Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελβετία’

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

Read Full Post »

Die Schweiz verbietet den Bau von Minaretten.

Και όμως συνέβη! Με 57.5%, οι Ελβετοί πολίτες αποφάσισαν να υπερψηφίσουν την πρόταση απαγόρευσης των μιναρέδων στη χώρα. Οι υπάρχοντες μιναρέδες δεν θα γκρεμιστούν, όμως απαγορεύεται να χτιστούν άλλοι. Φυσικά, η γερμανόφωνη Ελβετία πρωτοστάτησε και πάλι σ’αυτή τη θλιβερή απόφαση, με το μεγαλύτερο ποσοστό υπέρ στο καντόνι Appenzeller Innerhoden (όπου το δικαίωμα ψήφου παραχωρήθηκε στις γυναίκες με δικαστική απόφαση μόλις το 1990). Κατά ψήφισαν μόνο το καντόνι της πόλης της Βασιλείας και τα γαλλόφωνα καντόνια της Γενεύης, του Βωντ και του Νεσατέλ.Είναι πολύ πιθανό ότι η απόφαση αυτή θα προσβληθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ βρίσκεται σε αντίθεση και με συνθήκες του ΟΗΕ.

Επίσης, σήμερα απορρίφθηκε η πρόταση απαγόρευσης των εξαγωγών ελβετικού πολεμικού υλικού με 68%. Τον συσχετισμό ας τον κάνει ο καθένας μόνος του.

Δεν είμαι θρήσκα, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον για καμία θρησκεία – αλλά και κανένα πρόβλημα για όποιον η πίστη κάπου τον βοηθά να ορίσει ένα σύστημα αξιών και ηθικής. Η μονομερής απαγόρευση κτίσης λατρευτικών χώρων μίας συγκεκριμένης θρησκείας, όμως, είναι απαράδεκτη.

Λίγα χρόνια μόλις πριν θα είχα φουντώσει από το θυμό μου και τη στενοχώρια μου. Τώρα σκέφτομαι ήρεμα πως αυτή η βλαχοχώρα, αντιπαθής από την πρώτη στιγμή, γεμάτη με ρατσιστές απεχθών, αμόρφωτων, εύπορων στρωμάτων, με αφορά εξίσου λίγο όσο και πριν. Όταν σε λίγα χρόνια φύγω όπως ελπίζω, το μόνο που θα αφήσω πίσω μου είναι μία μεγαλοπρεπής, χορταστική μούντζα. Το πολυτεχνείο είναι το μόνο που θα γλιτώσει τα σκάγια.

Είμαι τυχερή που δεν είμαι μουσουλμάνα και που μπορώ να το βλέπω έτσι.

Read Full Post »

dynamo

Στο Chuchi am Wasser. Το διπλανό ζευγάρι είναι ξαπλωμένο, αγκαλιασμένο στην πλατφόρμα και λιάζεται . Δίπλα στο χέρι του είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός για την Ουγγαρία. Εμείς έχουμε ακουμπήσει τον καφέ μου και την μπύρα της στο πεζούλι κι έχουμε κρεμάσει τα πόδια μας απ’έξω. (λες να μου πέσουν τα παπούτσια μέσα στο ποτάμι;) Έχω παρατήσει το κράνος δίπλα από την τσάντα μου. Η παρέα από πίσω μας ακούει τις ιστορίες της A-S. από το Σαββατοκύριακο και γελάει. Βγάζουμε φωτογραφίες.

Ένα ζευγάρι πηδάει στο ποτάμι και το παίρνει το ρεύμα. Ο άντρας κρατάει στο νερό σα σανίδα μια κόκκινη τσάντα που επιπλέει. «Ξέρεις τι κάνουνε;» λέει η A-S. «Έχουν τα ρούχα και τα παπούτσια τους στην τσάντα. Όταν φτάσουν πιο κάτω, θα βγουν και θα ντυθούν. Είναι αδιάβροχη!»

Μία Ortlieb X-Plorer M, σε κόκκινο. Ή σε μπλε; Μμμ, μάλλον σε κόκκινο.

[Α, ναι. I don’t care ’bout anything but you! (anything but youuuu, η επανάληψη της Nina). Ονειρεύομαι να πηδάμε στο νερό και να’χουμε τα ρούχα μας μαζί μας. Φόρεμα, μπλουζάκι, σορτσάκι, πορτοφόλι, κλειδιά. Άλλοι αισθάνονται κυρίαρχοι του κόσμου μ’ένα αμάξι. Με τη μεγαλομανία και τη διάθεση «αγαπώ κι όλο τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί» αυτού του καλοκαιριού, μου αρκούν, α, το ποδήλατο, και βου, η τσάντα. Και το νερό. Ή μερικοί λόφοι. Η θέα. Ξέρεις τώρα. The great outdoors, και τέτοια. Ω Θεέ μου, αγαπάει την Ελβετία! ]

flussbad unterer letten

[η φωτό είναι από το Unterer Letten – για κάποιο λόγο φωτό από το Dynamo και το Platzspitz δεν παίζουν στο flickr. very strange.]

Read Full Post »

A few months ago I’d have patted myself on the back to write such words, but I couldn’t have written them. I had to live them first, and now that I’m living them there’s no need to write them.

Smoke Bellew by Jack London, από το ποστ Nothing to say του blog μόδας The Clothes Horse

Small waterfall

1. Heidiland

Πήγαμε, λοιπόν (να’ν’ καλά το PhD program) στο στερεότυπο: ελβετική νευρολογική κλινική αποκατάστασης στα βουνά. Η ανθρώπινη ασθένεια, όμως, δεν είναι ούτε στερεοτυπική ούτε αστεία. Σε μια απομονωμένη κοιλάδα, είναι ένα μέρος πολύ πολιτισμένο. Εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, θερμά λουτρά, άλογα, Lokomat, δωμάτιο χαλάρωσης, βιβλιοθήκη, εστιατόριο. Δε μύριζε νοσοκομείο, κι όσο ήμασταν εκεί, όλα ήταν ήρεμα. Είχε πολλούς Ιταλούς ασθενείς που έβλεπαν τηλεόραση στο κοινό δωμάτιο. Οι ασθενείς αναρρώνουν από εγκεφαλικά, AVM, όγκους, δυστυχήματα. Το πρώτο απόγευμα που κάναμε περίπατο με τη Ν. είδαμε μια έφηβη κοπελίτσα που περπατούσε με πατερίτσες δίπλα στους γονείς της. Μας είπε Grüezi και χαμογέλασε, λες και ντρεπόταν για το πώς είναι. Μας μίλησε ένας ασθενής, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, που μετά το εγκεφαλικό του καταλάβαινε και σκεφτόταν στ’αγγλικά, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σιγά-σιγά τα κατάφερε – τώρα μάθαινε το th. Μια κοπέλα δεκαεννιά χρονών που έπεσε από τους κρίκους στην ενόργανη, κι έχει χάσει κομμάτι από τη μνήμη της. Τότε άνοιξε η πόρτα απότομα, και μπήκε ένας ηλικιωμένος που φώναζε χαρούμενα, «μου είπαν ότι εδώ έχει ομιλία. Θέλω κι εγώ να μιλήσω! Να πω τι έπαθα! Πού να κάτσω;»  Ο νευρολόγος μας είπε αργότερα ότι αυτός ο κύριος τραυμάτισε σε αυτοκινητιστικό την περιοχή του εγκεφάλου που σταματά την παρόρμηση. Ανοίγει πόρτες και μπαίνει, ξεκινάει να μιλάει, φλερτάρει με το προσωπικό. Την άλλη μέρα, βόλτα με τη Μ. «Συγνώμη – συγνώμη, κορίτσια; Μπορείτε να με βοηθήσετε; Μου έπεσε το πορτοφόλι μου και δεν μπορώ να σκύψω να το πιάσω.» Είναι μία κυρία, γύρω στα εξήντα πέντε, σε αναπηρικό καροτσάκι. «Είστε από αυτό το…αυτό το συνέδριο που λένε, που ήρθατε χτες;» «Ναι.» «Και τι κάνετε; Εσείς, αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω, εσείς τι κάνετε; Α, πολύ ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον! Κι εσείς; Τι λέτε;» Το βράδυ πήγαμε για δείπνο σ’ένα κελάρι με κρασιά στο χωριό. Τραγουδούσε ένας τετραπληγικός πρώην ασθενής της κλινικής. Μπορούσε να κινεί το ένα χέρι, και με την έξω μεριά του καρπού έλεγχε τον υπολογιστή του, που έπαιζε μουσική. Κι αυτός τραγουδούσε. Είχε πολύ ωραία φωνή, θα το’λεγα ούτως ή άλλως δηλαδή, τετραπληγικός ή μη, κι ήταν πολύ χαρούμενος. Όλο έλεγε, «χορέψτε, χορέψτε! και τώρα χορέψτε!», κι ελάχιστοι χόρευαν. Αχ, δε χορεύει πια ο κόσμος όπως παλιά, και σίγουρα όχι με μισοαγνώστους. Τι στενόχωρο, αυτός που θα’θελε να χορέψει δεν μπορούσε, κι εμείς μπορούσαμε και δεν το κάναμε. Τι θα’ταν; Τίποτα δε θα’ταν. Αλλά δεν το κάναμε.

The view from our room 1

Το μπαλκόνι μας

2. Το όνειρο

Όταν το τελευταίο όνειρο της νύχτας είναι ότι κοιμάσαι πάνω σ’ένα μαλακό Zopf, τότε η μέρα σου θα’ναι καλή. Μετά τη δουλειά πήγα βόλτα στο δάσος. «Γρήγορα, γρήγορα», γρήγορα ήθελα να κατέβω, αλλά κάπου εκεί, όταν έφτασα πλάι στο χορτάρι που φτάνει μέχρι το γόνατο, ή όταν είδα τη γύρη στο φως το ήλιου, κάπου εκεί ξεχάστηκα. Άκουγα το M83  τουM83, και το She stands up που έπαιζε όταν είδα τη λίμνη (μα λίμνη! είκοσι λεπτά απ’το εργαστήριο! πού ζεις, μαλάκα;) δεν έλεγε πια Do you think he still loves her?/How would I know about this, Hunter?/I think he does… αλλά Do you think he still knows Zurich?/How would I know about this, honey?/I think he does…Έφτασα κάτω βλέποντας αυτή τη θέα, το άλμπουμ έφτανε στο τέλος του, (I’m happy, she said), το τηλέφωνο χτύπησε, «Πού είσαι; Δε θα’ρθεις; Έχουμ’αργήσει!»

A secret bench and table

3. And no one cares

Τα δείπνα της Παρασκευής και της Δευτέρας, για το τέλος της διπλωματικής του Μ. ήταν καλά. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι τον αναγνωρίζω καθαρά – αλλά χάνονται τόσο μέσα στις υπόλοιπες, που δεν ξέρω τελικά ποιος είναι. Αλλά αυτή η φωνούλα που συμπληρώνει «…και δε με νοιάζει» είναι τελευταία σταθερά εκεί.

4. Teach me how to fight

Οι Junior Boys ήταν σκέτη απογοήτευση. Ένα θα πω: μία ώρα. Μα μία ώρα, παιδιά; Ας είχαν και στολή (παντελόνι 7/8, κοντομάνικο πουκάμισο, πλεκτό γιλεκάκι, άσπρες κάλτσες, μαύρα παπούτσια), ας είχε κι ο τραγουδιστής hitler hairdo, making me feel ill, ας είχαν κι ωραία, κάπως μελαγχολικά βίντεο από πίσω από σεισμούς, εφηβικούς τσακωμούς και πέρασμα από τούνελ (πιο πολύ new media ήταν αυτό το σύνολο, τα βίντεο δεν έντυναν τη μουσική, αλλά κι ούτε η μουσική τα βίντεο) – μία ώρα. Και χωρίς encore. [Επίσης, αυτός ο φρικτός συνδυασμός 80s και 90s στα ρούχα του κοινού θα συνεχίσει να πουσάρεται κι άλλο ή έχουμε πιάσει πάτο;]

Read Full Post »

Zurich on a summer afternoon

Αυτή η χρονιά είναι από τις πιο σημαντικές στη ζωή μου – και σίγουρα η πιο γεμάτη. Αν είχα ταλέντο (ώστε το δικό μου να μην είναι πια μόνο δικό μου), κι αν δεν είχα και ντροπή (ώστε να μη φοβάμαι) θα μπορούσα να γράψω κάτι διαφορετικό, που δε θα ‘μοιαζε με απρόσιτη ανασκόπηση.

Είναι μια φωτογραφία που θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τη φετινή χρονιά. Στο κέντρο της φωτογραφίας, ξαπλωμένοι σε μια ταράτσα με λουλούδια, είμαστε εγώ κι ο Μ. Γελάμε, και κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου. Αυτό που δε φαίνεται είναι πως έχουμε βουρκώσει.
[«κι έτσι έχω αυτό το αίσθημα…»»κατάθλιψης.»»…ναι.»»χχχχ, γιατί δεν μας το είπες; γιατί δεν μου το είπες;»»γιατί δεν το’χα καταλάβει.»]

Δίπλα μου ένας γιαπωνέζος, ο οποίος απ’ό,τι δείχνουν τα πράματα, ήταν ερωτευμένος μαζί μου, με τραβάει φωτογραφία. Στο βάθος, ο P. μιλάει με τη M.

Ό,τι επακολούθησε κατατάσσει αυτό το βράδυ με ευκολία σ’ ένα από τα χειρότερα της ζωής μου. Κι όμως, αυτή τη φωτογραφία την αγαπώ πολύ. Γιατί η ταράτσα ήταν στον πέμπτο. Και το κομμάτι αυτό με τα λουλούδια, κάγκελα δεν είχε. Είναι αυτό το «γιατί δεν μου το είπες;» από τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη (που και πάλι είναι πολλοί για μια χρονιά, και για μια ζωή ίσως, το’χω πει πολλές φορές πως νιώθω πολύ τυχερή) όταν εγώ δεν καταλάβαινα πως θα μπρούσαμε να πέσουμε, κι είναι αυτό το χέρι που κρατούσα με τον Μ., και κάποιους λίγους ακόμη, που κρατούσαμε σ’όλη τη χρονιά, όταν τελικά πέσαμε. Όλοι μας.

Τώρα, λοιπόν, που είμαι στο γραφείο, απ’ όπου βλέπω τον απέναντι τοίχο που λέει «punk», συνειδητοποιώ πως κάθε μέρα σκέφτομαι, «Do you feel lucky, punk?», και η απάντηση είναι κάθε μέρα, χωρίς παραλλαγή, «Yes. Very.»

Ακούγεται ηλίθιο το «είμαι χαρούμενος που είμαι ζωντανός», αλλά πραγματικά, είμαι χαρούμενη που είμαι ζωντανή. Με κάθε έννοια. Κυρίως επειδή ξέρω πως κάποιοι πια δεν είναι.

Καλή επόμενη χρονιά. (λιγότερο γεμάτη θα προτιμούσα – φχαρστώ).

Υ.Γ. Εννοείται πως η φωτογραφία δεν μπαίνει εδώ. Η αποπάνω είναι από μία υπέροχη βόλτα μια μεγάλη μέρα, στην όμορφη και μυρωδάτη Ζυρίχη του Ιουλίου, ακούγοντας Boards of Canada.

Read Full Post »

Τώρα ‘ντάξει, ανακαλύπτω μάλλον την πυρίτιδα, αλλά η Andorra μού θύμισε πολύ το Dogville.

[αν ήμουν ακόμη στην περίοδο που μισούσα την Ελβετία, θα έλεγα πως η φράση «ο κόσμος θα’ταν καλύτερος χωρίς το Dogville», που επαναλάμβανα συχνά τότε από μέσα μου σε ταχυδρομεία, γραφεία δηλώσεων προσώπων, αστυνομίες κ.τ.λ. δεν ήταν τελικά τυχαία. ευτυχώς δεν είμαι πια εκεί. ας πω κι ότι μού κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση που αυτό το εμφανώς πολύ σκληρό για τη χώρα του έργο του αγαπημένου Frisch διδάσκεται στα ελβετικά σχολεία. κι ότι ντρέπομαι ταυτόχρονα που έμαθα να μου κάνει εντύπωση.]

The House on the Lake

The House on the Lake by Philippe Sainte-Laudy on flickr

Read Full Post »

Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο
και θα ‘ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο
γιατί μια καινούρια αγάπη θα χύνεται σα μέλι
κι από ένα σημείο τής Γης αυτός ο ήλιος θ’ ανατέλλει
πιο όμορφος από ποτέ / σα στρογγυλό χρυσάφι
θα λάμψει στο βλέμμα σου σα μεγάλο διαμάντι

Κι εγώ που κάνω όνειρα χωρίς να κοιμάμαι
περνάω μέσα από ένα κρύσταλλο χωρίς να φοβάμαι
γιατί τα όνειρα που κάνω όταν περπατώ στο δρόμο
είναι πιο έντιμα απ’ αυτά που μας πλασάρει ο νόμος
ο νόμος μιας εταιρίας, ο νόμος μιας πολιτείας
Η χώρα μου είναι αποικία μιας πιο μεγάλης αποικίας

Χρώματα απ’ τον πόλεμο μιας υδατογραφίας
χρώματα αγάπης και χρώματα βίας
Θάψε τις κούκλες κι όλα τα πλαστικά σου όπλα
μαχαίρια, πιστόλια, κάθε είδους κόλπα
Τα όνειρα της ζωής, μια θαμπή ανάμνηση
στριφογυρίζουν σα μόρια μιας μεγάλης περιπλάνησης
σα δαχτυλίδια του Κρόνου στέκονται πάνω απ’ το κεφάλι
τα όνειρα που κάνω όταν είμαι ξύπνιος στο σκοτάδι

Είναι σα μαγνήτης που με κάνει να ονειρεύομαι
να μιλάω στα κτίρια, στα σύννεφα, ή να προσεύχομαι
Να ‘χα μια θάλασσα έξω απ’ το σπίτι μου
κι όποτε βρέχει να πετάω απ’ το μπαλκόνι μου
κρατώντας το χέρι σου για πάντα
στις φραουλένιες πεδιάδες, στις γραμμικές κοιλάδες
Κι όπως συγκρούεται ένα αεροπλάνο στο μυαλό μου
να γίνει το σώμα σου ένα με το δικό μου
Πες μου, πες μου, τι σκέφτεσαι για μένα
όταν τα σώματά μας στέκουν σταυρωμένα
κι από ένα σημείο της Γης αυτός ο ήλιος ανατέλει
Κάποιος τότε σ’ ένα στόχο σημαδεύει

Χρώματα απ’ τον πόλεμο μιας υδατογραφίας
χρώματα αγάπης και χρώματα βίας
Θάψε τις κούκλες σου κι όλα τα πλαστικά όπλα
μαχαίρια, πιστόλια, κάθε είδους κόλπα
Τα όνειρα της ζωής, μια θαμπή ανάμνηση
στριφογυρίζουν σα μόρια μιας μεγάλης περιπλάνησης
σα δαχτυλίδια του Κρόνου στέκονται πάνω απ’ το κεφάλι
τα όνειρα που κάνω όταν είμαι ξύπνιος στο σκοτάδι

Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο
και θα ‘ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο
Ίσως βρούμε ένα σπίτι για να μείνουμε
ένα τόπο να ζήσουμε και να πεθάνουμε
μιλώντας σε κάποιον που έχει πεθάνει
σε χιονισμένα τοπία, σε δέντρα από μελάνι
ή σε ανθρώπους που ψάχνουν μια κατεύθυνση
προς το θεό, μια άλλη χώρα, μια άγνωστη διεύθυνση
στην οθόνη ενός κομπιούτερ, στα όνειρα του σκύλου
στο ουράνιο τόξο, στην καρδιά ενός φίλου

Φύλαξε τις εικόνες κι όλα όσα πιστεύεις
στο βιβλίο των ματιών σου είναι όλα αυτά που θέλεις
Χρώματα απ’ τον πόλεμο μιας υδατογραφίας
χρώματα αγάπης και χρώματα βίας
Θάψε τις κούκλες κι όλα τα πλαστικά σου όπλα
μαχαίρια, πιστόλια, κάθε είδους κόλπα
Τα όνειρα της ζωής, μια θαμπή ανάμνηση
στριφογυρίζουν σα μόρια μιας μεγάλης περιπλάνησης
σα δαχτυλίδια του Κρόνου στέκονται πάνω απ’ το κεφάλι
τα όνειρα που κάνω όταν είμαι ξύπνιος στο σκοτάδι

Στέρεο Νόβα – ένα κλεμμένο ποδήλατο

οι στίχοι από εδώ


Για μήνες η πρώτη μου σκέψη το πρωί ήταν ήταν η πανέμορφη «θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο και θα ‘ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο». Και το απόγευμα το «Να ‘χα μια θάλασσα έξω απ’ το σπίτι μου / κι όποτε βρέχει να πετάω απ’ το μπαλκόνι μου / κρατώντας το χέρι σου για πάντα /
στις φραουλένιες πεδιάδες, στις γραμμικές κοιλάδες»
.Τώρα, την εποχή που (ξανα)ξεκινούν οι δύσκολοι αποχαιρετισμοί, είναι το «Ίσως βρούμε ένα σπίτι για να μείνουμε / ένα τόπο να ζήσουμε και να πεθάνουμε / μιλώντας σε κάποιον που έχει πεθάνει / σε χιονισμένα τοπία, σε δέντρα από μελάνι / ή σε ανθρώπους που ψάχνουν μια κατεύθυνση».

Κι αν δεν είμαι της εποχής των Στέρεο Νόβα, κι υπάρχουν χίλια δυο που θα ‘θελα να πω – αλλά κάποια άλλη φορά. Σσσσσσς.

Read Full Post »

Older Posts »