Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘εσύ’

[enter title here]

Μου έλειπε ο χρόνος που θα καθίσω ήσυχη και θα μπορέσω να γράψω για μέρες, εβδομάδες. Και τώρα κάθομαι μπροστά στην οθόνη και σκέφτομαι, από πού αρχίζει κάποιος;

A story has no beginning or end: one arbitrarily chooses a moment of experience from which to look ahead.

Η ιστορία, λοιπόν, θα πρέπει να περιλαμβάνει αγάπη.

Read Full Post »

boat coming into the middle of my photo

Ήμουν στο γραφείο σήμερα, ακούγοντας μία από τις εκπομπές (ποια, άραγε;) του Πάνου Μιχαήλ στο radiobubble.

Το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μου.

Ένα ευπρόσδεκτο ράγισμα.

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους
είσαι απο εκείνα τα παιδιά
που μέσα στο μυαλό τους έχουν
ένα σπασμένο πύργο ελέγχου
κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Πετάς κι εγώ μονάχα ξέρω
τι σ’ έχει κάνει να κρατάς
την πιο τρελή γραμμή πορείας
χωρίς μια ζώνη ασφαλείας
χωρίς να σκέφτεσαι πού πας

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες μπαλαλάικες κι ένα μικρό βιολί
και τα διακόσια ενα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Read Full Post »

Είναι μέρες τώρα που το περιτριγυρίζω, βρίσκεται ακριβώς δίπλα μου, του έχω πετάξει από πάνω τα ρούχα μου και κάνω ότι δεν το βλέπω. Αυτό που κάνω ότι δεν βλέπω είναι μία πολύ πικρή αίσθηση αποτυχίας.

Fail 1: οι καλύτεροί μας φίλοι, οι καλύτεροί μου φίλοι, έχουν φύγει από αυτό το μέρος που λέγεται Ζυρίχη. Δεν έφυγαν καν επειδή το ήθελαν – τους σκέφτομαι τώρα έναν-έναν. Έφυγαν γιατί τελείωσαν τις σπουδές τους, γιατί εν μέσω κρίσης δεν μπόρεσαν να βρουν δουλειά, δεν μπόρεσαν να προσπαθήσουν να βρουν δουλειά, κι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Ή να προσπαθήσουν να προσπαθήσουν στη χώρα τους. Με την εξαίρεση της Μ., κανένας δεν είναι χαρούμενος που έφυγε, και κανένας δεν είναι χαρούμενος εκεί που είναι τώρα. Fail. Αλλά σε κάθε περίπτωση – οι καλύτεροί μου φίλοι έφυγαν. Είναι οι άνθρωποι που αγαπούσα, με τους οποίους αισθανόμουν εύκολα. Απλά, εύκολα. Στην πρώτη αναχώρηση, της φίλης που έμενε σ’αυτό το σπίτι που μένουμε τώρα (κάποιος συμβολισμός θα υπάρχει σ’αυτό το «κάποιος πρέπει να φύγει, για να έρθει κάποιος άλλος στη θέση του», αλλά μου φαίνεται πολύ φτηνός και πολύ χαρούμενος για τη διάθεσή μου), κλαίγαμε κι οι δύο στη γωνία του δρόμου, και μετά γύρισα κι εγώ στο σπίτι του φίλου μου κι έκλαιγα κι εγώ, ενώ με παρηγορούσε, «οι άνθρωποι φεύγουν, πρέπει να το δεχτείς, έτσι είναι η ζωή», τότε υπήρχε ακόμη η αφελής, η ασφαλής, η παιδική αίσθηση ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να έρχονται.Εσαεί. Στο μεταξύ έφυγαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι όταν έφυγε η Μ. ένα μήνα πριν, η καλύτερή μου φίλη εδώ, αποχαιρετηθήκαμε δυο δρόμους πιο πέρα από την πρώτη γωνία, αλλά εγώ δεν μπορούσα να χύσω ούτε ένα δάκρυ. Ούτε ένα. Βρήκα κάτι ανησυχητικό σ’αυτό, αλλά η πραγματικότητα ήταν πραγματικότητα. Το είχα δεχτεί, έτσι είναι η ζωή, αν και κάτι μου έλεγε ότι δεν ήθελα να είναι έτσι η δική μου ζωή. Πλέον. Υπάρχουν στιγμές με το Γ. που σκεφτόμαστε ότι μας λείπουν οι φίλοι μας, η Ε. και ο Α., κι η αίσθηση που έχω είναι μια αίσθηση τελεσίδικου. Συνεχίζω τις μέρες μου ούτε πάνω ούτε κάτω, παρά τελείως flat.Σαν γραμμή σε καρδιογράφημα, πώς να στο πω;

Fail 2: η κατάσταση στη δουλειά δεν είναι καλή. Η δουλειά μου εντάξει, ας πούμε ότι πάει σχετικά ΟΚ, έτσι είναι το διδακτορικό, σέρνεσαι και μπουσουλάς και περνάς τον περισσότερο καιρό σου κάνοντας πράγματα που δεν μοιάζουν ούτε δημιουργικά ούτε καινούρια, και μετά έρχεται μια καλή στιγμή ή μια καλή ιδέα που την πιάνεις απ’τα μαλλιά και την καβαλάς μέχρι, ελπίζουμε, τη διατριβή σου. Αλλά δεν ειν’αυτό το πρόβλημά μου. Τσακωθήκαμε με τον πιο στενό μου συνεργάτη, τον μοναδικό μου συνεργάτη, για την ακρίβεια, και δεν ήταν καν τσακωμός, ήταν ειλικρινής δήλωση ενόχλησης από μέρους μου, η οποία φούσκωσε και γράφτηκε και ερμηνεύτηκε-με άμεσο αποτέλεσμα αυτόν στο εργαστήριο, εμένα στο γραφείο, και σταθερά, συνεχή και αδιαπέραστα μούτρα. Με πεθαίνουν τα μούτρα. Δεν είμαι αισιόδοξη για την κατάσταση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχω δίκιο, το πρόβλημα είναι μόνιμο εδώ και ένα χρόνο, υποψιάζομαι ότι υπάρχει πολιτισμικό κενό, δεν θέλω να υπάρχουν θέματα, δεν πάω στη δουλειά για να υπάρχουν θέματα (αν κι αυτό είναι παιδικό, πώς να μην υπάρχουν θέματα με κάποιον με τον οποίο δουλεύεις μαζί οχτώ ώρες τη μέρα;), όταν υπάρχουν θέλω να συζητούνται σύντομα μια και καλή και μετά να λήγουν. Οι Ελβετοί (δηλώνω ένοχη τρομερής γενίκευσης, αλλά είναι κάπως έτσι) δεν μπορούν τις ευθείς συζητήσεις. Με σκοτώνουν τόσο πολύ τα μούτρα που θα ήμουν έτοιμη αυτή τη στιγμή να δηλώσω μετάνοια για οτιδήποτε έχει γίνει και θα γίνει ώσπου να γίνουν στάχτη τα κόκκαλά μας, θα συνεργαστούμε με όποιους όρους και συνθήκες θέλεις εσύ, μόνο να μην έχουμε αυτή την κατάσταση, που τη θυμάμαι το πρωί με το που ξυπνάω, νιώθω ένα «πουφ!» και περνάω όλη την ημέρα ξεφούσκωτη και καμπουριασμένη. Φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να γίνει, πρέπει να συνεργαζόμαστε με λογικούς όρους. Αυτό θα οδηγήσει στο να μη συνεργαζόμαστε καθόλου, να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του – το οποίο φυσικά θα έχει επιπτώσεις στη δουλειά και των δύο. Αλλά έστω – αρκεί να μην υπάρχουν αυτά τα μούτρα.

Fail 3 (το μεγάλο βραβείο): το έχω μάλλον ξαναγράψει, δεν έχω αίσθηση του χιούμορ (στην καθημερινή ζωή έχω, αλλά όχι Για Τη Ζωή), αλλά δεν αντέχω με τίποτα τη γελοιότητα. Το ξέρω ότι τα παραπάνω δεν είναι τί-πο-τα, ότι είμαι, πώς να το πω, another brick in the wall. Κι έτσι ακούω τον εκφωνητή στο κεφάλι μου να λέει στο τρέιλερ «η χχχχ είχε φαινομενικά την τέλεια ζωή: νέα, γοητευτική, μία όμορφη σχέση με το φίλο της [ο οποίος, μπλα μπλα], το διδακτορικό της [εδώ μπλα μπλα], στην Ελβετία [μπλα μπλα]. Και όμως, [μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα]». Μα πόσο γελοίος μπορείς να γίνεις; Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να κάνω όλα τα σωστά πράγματα για μένα. Να κοιμάσαι καλά, πρόσεχε τον εαυτό σου, φτιάξε τα μαλλιά σου, τρώγε υγιεινά, κάνε σπορ, διάβαζε τα βιβλία σου, ψώνισε κάτι όμορφο. Μπλα μπλα. Την καταβάλλω τη ρημαδοπροσπάθεια, μπλα μπλα, αλλά η αλήθεια είναι πως νιώθω ήδη τόσο κουρασμένη από τα fail 1, fail 2, κι ο εαυτός μου μου φαίνεται αρκετά βαρύ και βαρετό ταυτόχρονα φορτίο, κι ειλικρινά, προτιμώ να κάνω Αυτά Που Έχω Αποφασίσει Ότι Πρέπει και να τον βλέπω όσο το δυνατόν λιγότερο. Δεν είναι ότι δεν έχω όνειρα και σχέδια και απόψεις κι όλα, κι απ’αυτή την άποψη δεν είμαι σαν πέρσι, ας πούμε. Αλλά αυτή η πικρή γεύση της αποτυχίας παραμένει, κι αυτή η ερώτηση, «πώς την έχεις δει, ρε πουλάκι μου, κάθε χρόνο τα ίδια θα’χουμε;» κάθεται από πάνω στο λαιμό και δεν κατεβαίνει-με-τί-πο-τα.

Αυτή η μακρά δήλωση ξινίλας έρχεται να προστεθεί ως ακόμη ένα μαργαριτάρι στο κολιέ του τι αποτελεί αυτό το μπλογκ τους τελευταίους μήνες, κι αυτό μου δημιουργεί την ήδη γνωστή πικρή αίσθηση μπλα μπλα, αλλά το έγραψα και θα το δημοσιεύσω, γιατί δεν μπορώ συνεχώς να  παριστάνω ότι δεν το βλέπω.

Αυτά.

Read Full Post »

dynamo

Στο Chuchi am Wasser. Το διπλανό ζευγάρι είναι ξαπλωμένο, αγκαλιασμένο στην πλατφόρμα και λιάζεται . Δίπλα στο χέρι του είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός για την Ουγγαρία. Εμείς έχουμε ακουμπήσει τον καφέ μου και την μπύρα της στο πεζούλι κι έχουμε κρεμάσει τα πόδια μας απ’έξω. (λες να μου πέσουν τα παπούτσια μέσα στο ποτάμι;) Έχω παρατήσει το κράνος δίπλα από την τσάντα μου. Η παρέα από πίσω μας ακούει τις ιστορίες της A-S. από το Σαββατοκύριακο και γελάει. Βγάζουμε φωτογραφίες.

Ένα ζευγάρι πηδάει στο ποτάμι και το παίρνει το ρεύμα. Ο άντρας κρατάει στο νερό σα σανίδα μια κόκκινη τσάντα που επιπλέει. «Ξέρεις τι κάνουνε;» λέει η A-S. «Έχουν τα ρούχα και τα παπούτσια τους στην τσάντα. Όταν φτάσουν πιο κάτω, θα βγουν και θα ντυθούν. Είναι αδιάβροχη!»

Μία Ortlieb X-Plorer M, σε κόκκινο. Ή σε μπλε; Μμμ, μάλλον σε κόκκινο.

[Α, ναι. I don’t care ’bout anything but you! (anything but youuuu, η επανάληψη της Nina). Ονειρεύομαι να πηδάμε στο νερό και να’χουμε τα ρούχα μας μαζί μας. Φόρεμα, μπλουζάκι, σορτσάκι, πορτοφόλι, κλειδιά. Άλλοι αισθάνονται κυρίαρχοι του κόσμου μ’ένα αμάξι. Με τη μεγαλομανία και τη διάθεση «αγαπώ κι όλο τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί» αυτού του καλοκαιριού, μου αρκούν, α, το ποδήλατο, και βου, η τσάντα. Και το νερό. Ή μερικοί λόφοι. Η θέα. Ξέρεις τώρα. The great outdoors, και τέτοια. Ω Θεέ μου, αγαπάει την Ελβετία! ]

flussbad unterer letten

[η φωτό είναι από το Unterer Letten – για κάποιο λόγο φωτό από το Dynamo και το Platzspitz δεν παίζουν στο flickr. very strange.]

Read Full Post »

[κι αν όταν γυρνούσα από το Τόκυο με την Air France έπεφτε το αεροπλάνο μου; Το ξέρω πως τα αεροπορικά δυστυχήματα είναι σπάνια κι η Air France αξιόπιστη εταιρία, δεν ειν’αυτό το θέμα μας – το θέμα μας είναι, πως θα πέθαινα μόνη μου, χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο. ναι, βέβαια όλοι μόνοι μας πεθαίνουμε στην τελική, αλλά χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο;]

Κι έτσι χτες στο αεροδρόμιο, καλό ταξίδι. Να προσέχεις, καλά; Έλα, μη σκέφτεσαι αηδίες τώρα. Σ’αγαπάω – σ’αγαπάω. Άντε, γεια σου. Γεια σου.

Είναι στενόχωρα τ’αεροδρόμια. Όσο τρώγαμε το σάντουιτς από το Coop κι όσο έτρωγα το ρυζόγαλό μου (ναι, ρυζόγαλο, τι να κάνουμε τώρα;) μιλούσε μια κοπέλα στο καρτοτηλέφωνο κι έκλαιγε.

[πριν από πολλά χρόνια, φρεσκοερωτευμένη, άφηνα τον Π. στ’αεροδρόμιο και τον κοιτούσα να φεύγει. Πέρασε την αυτόματη συρόμενη πόρτα, αυτή άνοιξε, έκλεισε, και τον έκλεισε από πίσω. Μ’είχε πιάσει απελπισία, ήταν μια γυάλινη πόρτα και τον είχε πάρει. Πότε θα τον ξανάβλεπα; Τελικά δε θα τον ξανάβλεπα, γιατί χωρίσαμε στο μεταξύ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.]

Ή τα τρένα. Γυρίζαμε με τον Α. από το Βερολίνο με το ICE. Ο Α. διάβαζε την εφημερίδα του – εγώ άκουγα στο repeat ένα cd του Jacques Brel. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Τρώγαμε κάτι φρούτα που είχαμε αγοράσει απ’το σταθμό. Όλη την ώρα μία γυναίκα διαγώνιά μου με κοιτούσε επίμονα. Θα φτάναμε σε λίγο στην Κολωνία, με τον Α. είχαμε φτάσει στα μανταρίνια. Πήρα ένα, σηκώθηκα, στάθηκα μπροστά της, θέλετε ένα μανταρινι; Όχι, όχι, ευχαριστώ, και χαμογέλασε. Και δεν ξανακοίταξε.

Η Judith Hermann γράφει υπέροχα, αλλά sie ist mir nicht geheuer. Αυτές οι ποιητικές και ακριβείς περιγραφές των μετέωρων στιγμών της ζωής με σκοτώνουν. Η ιστορία Malte, όμως, είναι αριστούργημα. Η Alice ζητά να συναντήσει το Friedrich, τον εβδομηντάχρονο πια εραστή του θείου της Malte, που αυτοκτόνησε ένα μήνα πριν γεννηθεί.

Ihre Grossmutter hätte sich zu der Begegnung zwishen Alice und Friedrich nicht geäussert. Kein Für und kein Wider, weder noch. Sie war, fand Alice, im Alter ein auf demütige Weise glücklicher Mensh gewesen. Die Treppe herunter kam Friedrich. Ein alter Mann. Sehr feine Haare, weiss, fast leuchtend, und Alice dachte staunend, dass sie doch eigentlich angenommen hatte, er wäre jung. So jung wie er damals gewesen war, vor fast vierzig Jahren, sie hatte angenommen, Friedrich habe zu altern aufgehört, als Malte starb. Seine Geschichte habe dort aufgehört. Ihre habe angefangen.

Όταν βλέπω φωτογραφίες των γονιών ανθρώπων που αγαπώ – οι άνθρωποι γίνονται σαν τον Φράνκενσταϊν. Αυτά τα μάτια. Αυτό το χαμόγελο. Τα γόνατα του πατέρα του. Τα δάχτυλα της μητέρας του. Ένα ζευγάρι που γελάει αμήχανα μπροστά στη μηχανή, και δεν έχει ιδέα ότι θα γεράσει, θα κάνει παιδιά. Πού είναι; Δε θα μάθουμε ποτέ. Η θεία μου φοιτήτρια να παίζει τάβλι σε καλοκαιρινές διακοπές. Φοράει μαντίλι στα μαλλιά, πορτοκαλί φόρεμα και γελάει, είμαι σίγουρη, μ’αυτόν τον γοητευτικό ειρωνικό τρόπο που είχε.

[ακριβώς έτσι, όταν κάποτε γίνω -ευελπιστώ- ηλικιωμένη, μπορεί το blog ακόμα να ταξιδεύει έτσι ορφανό στο δίκτυο. Και θα λέω, θα λέει, «αυτή ήμουν.»]

ricola_kaugummi_glendaΗ φωτό από την καλοκαιρινή διαφημιστική καμπάνια για τις καινούριες τσίχλες της Ricola. Very swiss. (Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι το πουκάμισο είναι Alprausch, κι έχω το ίδιο καρό, σε κόκκινο άσπρο, σε φόρεμα. «Μοιάζει με ποδιά», είχε πει ο Γ. Μα, αυτό είναι το νόημα!)

Ο τίτλος από το κομμάτι Anthems for a seventeen-year old girl των Broken Social Scene.

Read Full Post »

Με το που έκλεισα τα μάτια μου το μεσημέρι, σκέφτηκα «καρπουζόπιτα». Είχαμε φάει ένα μεσημέρι στη Φολέγανδρο. Δε θέλαμε να κάνουμε μπάνιο, κι είχαμε κάτσει σε μια απ’τις πλατείες της κάτω απ’τον ίσκιο. Οι τουρίστες έρχονταν, έφευγαν, κι εμείς μείναμε ώρες. Ήπιαμε καφέ, φάγαμε γλυκό, παίξαμε τάβλι, διαβάσαμε τα βιβλία μας, μιλούσαμε και γελούσαμε. Είχαμε μόλις νοικιάσει το μηχανάκι που θα κρατούσαμε τις επόμενες δέκα μέρες, που σύντομα ονομάστηκε τζιτζίκι.

Σήμερα μετά τη δουλειά (ο όρος δεν είναι ακριβής για τις τελευταίες δύο μέρες), αγόρασα δύο βιβλία για ν’αναγνωρίζω τα λουλούδια και τα δέντρα (ο Γ. επιμένει πως τα λένε «φυτολόγια»), ένα Lonely Planet για τα ελληνικά νησιά, το καινούριο μυθιστόρημα της Judith Hermann, ένα ριγέ καλοκαιρινό φόρεμα, ένα ζευγάρι πορτοκαλί κι ένα ζευγάρι καρπουζί πέδιλα. Και κεράσια, φράουλες και ροδάκινα (αύξηση, αντίο). Τώρα κάθομαι και θαυμάζω τα τρία γλαστράκια με τις μαργαρίτες, τη λεβάντα και τη μέντα. Ελπίζω να επιζήσουν.

Έξω έρχεται μπόρα, σήμερα δεν έχει βόλτα με το ποδήλατο.

Μάιε, τι όμορφος που είσαι!

Read Full Post »

«For a moment she rediscovered the purpose of her life. She was here on earth to grasp the meaning of its wild enchantment, and to call each thing by its right name.» «By its right name.»

Boris Pasternak, η φράση όπως εμφανίζεται στο φιλμ Into the Wild

Paradise. Little paradise. That was its name. Little paradise, hidden in space and time which (for all she knew) could have disappeared from the face of the earth just like that. Could have disappeared, taking her and him at the coffee shop, her on her bike, the little chinese restaurant around the corner, the staff at the knitwear store, the clarinet player, her and her friends alike – shoosh. Forever.

Two years later, she lay on the bed, eyes wide open, her heart pounding fast. «Please – please, let’s go now. Now?» And she showed him the streets, and the leaves, and the bars, and the bikes, and the friends, and the house, and the square. Here. Here. You see? Do you see? Yes, he saw. And she saw. She saw, a: A.’s back on the bike, riding away in the night, away forever, b: that noon at the dorm, people bathing in the sun, the warm summer sun, c: herself in the bus on one afternoon, all heavily made-up, visiting the class that (she thought) would change all her life. And it had. And it had – and she’d lost it. Now. Forever. Where were they? Lost. Dead. For this town, for this life, for this day? Dead. And she was sick. Old-style, stupid sick. With fever, and headache, and all. Fuck.

And guess what? Time has passed, and she’s here again. Not here -a stone’s throw from here. And she thinks, «and if the world should come to an end, if the town has come to an end, wouldn’t we have heard? Wouldn’t it be on the news? Yes, it would. So, it’s there. Little paradise’s still there.» Slowly and carefully (for those are sensitive memories, and a sensitive world), she lets it go. She can come whenever she likes.

And, low and behold, she does. And they walk in the buildings of physics, in the buildings of science, «Stahl ist Zukunft» – this she remembers from when she was there. What is future then? And they laugh. And they walk, in the woods, through the graves. «Wer dich gekannt hat, wird dich nie vergessen».

Everything by its right name. No paradise. A town. Let the sleeping dogs lie. Lie in peace. Amen, she would say, if she could. But she can’t.

Read Full Post »

Older Posts »