Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘εμμονές’

Λοιπόν, το πρώτο επεισόδιο του Six Feet Under το είδα μία μέρα αφού γύρισα από την κηδεία μιας από τις καλύτερές μου φίλες. Δεν είχα καμία όρεξη να πάω στο εργαστήριο. Τακτοποίησα και καθάρισα τα πάντα, έφτιαξα φαγητό και κάθισα να το δω. Είχα διαβάσει καλά λόγια για τη σειρά. Αλλά ήθελα να τη δω, για να νιώσω λιγότερο μόνη. Η οικογένεια που έχει γραφείο κηδειών – κάθε επεισόδιο ξεκινά με ένα θάνατο. Κι άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν. Ήθελα να δω θανάτους. Κάθε τόσο κοιτούσα τον πίνακα με το παιδάκι του Πικάσο δίπλα μου, και το δέντρο έξω. Καλός ο ψυχαναγκασμός, αλλά μήπως παραήταν;

Μετά από λίγες εβδομάδες είδαμε το δεύτερο επεισόδιο, και μέσα σ’ένα χρόνο όλους τους κύκλους. Η σειρά, που ανέλαβε και εν μέρει έγραψε ο Allan Ball, είναι εξαιρετική, κι όπως και το American Beauty του, ανθρώπινη.Οι ήρωες γνωρίζουν το θάνατο και το πένθος, την ασθένεια και το φόβο του θανάτου, την οικογένεια που έχουν κι αυτήν που θα δημιουργήσουν, κρίσεις στις σχέσεις τους και σχέσεις που δεν περπάτησαν ποτέ, τον εγκλωβισμό, το απρόβλεπτο, το παρελθόν και το να προχωράς μπροστά. Δύσκολα θέματα – η σειρά όμως τα χειρίζεται με πολύ καλογραμμένους διαλόγους, εξαιρετικούς ηθοποιούς, μια δόση μαύρο χιούμορ και δύο πολύ έξυπνα ευρήματα: τις φαντασιώσεις των χαρακτήρων και τους διαλόγους τους με τους νεκρούς, ένα όχημα όπου προβάλλονται οι σκέψεις των ζωντανών. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικοί – είναι χαρακτήρες.

Στιγμές:

Η μητέρα της Claire συζητά με το σχολικό σύμβουλο, γιατί ανησυχεί για την κόρη της.

  • I’m afraid that Claire might be depressive.
  • Claire is not depressive, Mrs Fisher. But she is one of those people for whom it’s very important that their life has some meaning.
  • Doesn’t everyone want that?
  • You’d be surprised.

Ο Nate, φοβισμένος για την εξέλιξη του δεύτερου γάμου του, συζητά με τον πεθαμένο πατέρα του, και δεν μπορείς να μη γελάσεις με τη σκέψη που μάλλον έχουμε κάνει όλοι, μα όλοι οι άνθρωποι.

  • Let’s face it, buddy boy. There’s two types of people in the world. You, and everyone else.

Ο μανιοκαταθλιπτικός γκόμενος της Claire που έχει διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή συζητά με το δεύτερο άντρα της μητέρας της που πάσχει από ψύχωση και φοβάται πως η Ruth έχει φτάσει στα όριά της.

  • It’s difficult to put your shit together when somebody’s fucking watching all the time.
  • Yes. But what if nobody’s watching any more? What do you do then?

Ο Nate επισκέπτεται καθημερινά στο νοσοκομείο νεαρό ασθενή με AIDS που έχει ήδη σχεδιάσει την κηδεία του, παρά τη θέληση του τελευταίου. Κι αυτός του εξηγεί γιατί είναι μόνος του.

  • I never told to anyone, «I’ll have you.»

Η Claire φτάνει καταρρακωμένη στην κηδεία του αδελφού της.

  • You could at least have dressed.
  • David, I couldn’t.
  • The rest of us managed.
  • Well, the rest of you win.

Ο (μάλλον bisexual) πρώην φίλος της Claire, Russel, της εξηγεί πώς νιώθει για ένα κοινό τους φίλο (και μαζί ίσως πώς νιώθουν όλοι οι έφηβοι και μετέφηβοι με ομοφυλοφιλικές τάσεις).

  • And I don’t even think I’m in love with Jimmy. I want to be Jimmy. And you know what the best part is? Deep down I hate Jimmy.

Και τρεις σκηνές:

1. Στη λήξη του πάρτυ για το δεύτερο γάμο της Ruth, μετά το θάνατο του πρώτου άντρα της και πατέρα των παιδιών της, κατεβαίνει στην κουζίνα και τον βλέπει να κλαίει σιωπηλά.

2. Φεύγοντας πια οριστικά από το σπίτι των Fisher, η Claire βλέπει από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου τον πεθαμένο αδελφό της Nate να κάνει τζόγκινγκ.

3. Καθώς η Claire ταξιδεύει με το αυτοκίνητο, βλέπουμε σε έξι λεπτά το θάνατο όλων των μελών της οικογένειας. Η σειρά κλείνει το μάτι σ’όλα τα φινάλε που ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, ξεκινώντας μ’ ένα θάνατο και τελειώνοντας μ’όλους τους υπόλοιπους. Η οικογένεια Fisher είναι κι αυτή θνητή, και καθώς παίζει το Breathe me το κουτί κλείνει.

[Το φινάλε (spoiler alert) εδώ]

[κι εγώ θυμάμαι το Breathe me να παίζει χρόνια πριν, καθώς κάναμε την eagle pose, με την ήρεμη φωνή της Silvia να λέει «είσαι ένας περήφανος αετός», καθώς ίδρωνα και το απογευματινό φως έμπαινε από τα παράθυρα, μία Κυριακή την πρώτη μου χρονιά στη Ζυρίχη.]

Advertisements

Read Full Post »

swim

Sea

[Josef] I thought um, you and I, maybe we could go away somewhere. Together. One of these days. Today. Right now. Come with me.
[Hanna] No, I don’t think that’s going to be possible.
[Josef] Why not?
[Hanna] Um, because I think that if we go away to someplace together, I’m afraid that, ah, one day, maybe not today, maybe, maybe not tomorrow either, but one day suddenly, I may begin to cry and cry so very much that nothing or nobody can stop me and the tears will fill the room and I won’t be able to breathe and I will pull you down with me and we’ll both drown.
[Josef] I’ll learn how to swim, Hanna. I swear, I’ll learn how to swim.

[The secret life of words]

Read Full Post »

Όλο χειμωνιάτικες ή άχρονες μουσικές είναι για μένα οι καλοκαιρινές.

Πριν έντεκα χρόνια, κοντά τέτοια εποχή, είχε βγει το ok computer. Την πρώτη μέρα κυκλοφορίας φυσικά την είχα χάσει, μια και τα ημιεπαρχιακά δισκάδικα κοντά στο σχολείο μου ούτε ήξεραν ούτε είχαν ακούσει.

Κι έτσι την επόμενη, πηγαίνοντας να δώσω τα προφορικά του proficiency στις τρεις το μεσημέρι με τη φίλη μου την Ε. και τη γυναίκα ναυτικού μαμά της που πάλευε να βρει την Πανεπιστημίου βγαίνοντας απ’ την Ομόνοια, φορώντας κυπαρισσί all star, τζιν, κι ένα φρικτό τσαγαλί μπλουζάκι, το αγόρασα απ’ το metropolis.

Πώς μπορείς να νιώθεις τόσο γεμάτος με κάτι που ‘χεις μες στην τσάντα σου; Ποτέ δε μου ‘χει ξανατύχει.

Στο δωμάτιό μου τότε δεν έβλεπες πάτωμα απ’ τα ρούχα και τα βιβλία και τα cd, κι η ουρά με τ’ αντικείμενα εκτεινόταν ως το μπάνιο, γιατί ήταν ανοιχτές οι πόρτες αφού έλειπε η αδελφή μου κι άκουγα επιτέλους μουσική δυνατά κάνοντας μπάνιο, κι ήτανε για μένα.

Πηγαίνοντας το βράδυ στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του γυμνασίου μου, φορώντας ένα εξίσου φρικτό γαλάζιο φόρεμα και κάτι ακόμα χειρότερα μπλε σαμουά μοκασίνια (καλοκαιριάτικα!) άκουγα μέσα μου το Paranoid Android, που πια δεν ξεροστάλιαζα μπροστά στο mtv ώσπου να το παίξει, κι όποτε τ’ ακούω ακόμα και τώρα βλέπω τα παπούτσια μου σαν αυτά τα βιντεοκλίπ που η κάμερα είναι ο ήρωας, βλέπω τα παπούτσια μου και την άσχημη πόλη ένα απόγευμα ιουνίου στις οχτώμισι το βράδυ, κι είμαι φρεσκολουσμένη, με βρεγμένα μαλλιά ακόμα, κι επιτέλους τελείωσε το σχολείο κι έρχεται το καλοκαίρι.

Ούτε που το θυμάμαι το πάρτυ.

Γυρνάω σπίτι, ακούω στο σπίτι δυο-τρεις φορές ακόμα το album, το γράφω σε κασέτα βιαστικά, είν’ απ’ τις πιο βιαστικά γραμμένες κασέτες μου, χωρίς διακόσμηση, χωρίς αποκόμματα από περιοδικά που της ταιριάζουν, χωρίς ένα ραπιδογράφο, απλά μ’ ένα στιλό, αγχωμένα. Κι ακούω ξανά και ξανά το Exit Music κι ενώ για όλο το άλμπουμ υποψιάζομαι πως κάτι έχει αυτή η μουσική που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά θέλω να καταλάβω, αυτό το τραγούδι το νιώθω πλήρως σ’ αυτή την ησυχία που οι γονείς μου μέσα κοιμούνται κι εγώ ακούω στο σκοτάδι με το κλιματιστικό, ετοιμάζοντας τη βαλίτσα μου. Στενοχωριέμαι τόσο που την επόμενη μέρα πηγαίνω κατασκήνωση και δε θα μπορώ να την ακούω, που είναι σαν ν’ αποχαιρετώ άνθρωπο.

Δεν έχω ακούσει τίποτε περισσότερες φορές, πέντε, έξι, εφτά φορές τη μέρα, κάθε μέρα, για μήνες, ειμ’ άλλωστε εμμονική και σταματάω μόνο όταν δεν αντέχω άλλο. I’d tell all my friends, but they’d never believe me, they’d think that i finally lost it completely.

Πάλι κοντά τέτοια εποχή, πριν τρία χρόνια, ο Α. έχει έρθει να μ’ επισκεφτεί στη Θεσσαλονίκη κι έχω τόση ασύλληπτη δουλειά και τόσο άγχος και κούραση, που βάζω τα κλάματα στη μέση του βραδινού, στη μέση της Άθωνος, μες στον κόσμο, και του λέω «Α., δεν είμαι καλά», κι ο καταθλιπτικός Σουηδός Α. που έχει έρθει στην Ελλάδα για να ξεσκάσει λιγάκι, μου απαντάει σοβαρά «Ναι, δεν είσαι καλά.» Και την επόμενη μέρα έχει επιτέλους συννεφιά, στην Ελλάδα χρειάζεται πού και πού λίγη συννεφιά, αυτός ο ήλιος παραπάει, κι έτσι καθόμαστε σπίτι, ανοίγουμε τον καναπέ κι ακούμε ξανά το OK Computer μετά από τόσα χρόνια ολόκληρο, και συζητάμε για ανάλαφρα θέματα, όπως οι Radiohead, o Thom Yorke, η μουσική, τα Ikea, οι Abba, η εφηβεία, το so you think you can dance, και δε θυμάμαι τι άλλο, άλλωστε με τον πολυαγαπημένο μου Α. έχουμε μιλήσει για τα πάντα, καθόμαστε λοιπόν έτσι οκλαδόν κι αρνούμαι να πάω οπουδήποτε καθώς έχω πει ότι είμαι άρρωστη, κι είναι απ’ τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου. Κι η φωτογραφία που έχω απ’ το σπίτι από κείνες τις μέρες είναι αυτή που έχει τραβήξει ο Α. – είμαστε αγκαλιά με τον Γ. και φοράω μπλούζα Radiohead, που είναι άλλωστε κι η μόνη μπλούζα συγκροτήματος που έχω.

Είναι η ίδια μπλούζα που φοράω σε μια φωτογραφία ένα χρόνο πριν από εκείνη την ημέρα με τον Α., που είχε τραβηχτεί από ένα βράδυ στην Κολωνία και η Α. αποκαλεί «μικρός πρίγκηπας», γιατί είναι τραβηγμένη από ψηλά και φαίνομαι ήρεμη και κάπως ξένη. (Λίγο μόνιμη κατάσταση αυτή, τώρα που το σκέφτομαι.)

Δεν ξέρω, γενικά δεν νιώθω πως μοιάζω και πολύ μ’ αυτό το κοριτσάκι δέκα χρόνια πριν. Αλλά όταν άκουγε μουσική, ήταν σαφέστατα εγώ.

Read Full Post »

D. προχθές:

Όταν έφευγαν οι γονείς μας και μας άφηναν με τον αδελφό μου, έρχονταν οι πίθηκοι. Ο πρώτος έμπαινε από τη μπαλκονόπορτα στην κουζίνα, άνοιγε το ψυγείο, ήξερε ν’ ανοίγει μέχρι και το συρτάρι των λαχανικών. Τα ‘φερνε στην τραπεζαρία, καθόταν στην καρέκλα κι έτρωγε. Την πρώτη φορά που μπήκε φώναξα στον αδελφό μου «φύγε!», εγώ δεν πρόλαβα, κι είχα μείνει μαζί του έντρομη όση ώρα έτρωγε. Μας ήξερε και περίμενε έξω απ’ την πόρτα κάθε φορά που μέναμε μόνοι μας. Αν κάναμε ότι την ανοίγαμε, έμπαινε μέσα.

Στον κήπο μαζεύονταν οι υπόλοιποι, οι πίθηκοι έχουν ιεραρχία κι έτσι οι μεγάλοι έτρωγαν μάνγκο, γκουάβα και βερύκοκκα και οι μικροί τους κοιτούσαν. Μέσα σε δέκα λεπτά τα τρώγαν όλα κι αφήνανε τον κήπο διαλυμένο. Είχαμε όμως κι ένα παρτέρι με λουλούδια, είναι ένα λουλούδι που τους αρέσει πάρα πολύ, κι εκεί έρχονταν όλοι μαζί, και έκοβαν τα λουλούδια και τα ‘βαζαν στα κεφάλια τους, πίσω απ’ τ’ αυτιά, στα ρουθούνια τους, κοιτούσαν ο ένας τον άλλο και χοροπηδούσαν, και μετά κι απ’ αυτό έφευγαν.

Guava fruit flower

Guava fruit flower, by yadavop on flickr

Read Full Post »

1.

Claire’s high school library. For some reason, Claire starts staring at a table full of popular girls. For yet another unknown reason, she decides to walk over to the table and say hi to the girls, even though they seem to hate her. «So are you guys taking the PSAT too?» asks Claire. The girls are like, «Uh, yeah.» Yet another David E. Kelley sequence starts up. Claire asks the girls what happens to them in the future. Popular Girl #1 tells Claire that she’s going to go to law school and marry a great guy who becomes rich. They’ll have kids and be incredibly happy. Claire is shocked by this. Popular Girl #2, the slightly sluttier-looking one, moves to France, hates it, becomes a TV executive, and works out all the time. «I’m fairly miserable and have a slight substance abuse problem,» she says. Popular Girl #3 starts a successful business, but dies of ovarian cancer at the age of 30. «That sucks!» says fantasy Claire. «Tell me about it,» says PG #3, laughing at the irony. The other girls join in to share a hearty laugh, which eventually Claire joins in on as well. But then the fantasy ends, and Claire is simply laughing by herself in front of a table full of clueless popular girls who think she’s crazy. «What a freak!» says PG #1.

Επεισόδιο 7, σαιζόν 1, Six Feet Under (search στο veohtv). To transcript από εδώ.

2.

  • Άμα το σκεφτείς, δεδομένου ότι όλες ξέρουμε κάποιον από το σχολείο που πέθανε, αν είσαι καθηγητής, ας πούμε κάποιος που έχει πολλές ώρες, μαθηματικά κατεύθυνσης ξέρω γω, δεν θα ‘χεις μάθει για πολλούς μαθητές σου που πέθαναν; Και δε θα κοιτάς την τάξη σου και θα σκέφτεσαι πως, στατιστικά, κάποιος απ’ όλους αυτούς θα πεθάνει μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια; Είναι πολύ στενόχωρο, να βλέπεις κάποιον και να ξέρεις ότι σε μερικά χρόνια θα πεθάνει. Μπορεί άμα το σκέφτεσαι να βλέπεις τους μαθητές αλλιώς.
  • …Πολύ μακάβρια σκέψη μου φαίνεται αυτή.
  • Κι εμένα.
  • Δεν είναι.
  • Πάμε σιγά-σιγά;
  • Πάμε.
  • Πάμε.
  • Θέλω να πάω και τουαλέτα.
  • Κι εγώ.

3.

Transatlanticism

4.

Κάποια στιγμή τα tags θα γίνουν περισσότερα από το κείμενο.

Read Full Post »

Footprints in the sand

Footprints in the sand, by swemannen on flickr.

Read Full Post »

Είναι Μάιος. Είναι Πέμπτη. Έχει ήλιο. Έχω κάνει μπάνιο, έχω ντυθεί, επιθεωρώ την κατάσταση – πολύ ικανοποιητική – ετοιμάζομαι να φύγω, έχω αργήσει, παίρνω το ποδήλατο, διασχίζω το πάρκο, κόσμος κάνει βόλτες, ακολουθεί στροφή, δεν κόβω ταχύτητα, πετάω. Νιώθω τη γεύση της σκόνης στα δόντια μου, «όχι ρε γαμώτο, είχα λουστεί», πονάει το πόδι μου, πού είναι το ποδήλατο, ένας τύπος το ακουμπάει στο δέντρο και φεύγει, δυο κοπέλες πλησιάζουν, «πού πονάς;», είναι φοιτήτριες ιατρικής, «να πας στο νοσοκομείο». Παίρνω το ποδήλατο με τα πόδια και γυρίζω πίσω, ο ώμος μου αρχίζει να καίει. Στο σπίτι αλλάζω μπλούζα, όσο ακόμα μπορώ να το κουνήσω. Τηλεφωνώ στην Α., «έρχομαι». Δέκα λεπτά μετά, είναι σπίτι με τον Χ. Παίρνουμε ταξί. Νοσοκομείο. «Η κάρτα ασφάλισής μου έχει λήξει». Ψευτορυθμίζεται. Ανακούφιση. Αναμονή. Ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία. Έτοιμη. Αναμονή. Γιατρός. Κι άλλος γιατρός. Νάρθηκας. Παυσίπονο. Γυρίζουμε στην εστία τους – τρώμε μεσημεριανό (τι;), επιδόρπιο φράουλες με κρέμα. «Χ., μπορώ να κάνω ένα τηλέφωνο στο εξωτερικό;» «Ναι, βέβαια». «Θα σου δώσω τα λεφτά.» «Μην το συζητάς.»

Είμαι στο δωμάτιό του Χ., το χαοτικό δωμάτιό του. Αφίσες, άπλυτα τζάμια, ξέστρωτο κρεβάτι, ρούχα παντού, στο γραφείο βιβλία, σημειώσεις, μολύβια, κέρματα, ραβασάκια, φωτογραφίες, τσίχλες, το λάπτοπ, ένα τηλέφωνο (τότε δεν ξέραμε το skype). Ξέρω τον αριθμό απ’έξω. Αυτή είναι η στιγμή. Είναι, βλέπεις, τα γενέθλια του Π.-του πρώην Π. Που ήθελα να του τηλεφωνήσω κάθε μέρα όλο τον προηγούμενο μήνα. Μου ερχόταν πάντα στην τελευταία στροφή πριν το σπίτι με το ποδήλατο, η παρόρμηση να τον πάρω τηλέφωνο και να βάλω τα κλάματα ταυτόχρονα. Και τελικά πήγαινα στο σούπερ μάρκετ, ( δύο γιαούρτια, ένα γάλα), στο μπακάλη (πέντε λεμόνια, δυο γεμιστές πιπεριές που έφτιαχνε η γυναίκα του), στο κινέζικο (μία πάπια με μάνγκο), σπίτι (ένα βιβλίο, ασκήσεις εργαστηρίου, ένα πλυντήριο, τρία τσιγάρα) – κι έτσι δεν έπαιρνα. Τα περίμενα τα γενέθλια. Η ιδανική ευκαιρία να τηλεφωνήσω – όχι απελπισμένη, υπεράνω. My ass. Η ασφαλής ευκαιρία. Και η τελευταία για καιρό, η γιορτή ήταν μετά από μήνες βλέπεις.

Ούτε που θυμάμαι τι είπαμε. Υποθέτω εντελώς ασήμαντα πράγματα. Μ’ένα σπασμένο ώμο και ζητήματα ασφάλισης, το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν ο Π. Έπεσα και στα γενέθλιά του. Ο γρουσούζης. Δεν έφταιγε αυτός βέβαια, εγώ έφταιγα, αλλά παρ’όλα αυτά ήταν ενδεικτικό. Τελείωσα το τηλεφώνημα, άφησα παρ’όλα αυτά τα λεφτά στο χαοτικό γραφείο του Χ., εκεί που αποκλείεται να καταλάβαινε ότι ήταν από μένα, και βγήκα απ΄το δωμάτιο.

Ακολούθησαν μερικοί απ’ τους καλύτερους μήνες της ζωής μου, στους οποίους εμφανίστηκαν ο τυφλός φυσιοθεραπευτής, το κορίτσι με τη μπούργκα, ο συγκάτοικός μου, η κατανόηση του σωματικού πόνου, το εστιατόριο Omas Kueche και πολλά πολλά άλλα. Αλλά αυτά ανήκουν σε άλλες ιστορίες. Κι αν γράφω αυτήν εδώ, παρ’ό,τι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δε θα γράφω για το παρελθόν, είναι γιατί αν δεν είχα πετάξει τότε πάνω στη στροφή, εγώ δε θα ‘μουν εγώ, κι είμαι πεπεισμένη, όχι μεταφυσικά πεπεισμένη, αλλά πάντως πεπεισμένη, πως εμείς δε θα’μασταν εμείς.

Για σένα.

Read Full Post »

Older Posts »