M, σε κόκκινο. Ή σε μπλε; Μμμ, μάλλον σε κόκκινο.

[Α, ναι. I don’t care ’bout anything but you! (anything but youuuu, η επανάληψη της Nina). Ονειρεύομαι να πηδάμε στο νερό και να’χουμε τα ρούχα μας μαζί μας. Φόρεμα, μπλουζάκι, σορτσάκι, πορτοφόλι, κλειδιά. Άλλοι αισθάνονται κυρίαρχοι του κόσμου μ’ένα αμάξι. Με τη μεγαλομανία και τη διάθεση «αγαπώ κι όλο τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί» αυτού του καλοκαιριού, μου αρκούν, α, το ποδήλατο, και βου, η τσάντα. Και το νερό. Ή μερικοί λόφοι. Η θέα. Ξέρεις τώρα. The great outdoors, και τέτοια. Ω Θεέ μου, αγαπάει την Ελβετία! ]

flussbad unterer letten

[η φωτό είναι από το Unterer Letten – για κάποιο λόγο φωτό από το Dynamo και το Platzspitz δεν παίζουν στο flickr. very strange.]

Read Full Post »

[κρεμμύδι]

Είμαι εγώ, στο σπίτι της γιαγιάς, το μεσημέρι πριν πάω στο φροντιστήριο. Μυρίζει κοτόσουπα αυγολέμονο  – ή μπιφτέκια. Η γιαγιά βλέπει το Ζάχο Δόγγανο στην τηλεόραση, και γελάει. Εγώ ξεφυλλίζω την εφημερίδα της (Ελεύθερος Τύπος με τα φύλλα πιασμένα με καρφίτσες) ή χαζεύω τις ανθολογίες της βιβλιοθήκης (τον Παπαδιαμάντη) ή διαβάζω το βιβλίο της για την ανθρώπινη υγεία (λευκά αιμοσφαίρια/ερυθρά αιμοσφαίρια, ο αυνανισμός προκαλεί τύφλωση). Με παίρνει ο ύπνος στο διπλό κρεβάτι, ώσπου να έρθει να με ξυπνήσει σε είκοσι λεπτά.

[this is hardcore]

Είμαι εγώ, στο δεύτερο Rockwave, στη Φρεαττύδα το ’98, με την ξαδέλφη μου, τον Π., τον αδελφό του και μια φίλη τους. Έχουμε δει τους Closer, τους Puressence, τους Sonic Youth, περιμένουμε να βγουν οι Pulp. Είμαστε στην τρίτη σειρά, μπροστά απ’τη σκαλωσιά. Πατάμε στην άμμο. «Αν γυρίσει τώρα ο Π.», σκέφτομαι, «θα τον φιλήσω. Τώρα, τώρα, αν γυρίσει, θα τον φιλήσω». Εγώ κάνω ασκήσεις θάρρους, αλλά ο Π. δε γυρίζει εκείνο το βράδυ. Ψευτομιλάμε και κοιτάμε κι οι δυο μας μαγεμένοι τον Jarvis Cocker να τραγουδάει και να σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά από πάνω μας.

[rivella]

Είμαι εγώ, καθισμένη με την Ε. και τη Μ. στο μπαλκόνι του κτιρίου Ε. Κολλάμε. Πίνουμε Rivella και τρώμε παγωτό. Η Μ. έχει βγάλει αυτά τα πέδιλα που έχει πάρει απ’ τη Μινόρκα και φοράει κάθε χρόνο κι ακουμπάει τις πατούσες της στο κάγκελο. Εγώ καταριέμαι την ώρα που φόρεσα τζιν κι αθλητικά. Συζητάμε για τη ζέστη. Ακούμε τα τραμ που περνούν από κάτω και λαχταράμε τη λίμνη, ενώ περιμένουμε να έρθει η ώρα για να ξαναμπούμε μέσα για μάθημα.

Read Full Post »

Older Posts »