Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘η πόλη’

My dear C.,

I have been thinking about you. Today it was raining. I went to the Korean shop off the Bahnhofstrasse. I bought yuzu tea! I ordered and sat at the counter. Two Korean babies were running around. I looked at the quiet bar. Inside there, I felt like in Japan. Comfortable, unknown, calm.

A kiss,

 

Advertisements

Read Full Post »

thank you 2006

Πίστεψέ με – ισχυρίζομαι ότι ήδη από σήμερα, από χτες το βράδυ, μυρίζει άνοιξη. Είναι θαμμένη κάτω απ’το χιόνι και το κρύο, που θα χειροτερέψει τους επόμενους μήνες – αλλά θα τη βρεις στον αέρα και δίπλα στο ποτάμι. Οι τρεις χειρότεροι μήνες του χρόνου έχουν τελειώσει, η μέρα με τη μέρα που μικραίνει έχει τελειώσει.

[όταν περπατάω δίπλα στο ποτάμι, κινείται ένα σύννεφο στ’αριστερά μου. έχει μέσα του φως και γρασίδι, παίζουμε φρίζμπι, μυρίζει η υγρασία, δειλά ώσπου να πέσει ο ήλιος, έχει καινούρια λευκά δέρματα, έχει αγόρια και κορίτσια, έχει μια έτοιμη υπόσχεση ευτυχίας.]

Πέρσι ήθελα μια χρονιά λιγότερο γεμάτη. Κι αυτό που ήθελα, το πήρα.

Ήταν ένας χρόνος με πάρα πολλά ταξίδια (Παρίσι, Ιαπωνία, Μόναχο, Ελλάδα, Λονδίνο, Καναδάς, Βουλγαρία), κι όμως πάρα πολλή εσωστρέφεια (σαράντα τέσσερα βιβλία, ελάχιστη μουσική, ελάχιστες ταινίες, πολλές φωτογραφίες που περιμένουν να ειδωθούν). Δεν ήταν κακή χρονιά, κάθε άλλο. Δεν είχα, όμως, στ’αλήθεια, τίποτε να πω και τίποτε ν’ακούσω. Χώνευα. Το συναισθηματικό αυτό hiatus νιώθω πως φτάνει, επιτέλους, στο τέλος του.

Φέτος, λοιπόν, θέλω να ξαναβγώ στον κόσμο.

[εντάξει, γράψτο επιτέλους αυτό το ποστ, γιατί δυσκολεύεσαι τόσο;]

Καλή χρονιά.

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

Best Spot in Zürich

letten

Ανυπομονώ.

Read Full Post »

Η εβδομάδα μου

η βόλτα μου
play with me

play with me, by claudia stucki on flickr

1.


Η δουλειά: η πραγματικότητα έρχεται καταπάνω μας. Σε λίγο καιρό, the shit will be hitting the fan. Παραδόξως, δαιμονιώδη κέφια. Ως τώρα.

2.

Το νέο highlight: τραμπολίνο. Κουραστικό πέταγμα που σε κάνει να γελάς – I’m in love!

3.

Η πρόβλεψη: σε ακριβώς μια βδομάδα θα τρέχω να φτιάξω βαλίτσα.

4.

Η μουσική: Andrew Bird, the mysterious production of eggs (δίκιο είχαν οι φαν που έγραφαν ότι είναι καλύτερο από το Armchair Apocrypha).Αγαπημένο (και επίκαιρο) το Banking on a Myth.

5.

Ο καιρός: φοβάμαι να το πω, κι όμως φαίνεται να ‘ναι επιτέλους αλήθεια – ήρθε η άνοιξη! Το ποτάμι μυρίζει κάθε βδομάδα και πιο πολύ, νομίζω ότι αγγίζω το μαγιώ μου – ή ότι με παρασέρνει το ρεύμα του το μεσημέρι.

6.

Η διάλεξη: Ο Ύπνος.

Φαίνεται πια πως όλα τα ζώα κοιμούνται, ακόμη κι οι μύγες ή τα σκουλήκια – αλλά γιατί; Φαίνεται αστείο, γιατί όλοι οι άνθρωποι ξέρουν γιατί κοιμούνται, και τι τους συμβαίνει όταν είναι άυπνοι. Ακόμη όμως δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο. Δεν υπάρχει συσχέτιση στις απαραίτητες ώρες ύπνου για κάθε άνθρωπο και στην εξυπνάδα τους ή άλλα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στις ώρες ύπνου του κάθε είδους και την πολυπλοκότητά του. Δεν υπάρχει αφοσιωμένο κέντρο ύπνου στον εγκέφαλο. Δεν φαίνεται να υπάρχουν αφοσιωμένες ορμόνες. Ο βαθύς ύπνος (με τα αργά κύματα) μοιάζει να είναι υπεύθυνος για την ξεκούραση, και να σχετίζεται με τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Ο ύπνος R.E.M. όμως (ο οποίος, χωρίς εμφανείς επιπτώσεις δεν εμφανίζεται καθόλου υπό την επίδραση υπνωτικών χαπιών), τι κάνει; Γιατί η θερμοκρασία του σώματος κατά τη διάρκειά του δεν ρυθμίζεται, και γιατί οι μύες αδρανούν; Συναρπαστικό. Επιτέλους, ένα θέμα με τραβάει και δεν έχει σχέση με τις εμμονές μου ούτε και την εκπαίδευσή μου.

7.


Η άχρηστη (;) πληροφορία: Οι Ιάπωνες πίστευαν ως το 1945 ότι ο αυτοκράτοράς τους είχε θεϊκή υπόσταση!

With millions homeless and starving, and the country brought to its knees, it was a breathtaking understatement for Emperor Hirohito to broadcast, on August 15, 1945, that the war had «developed not necessarily to Japan’s advantage». For his subjects, gathered at wireless sets around the country, the relalization of defeat was tempered by their amazement at hearing, for the first time, the voice of a living god.

(…)

McArthur wasted no time in instituting political and social reform. The country was demilitarized, the bureaucracy purged of military supporters and war trials held, resulting in seven hangings, including that of the ex-prime minister, Tojo Hideki. The emperor, whose support for the new regime was seen as crucial, was spared although he had to publicly renounce his divinity to become a symbolic head of state.

The Rough Guide to Japan, fourth edition, March 2008

(οι υπογραμμίσεις δικές μου)

8.

Το λυπηρό: ερχόμενη με τα πόδια στο σπίτι, είδα τα τρία τζάνκια να περνάνε τη διάβαση προς το απέναντι παρκάκι. Ο δεξιός άντρας έβαζε το χέρι του στον κώλο της μεσαίας κοπέλας που περπατούσε με το χαρακτηριστικό βήμα της ναρκομανούς, της σήκωνε την μπλούζα μέχρι που σχεδόν φαινόταν το σουτιέν της, της ξαναέπιανε τον κώλο. Το σώμα της δεν αντιδρούσε καθόλου, ήταν σ’αυτή την περιοχή που τα ερεθίσματα περνούν από πάνω σου. Πέρασαν απέναντι, οι δύο κοπέλες πήγαν να μιλήσουν σε μία τρίτη φίλη τους, έγκυο, που καθόταν ήδη στο παγκάκι. Ο τύπος τίναξε και ξανάπιασε τα μαλλιά του. Μ’έπιασε μια οργή, αλλά επιφανειακή οργή, σα στρώμα που μπορώ να το ξεπλύνω.

9.

Ξανά (και ξανά): I don’t want anything more, than to see your face when you open the door.

Read Full Post »

Είδα στον ύπνο μου χτες ότι ξαναβρισκόμουν στην Ελλάδα.Ήμουν σ’ένα παλιό διαμέρισμα με μωσαϊκό. Έτρωγα φρυγανιές ξυπόλητη, και πατούσα τα τρίμματα. Και σκεφτόμουνα «μα, δε θέλω να γυρίσω.» Κάποιος μου έλεγε «θα είναι καλά», κι εγώ σκεφτόμουν, «δε θέλω να γυρίσω. Θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.» Ένιωθα το δέρμα του Γ. δίπλα μου και σκεφτόμουν, θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.

Όταν επιτέλους ξύπνησα, ανακουφίστηκα που ήμουν εδώ. Αναρωτιέμαι, γιατί είδα το όνειρο; Μήπως γιατί γκρίνιαζα χτες για το διδακτορικό; Τι θέλω να μου πω;

Είχαν αναγγείλει χιόνια για σήμερα, αλλά έχει ήλιο και καλό καιρό (πέντε βαθμούς). Πήγα βόλτα όσο με κρατούσαν τα πόδια μου. Μετά πήγαμε για μεσημεριανό. Έτρωγα το udon μου, πίναμε μπύρα, το πιανάκι έπαιζε. Ο ήλιος ακουμπούσε τα ζευγαράκια απέναντι και τα περαστικά ποδήλατα. Ένιωθα κουρασμένη, όπως το πρώτο Σάββατο στην πόλη, πριν χρόνια. Είχαμε πάρει takeaway από το ίδιο εστιατόριο. Είχα φάει, και ξαπλώσει στο tatami του japan-obsessed κατόχου του δωματίου του Γ., χάζευα τα σύννεφα που κινούνταν – και κοιμήθηκα έναν από τους πιο ωραίους απογευματινούς ύπνους που έγιναν ποτέ.

Ευτυχώς είμαι εδώ.

Querfeldein

[Querfeldein by viernullvier on flickr]

Read Full Post »

Δύσκολο να φανταστεί κανείς που ζει στην Ελλάδα τι σημαίνει να βγαίνει ο ήλιος κάθε τρεις, μετά δύο, μετά μία, εβδομάδες. Και πώς αισθάνεσαι με δύο, τρεις συνεχόμενες μέρες λιακάδας.

Τις Παρασκευές, όταν ο καιρός είναι καλός, περπατάω μέχρι το σπίτι. Το ποτάμι αρχίζει και μυρίζει ξανά (αυτή τη χωμάτινη μυρωδιά που θυμάμαι από τα μπάνια το καλοκαίρι). Σιγά-σιγά, παιδάκια παίζουν στην παιδική χαρά, ζευγάρια κάθονται στα παγκάκια. [τρία εφτάχρονα παιδιά κάθονταν στην ακροποταμιά. Δυο κανώ πέρασαν το ποτάμι. Hei, ihr! Das isch lässig!, φώναξε η μικρή.] Κάθισα κι εγώ ευτυχισμένη και μετρούσα τις πετρούλες στο καθαρό νερό.

Είναι άνοιξη: οι φοιτητές κάθονται στα παγκάκια, στο μπετόν, και φλερτάρουν/οι άντρες σε κοιτάνε στα μάτια/οι άνθρωποι ανταποδίδουν το χαμόγελο/μυρίζει. Επιτέλους, μυρίζει.

Read Full Post »

Older Posts »