Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘ιστορίες’

Ο Μ. μου έδειξε χτες στο μηχανουργείο φωτογραφίες από τον καιρό που δούλευε στην ESA στη Γαλλική Γουιάνα.

Ο Μ. στα είκοσι πέντε του, με γυαλιά ηλίου, σορτσάκι και μούσι, αγκαλιά με συναδέλφους κάπου στην άμμο. Ο Μ. με ολόσωμη φόρμα, να βιδώνει κάτι, και να τον επιβλέπει ένας μηχανικός. Φωτογραφίες εντόμων και του ποταμού. Ένας βιετναμέζικος οικισμός. Ο τόπος εκτόξευσης. Ο αυτοκινητόδρομος. Το μενού της Air france. Πρώτο πιάτο, medaillon de foie gras. Φωτογραφίες της εκτόξευσης. «Και πρέπει να’ταν τρομερό συναίσθημα να βλέπεις την εκτόξευση, ε;» «Α, ναι» (χτυπάει την καρδιά του), «βοήθησα κι εγώ!»

«Ήταν ωραίες εποχές.» «Σου λείπει;» «Βέβαια. Αλλά μετά από έξι χρόνια, δεν άντεχα άλλο – μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου. Είχα τότε ήδη δύο γιους, και ήθελα γιους. Τα τελευταία Χριστούγεννα είχα αποκλειστεί, και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, και τότε είπα, ‘τελείωσε’. Αλλά κι εδώ που δουλεύω, μου αρέσει. Έχει όλο νέο κόσμο. Όταν είσαι με συνομηλίκους, όλο λες ‘τι κάνεις; καλά. καλά’, ενώ οι νέοι βιάζονται, έχουν άγχος, ξυπνάς.»

«Άκου,» μου είπε φεύγοντας. «Άμα μέχρι την προθεσμία μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι μηχανολογικό, εγώ μπορώ να είμαι εδώ, και νύχτες και Σάββατα και Κυριακές.»

Read Full Post »

Καθόμασταν (με την κασετίνα και την ταχυδρομική μας τσάντα) κατά εκατοντάδες στο αμφιθέατρο που έβλεπε στο πάρκινγκ μέχρι να νυχτώσει, κι ακούγαμε τους καθηγητές που μας τάιζαν ό,τι υπήρχε για να μάθουμε. Όσο περνούσε η ώρα, μας έπιανε ανυπομονησία. Μερικοί έφευγαν πριν την τελευταία ώρα. Μετά το τέλος φεύγαμε κι εμείς και πηγαίναμε για καφέ, δηλαδή για σοκολάτα. Μετά γυρίζαμε σπίτια μας. Τα σπίτια μας ήταν σχεδόν καθαρά, με έπιπλα απ’τα φοιτητικά και φωτογραφίες απ’ το λύκειο. Είχαν σχεδόν πάντα ένα καναπέ-κρεβάτι μπροστά στην τηλεόραση. Τα παράθυρα έβλεπαν κι αυτά σε δρόμο, δηλαδή σε πάρκινγκ. Μετά ακούγαμε μουσική, ή στέλναμε μηνύματα, ή βλέπαμε τηλεόραση, ή γράφαμε γράμματα (τα κορίτσια) στις φίλες μας που σπούδαζαν αλλού.

Τα πράματα που θα μας συνέβαιναν στο άμεσο μέλλον ήταν: σεξ, θα ερωτευόμασταν, θα γινόμασταν μηχανικοί. Δεν είχαμε ιδέα πώς.

Κι έτσι περιμέναμε. Εγώ άκουγα Air και Radiohead, έβαφα και ξέβαφα τα νύχια μου μ’ένα ιριδίζον σάπιο μήλο, εξέταζα από ποια γωνία τα πόδια μου φαίνονταν λεπτά και φανταζόμουν πως είχα μακριά μαλλιά.

Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι. Δεν είχαμε συζητήσει ποτέ γι’αυτό. Υποθέτω παρόμοια πράματα. Προς το παρόν περιμέναμε.

listening. [9/365]

[listening. [9/365], by eliza brianna n. on flickr -η μικρή είναι ταλαντούχα]

Read Full Post »

D. προχθές:

Όταν έφευγαν οι γονείς μας και μας άφηναν με τον αδελφό μου, έρχονταν οι πίθηκοι. Ο πρώτος έμπαινε από τη μπαλκονόπορτα στην κουζίνα, άνοιγε το ψυγείο, ήξερε ν’ ανοίγει μέχρι και το συρτάρι των λαχανικών. Τα ‘φερνε στην τραπεζαρία, καθόταν στην καρέκλα κι έτρωγε. Την πρώτη φορά που μπήκε φώναξα στον αδελφό μου «φύγε!», εγώ δεν πρόλαβα, κι είχα μείνει μαζί του έντρομη όση ώρα έτρωγε. Μας ήξερε και περίμενε έξω απ’ την πόρτα κάθε φορά που μέναμε μόνοι μας. Αν κάναμε ότι την ανοίγαμε, έμπαινε μέσα.

Στον κήπο μαζεύονταν οι υπόλοιποι, οι πίθηκοι έχουν ιεραρχία κι έτσι οι μεγάλοι έτρωγαν μάνγκο, γκουάβα και βερύκοκκα και οι μικροί τους κοιτούσαν. Μέσα σε δέκα λεπτά τα τρώγαν όλα κι αφήνανε τον κήπο διαλυμένο. Είχαμε όμως κι ένα παρτέρι με λουλούδια, είναι ένα λουλούδι που τους αρέσει πάρα πολύ, κι εκεί έρχονταν όλοι μαζί, και έκοβαν τα λουλούδια και τα ‘βαζαν στα κεφάλια τους, πίσω απ’ τ’ αυτιά, στα ρουθούνια τους, κοιτούσαν ο ένας τον άλλο και χοροπηδούσαν, και μετά κι απ’ αυτό έφευγαν.

Guava fruit flower

Guava fruit flower, by yadavop on flickr

Read Full Post »

Είναι Μάιος. Είναι Πέμπτη. Έχει ήλιο. Έχω κάνει μπάνιο, έχω ντυθεί, επιθεωρώ την κατάσταση – πολύ ικανοποιητική – ετοιμάζομαι να φύγω, έχω αργήσει, παίρνω το ποδήλατο, διασχίζω το πάρκο, κόσμος κάνει βόλτες, ακολουθεί στροφή, δεν κόβω ταχύτητα, πετάω. Νιώθω τη γεύση της σκόνης στα δόντια μου, «όχι ρε γαμώτο, είχα λουστεί», πονάει το πόδι μου, πού είναι το ποδήλατο, ένας τύπος το ακουμπάει στο δέντρο και φεύγει, δυο κοπέλες πλησιάζουν, «πού πονάς;», είναι φοιτήτριες ιατρικής, «να πας στο νοσοκομείο». Παίρνω το ποδήλατο με τα πόδια και γυρίζω πίσω, ο ώμος μου αρχίζει να καίει. Στο σπίτι αλλάζω μπλούζα, όσο ακόμα μπορώ να το κουνήσω. Τηλεφωνώ στην Α., «έρχομαι». Δέκα λεπτά μετά, είναι σπίτι με τον Χ. Παίρνουμε ταξί. Νοσοκομείο. «Η κάρτα ασφάλισής μου έχει λήξει». Ψευτορυθμίζεται. Ανακούφιση. Αναμονή. Ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία, ακτινογραφία. Έτοιμη. Αναμονή. Γιατρός. Κι άλλος γιατρός. Νάρθηκας. Παυσίπονο. Γυρίζουμε στην εστία τους – τρώμε μεσημεριανό (τι;), επιδόρπιο φράουλες με κρέμα. «Χ., μπορώ να κάνω ένα τηλέφωνο στο εξωτερικό;» «Ναι, βέβαια». «Θα σου δώσω τα λεφτά.» «Μην το συζητάς.»

Είμαι στο δωμάτιό του Χ., το χαοτικό δωμάτιό του. Αφίσες, άπλυτα τζάμια, ξέστρωτο κρεβάτι, ρούχα παντού, στο γραφείο βιβλία, σημειώσεις, μολύβια, κέρματα, ραβασάκια, φωτογραφίες, τσίχλες, το λάπτοπ, ένα τηλέφωνο (τότε δεν ξέραμε το skype). Ξέρω τον αριθμό απ’έξω. Αυτή είναι η στιγμή. Είναι, βλέπεις, τα γενέθλια του Π.-του πρώην Π. Που ήθελα να του τηλεφωνήσω κάθε μέρα όλο τον προηγούμενο μήνα. Μου ερχόταν πάντα στην τελευταία στροφή πριν το σπίτι με το ποδήλατο, η παρόρμηση να τον πάρω τηλέφωνο και να βάλω τα κλάματα ταυτόχρονα. Και τελικά πήγαινα στο σούπερ μάρκετ, ( δύο γιαούρτια, ένα γάλα), στο μπακάλη (πέντε λεμόνια, δυο γεμιστές πιπεριές που έφτιαχνε η γυναίκα του), στο κινέζικο (μία πάπια με μάνγκο), σπίτι (ένα βιβλίο, ασκήσεις εργαστηρίου, ένα πλυντήριο, τρία τσιγάρα) – κι έτσι δεν έπαιρνα. Τα περίμενα τα γενέθλια. Η ιδανική ευκαιρία να τηλεφωνήσω – όχι απελπισμένη, υπεράνω. My ass. Η ασφαλής ευκαιρία. Και η τελευταία για καιρό, η γιορτή ήταν μετά από μήνες βλέπεις.

Ούτε που θυμάμαι τι είπαμε. Υποθέτω εντελώς ασήμαντα πράγματα. Μ’ένα σπασμένο ώμο και ζητήματα ασφάλισης, το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν ο Π. Έπεσα και στα γενέθλιά του. Ο γρουσούζης. Δεν έφταιγε αυτός βέβαια, εγώ έφταιγα, αλλά παρ’όλα αυτά ήταν ενδεικτικό. Τελείωσα το τηλεφώνημα, άφησα παρ’όλα αυτά τα λεφτά στο χαοτικό γραφείο του Χ., εκεί που αποκλείεται να καταλάβαινε ότι ήταν από μένα, και βγήκα απ΄το δωμάτιο.

Ακολούθησαν μερικοί απ’ τους καλύτερους μήνες της ζωής μου, στους οποίους εμφανίστηκαν ο τυφλός φυσιοθεραπευτής, το κορίτσι με τη μπούργκα, ο συγκάτοικός μου, η κατανόηση του σωματικού πόνου, το εστιατόριο Omas Kueche και πολλά πολλά άλλα. Αλλά αυτά ανήκουν σε άλλες ιστορίες. Κι αν γράφω αυτήν εδώ, παρ’ό,τι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δε θα γράφω για το παρελθόν, είναι γιατί αν δεν είχα πετάξει τότε πάνω στη στροφή, εγώ δε θα ‘μουν εγώ, κι είμαι πεπεισμένη, όχι μεταφυσικά πεπεισμένη, αλλά πάντως πεπεισμένη, πως εμείς δε θα’μασταν εμείς.

Για σένα.

Read Full Post »

Millions of words have been spilt in attempts to tell us exactly what it means to be human. In [Runaway] Munro performas that very miracle.

The Times (περισσότερα…)

Read Full Post »

1. Από τις Διαστάσεις του Μιχάλη Μητσού.

Ζήτησαν κάποτε από τον Χέμινγουεϊ να γράψει μια ιστορία που αποτελείται από έξι μόνο λέξεις. Κι εκείνος έγραψε το εξής: «Πωλούνται παιδικά παπούτσια. Δεν φορέθηκαν ποτέ».

2. Isabel Allende:

La escritura es para mí un intento desesperado de preservar la memoria. Soy una eterna vagabunda y por los caminos quedan los recuerdos como desgarrados trozos de mi vestido. Escribo para que no me derrote el olvido y para nutrir mis raíces, que ya no están plantadas en ningún lugar geográfico, sino en la memoria y en los libros que he escrito.

Read Full Post »