Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘μνήμη’

Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας «για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα».

Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.

Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν «επιφανειακή» – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, «με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.»  Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.

Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.

Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.

Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.

Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι «αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο». Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.

Συστήνεται.

Read Full Post »

The second important line of thought relates the hippocampus to memory. Although it has precursors, this idea derived its main force from a very well-known report by Scoville and Milner[2] of the results of surgical destruction of the hippocampus (in an attempt to relieve epileptic seizures), in a patient known as H.M. The unexpected outcome was severe amnesia: H.M. was unable to consciously remember events that occurred after his surgery or for several years before it. This case occasioned such enormous interest that H.M. is now said to be the most intensively studied medical case in history. In the ensuing years, other patients with similar levels of hippocampal damage and amnesia (caused by accident or disease) have been studied as well, and literally thousands of experiments have studied the physiology of neural plasticity in the hippocampus. There is now almost universal agreement that the hippocampus plays some sort of important role in memory; however, the precise nature of this role remains widely debated[3][4].

Hippocampus
Memento

Πριν ενάμιση χρόνο έβλεπα τα αποτελέσματα μελέτης fMRI σε ασθενείς με βλάβη στον ιππόκαμπο σε σχέση με υγιείς ανθρώπους. Για να απαντήσουν σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα που απαιτούσε τη δημιουργία νέων αναμνήσεων, οι υγιείς άνθρωποι έψαχναν μόνο στον ιππόκαμπο. Οι ασθενείς έψαχναν παντού. Η εικόνα ενός εγκεφάλου που ανοίγει απεγνωσμένα όλα τα συρτάρια ψάχνοντας για την πληροφορία που έπρεπε-να-ήταν-εδώ είναι συγκλονιστική.

Πρόσφατα αγόρασα το εξαιρετικό The Best American Science Writing, μία συλλογή επιστημονικών άρθρων σε καλά αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες. Η συλλογή επικεντρώνεται στο neuro και τη φαρμακοβιομηχανία, με πολύ λιγότερα άρθρα για το περιβάλλον και την Κίνα.

Το άρθρο An Error in the Code του Richard Preston, που δημοσιεύτηκε στο New Yorker, είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Ήταν ο Ζουμπουλάκης νομίζω, που για το Χορεύοντας στο Σκοτάδι είχε γράψει «είναι από αυτές τις ταινίες που βρίσκεις εξαιρετικές κι όμως η σκέψη πως θα τις ξαναδείς σου προκαλεί τρόμο» – ή κάπως έτσι. Αυτό το άρθρο είναι κάτι αντίστοιχο.
Αναφέρεται σε ένα σπάνιο σύνδρομο, το Lesch-Nyhan, το οποίο οδηγεί σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που εκδηλώνεται σωματικά και λεκτικά παρά τη θέληση του ασθενούς. Το άρθρο είναι υπόδειγμα οικονομίας, περιεκτικότητας, ανθρωπιάς – και παρ’ό,τι μιλά για μία εξαιρετικά σπάνια, και δυσάρεστη ακόμα και στις περιγραφές, ασθένεια, κάνει τον αναγνώστη να συνδέεται με τον πάσχοντα και το περιβάλλον του με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Ο ίδιος ο συγγραφέας έγινε φίλος με δύο ασθενείς και χρειάστηκε επτά χρόνια για να γράψει αυτό το άρθρο.

«Lensch-Nyhan is at the far end of a spectrum of self-injurious behavior», Jinnah went on. «We all do things that are bad for us. We’ll sit down in front of the television and eat a quart of ice cream. We all have self-injurious impulses, too. Driving a car, we can have a strange impulse to drive it the wrong way and smash it into something». Edgar Allan Poe called such promptings «the imp of the perverse.» The imp may be signals coming out of the basal ganglia. Normal people feel the promptings of the imp, but most of the time they don’t act on them. Lensch-Nyhan may suggest a way in which original thoughts and ideas seem to arise as impulses that aren’t suppressed, and how intimate the terrain is between the creative and the self-destructive.

Το The Abyss, του Oliver Sacks, μου άφησε μία περίεργη αίσθηση. Μιλά για ένα μουσικό με βλάβη στον ιππόκαμπο που του άφησε μνήμη λεπτών:

Desperate to hold on to something, to gain some purchase, Clive started to keep a journal, first on scraps of paper, then in a notebook. But his journal entries consisted, essentially, of the statements «I am awake», or «I am conscious», entered again and again every few minutes. He would write: «2:10 P.M: This time properly awake…2:14 P.M: this time finally awake…2:25: this time completely awake,» along with negations of these statements: «At 9:40 P.M: I awoke for the first time, despite my previous claims.» This in turn was crossed out, followed by «I was fully conscious at 10:35 P.M., and awake for the first time in many, many weeks.» This in turn was canceled out by the next entry.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μία κατάσταση που επηρεάζει περισσότερο την προσωπικότητά του. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την απελπισία που ένιωθα για τον ίδιο και τη σύντροφό του, τα ερωτηματικά για το τι είναι τελικά αυτό που κάνει εμένα, εμένα. Τι είναι αυτό που με κάνει να νιώθω, εγώ. Κι όμως, στο κείμενο ο Sacks μού φάνηκε αντιπαθής. Πως δεν έχει την εγγύτητα στον ασθενή που έχει ο Preston (ο Clive δεν είναι δικός του ασθενής, και επομένως υποθέτω η εγγύτητα δεν πειράζει) αλλά ούτε και την καθαρή επιστημονική απόσταση. Πολλά από τα στοιχεία της συμπεριφοράς του Clive που περιγράφει έχουν σαφή νευρολογικά αίτια, τα οποία αναφέρονται μόλις στο τέλος του κειμένου (και μάλλον κρυπτικά). Όσο κι αν το κείμενο δεν έχει διδακτικό σκοπό, μου δόθηκε η αίσθηση πως στον Sacks αρέσει να εντυπωσιάζει.

Πόσο να καταλάβαιναν οι γιατροί το ’50 γιατί ο H.M. ίσως μπορούσε να βρίσκει το δρόμο για το σπίτι του απ’τη στάση, αλλά αδυνατούσε να θυμηθεί όποιον του σύστηναν; Η γνώση αυτή σίγουρα άλλαξε τις απαιτήσεις των γιατρών, τη στάση των κοντινών ανθρώπων – κάποτε ίσως οδηγήσει και στη θεραπεία. Όμως τι αλλάζει σ’έναν ασθενή άνθρωπο;

He suddenly exlaimed, «I’m conscious now…Never saw a human being before…for thirty years…It’s like death!»


[Κι εγώ; Εγώ, να. Τις κακές μέρες θα ‘θελα, όχι να μην έχει συμβεί το παρελθόν. Αλλά να μην το θυμόμουν. Φαντάζομαι να παίρνω μια άσπρη γόμα και σιγά, μεθοδικά, καθαρά, να σβήσω κάθε γραμματάκι, κάθε ουρίτσα απ’ το τετράδιό μου. Και φαντάζομαι ότι τότε καθαρίζει το γκρι σύννεφο που έχω πάνω απ’το κεφάλι μου. Τις καλές μέρες, τις καλές μέρες οι αναμνήσεις έχουν τόσο μικρότερη σημασία. Οι καλές μέρες γίνονται περισσότερες. Χτες έκανα τα πρώτα μου τρία βήματα πάνω σε σκοινί. Ε να, δεν είμαι ακόμα την Marion, αλλά εκείνη τη στιγμή πετάω. Εκείνη τη στιγμή είμαι αυτή που ήμουν πάντα – πριν γίνουν όλα αυτά.]

Read Full Post »

swim

Sea

[Josef] I thought um, you and I, maybe we could go away somewhere. Together. One of these days. Today. Right now. Come with me.
[Hanna] No, I don’t think that’s going to be possible.
[Josef] Why not?
[Hanna] Um, because I think that if we go away to someplace together, I’m afraid that, ah, one day, maybe not today, maybe, maybe not tomorrow either, but one day suddenly, I may begin to cry and cry so very much that nothing or nobody can stop me and the tears will fill the room and I won’t be able to breathe and I will pull you down with me and we’ll both drown.
[Josef] I’ll learn how to swim, Hanna. I swear, I’ll learn how to swim.

[The secret life of words]

Read Full Post »

Πρώτα τα χρήσιμα: η germanwings έχει προσφορές. Βέβαια με τους φόρους μόνο μηδέν ευρώ δεν είναι, αλλά και πάλι φτηνά.

[Εκείνο το βράδυ που γυρίζουμε σπίτι αφού έχουμε δει (κι έχουμε πιει) το Feuerzangenbowle, κι εκείνη η παρέα με τα ποδήλατα κάνει βλακείες στην άδεια γέφυρα, και για μια στιγμή νομίζεις πως η πόλη είναι δική σου, το βράδυ που γυρίζω ξυπόλητη γιατί με χτυπούν τα παπούτσια κι η άσφαλτος είναι χλιαρή και μαλακή κι ελαστική σαν να περπατάς πάνω σε μάρτσιπαν, το άγαλμα της γυναίκας από πάγο έξω απ’ την εστία του Χ., ένα βραδινό με τον Π., η Β., που δεν καπνίζει με ρωτάει αγχωμένη «έχεις ένα τσιγάρο;» έξω απ’ το σπίτι της και μετά μιλάει, το μαγαζί με τα φωτιστικά, το βιβλιοπωλείο με τη τζαμαρία μπροστά στην πλατεία, ο κύριος με το σαξόφωνο κάθε Σάββατο πρωί, η ηλικιωμένη άστεγη που επέζησε το χειμώνα.] Ολ’ αυτά που έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μου σαν άχρονα, γιατί είναι στο παρελθόν που πάει να πει τέλος, αλλά είναι και στο μυαλό μου και τα βγάζω όποια στιγμή θέλω από κει μέσα, και δίχως τόπο, γιατί είναι φαντάσματα, απότομα, να ‘ν’ καλά το google earth, πέφτουν από ψηλά πάνω στο χάρτη, κι είναι τρομακτικό, γιατί είναι σαν να τα χάνω, γιατί δε-θυ-μά-μαι πια τα ονόματα των δρόμων.

Με μια φίλη λέγαμε πώς μας αρέσει να παρατηρούμε ανθρώπους στο δρόμο, κι έλεγε η Δ. ότι σκέφτεται τι να κάνουν στη ζωή τους, αν είν’ ερωτευμένοι, τι τους είναι αυτός που έχουνε ραντεβού, τέτοια. Εγώ σκέφτομαι κάτι ασημαντότητες, δηλαδή πού έχουν τα κλειδιά τους, αν έχουνε δεύτερο στο γραμματοκιβώτιο ή αν κάνουν ένα συγκεκριμένο ήχο για να τους ανοίξουν, αν βλέποντας το κινητό τους θα ‘ξερες ποιον να καλέσεις, αν είναι μακριά το σπίτι τους από τη στάση. Κι έτσι όλ’ αυτά που έκανα τότε, πότε πάω σούπερ μάρκετ, πώς πάω με το ποδήλατο στην U., ποιους λογαριασμούς πληρώνω, ποιες μέρες έχω μάθημα και ποιες ραντεβού με τη Β. και τον Α. για να φάμε μεσημεριανό, τα ΄χω ξεχάσει κι έχουν αντικατασταθεί από άλλα κι άλλα της μετέπειτα ζωής, κι έτσι έχουνε μείνει νησάκια μνήμης, από πρωί, μεσημέρι, βράδυ, που όμως δε φτιάχνουνε ολόκληρη εικόνα.

Για πολλά χρόνια είχα ένα όνειρο που επανερχόταν όταν ήμουν αγχωμένη. Είμαι εγώ στο ποδήλατο, πηγαίνοντας στο κέντρο, σ’ ένα δρόμο που το τελευταίο που έβλεπες πριν στρίψεις ήταν η γέφυρα που πέρναγε το τρένο. Το φως είναι απογευματινό, έχει βρέξει, η εποχή άγνωστη. Δεν ξέρω αν είναι μια συγκεκριμένη μέρα αυτή ή αν το μυαλό μου έφτιαξε μια μνήμη από πολλές. Αλλά είχε φως και κινούμουν αργά και χαρούμενα – και το επόμενο πρωί ξυπνούσα ήρεμη και λίγο λυπημένη. Το΄χω δει αρκετές φορές αυτό το όνειρο, κι έτσι τώρα το επαναφέρω κατά βούληση.

Κι είναι τώρα ένας χρόνος που αυτό το όνειρο έχει αρχίσει να αντικαθίσταται από ένα άλλο. Είναι καλοκαίρι, η ώρα που σκοτεινιάζει στη Φολέγανδρο. Είμαστε στο μηχανάκι που φωνάζουμε τζιτζίκι και πηγαίνουμε στη Χώρα. Έχει λόφους αριστερά και δεξιά, κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο, και μυρίζει θυμάρι. Κι είναι ήσυχα.

Και μπορεί κι αυτό ν’ αρχίσει ν’ αντικαθίσταται από ένα άλλο. Κι ένα άλλο. Κι ένα άλλο.

Πρέπει δηλαδή κάθε φορά να ξεχνάω το προηγούμενο; Το χάρτη, τους δρόμους, τις λεπτομέρειες, τα όνειρα;

Μάλλον, ε;

Read Full Post »

Όλο χειμωνιάτικες ή άχρονες μουσικές είναι για μένα οι καλοκαιρινές.

Πριν έντεκα χρόνια, κοντά τέτοια εποχή, είχε βγει το ok computer. Την πρώτη μέρα κυκλοφορίας φυσικά την είχα χάσει, μια και τα ημιεπαρχιακά δισκάδικα κοντά στο σχολείο μου ούτε ήξεραν ούτε είχαν ακούσει.

Κι έτσι την επόμενη, πηγαίνοντας να δώσω τα προφορικά του proficiency στις τρεις το μεσημέρι με τη φίλη μου την Ε. και τη γυναίκα ναυτικού μαμά της που πάλευε να βρει την Πανεπιστημίου βγαίνοντας απ’ την Ομόνοια, φορώντας κυπαρισσί all star, τζιν, κι ένα φρικτό τσαγαλί μπλουζάκι, το αγόρασα απ’ το metropolis.

Πώς μπορείς να νιώθεις τόσο γεμάτος με κάτι που ‘χεις μες στην τσάντα σου; Ποτέ δε μου ‘χει ξανατύχει.

Στο δωμάτιό μου τότε δεν έβλεπες πάτωμα απ’ τα ρούχα και τα βιβλία και τα cd, κι η ουρά με τ’ αντικείμενα εκτεινόταν ως το μπάνιο, γιατί ήταν ανοιχτές οι πόρτες αφού έλειπε η αδελφή μου κι άκουγα επιτέλους μουσική δυνατά κάνοντας μπάνιο, κι ήτανε για μένα.

Πηγαίνοντας το βράδυ στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του γυμνασίου μου, φορώντας ένα εξίσου φρικτό γαλάζιο φόρεμα και κάτι ακόμα χειρότερα μπλε σαμουά μοκασίνια (καλοκαιριάτικα!) άκουγα μέσα μου το Paranoid Android, που πια δεν ξεροστάλιαζα μπροστά στο mtv ώσπου να το παίξει, κι όποτε τ’ ακούω ακόμα και τώρα βλέπω τα παπούτσια μου σαν αυτά τα βιντεοκλίπ που η κάμερα είναι ο ήρωας, βλέπω τα παπούτσια μου και την άσχημη πόλη ένα απόγευμα ιουνίου στις οχτώμισι το βράδυ, κι είμαι φρεσκολουσμένη, με βρεγμένα μαλλιά ακόμα, κι επιτέλους τελείωσε το σχολείο κι έρχεται το καλοκαίρι.

Ούτε που το θυμάμαι το πάρτυ.

Γυρνάω σπίτι, ακούω στο σπίτι δυο-τρεις φορές ακόμα το album, το γράφω σε κασέτα βιαστικά, είν’ απ’ τις πιο βιαστικά γραμμένες κασέτες μου, χωρίς διακόσμηση, χωρίς αποκόμματα από περιοδικά που της ταιριάζουν, χωρίς ένα ραπιδογράφο, απλά μ’ ένα στιλό, αγχωμένα. Κι ακούω ξανά και ξανά το Exit Music κι ενώ για όλο το άλμπουμ υποψιάζομαι πως κάτι έχει αυτή η μουσική που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, αλλά θέλω να καταλάβω, αυτό το τραγούδι το νιώθω πλήρως σ’ αυτή την ησυχία που οι γονείς μου μέσα κοιμούνται κι εγώ ακούω στο σκοτάδι με το κλιματιστικό, ετοιμάζοντας τη βαλίτσα μου. Στενοχωριέμαι τόσο που την επόμενη μέρα πηγαίνω κατασκήνωση και δε θα μπορώ να την ακούω, που είναι σαν ν’ αποχαιρετώ άνθρωπο.

Δεν έχω ακούσει τίποτε περισσότερες φορές, πέντε, έξι, εφτά φορές τη μέρα, κάθε μέρα, για μήνες, ειμ’ άλλωστε εμμονική και σταματάω μόνο όταν δεν αντέχω άλλο. I’d tell all my friends, but they’d never believe me, they’d think that i finally lost it completely.

Πάλι κοντά τέτοια εποχή, πριν τρία χρόνια, ο Α. έχει έρθει να μ’ επισκεφτεί στη Θεσσαλονίκη κι έχω τόση ασύλληπτη δουλειά και τόσο άγχος και κούραση, που βάζω τα κλάματα στη μέση του βραδινού, στη μέση της Άθωνος, μες στον κόσμο, και του λέω «Α., δεν είμαι καλά», κι ο καταθλιπτικός Σουηδός Α. που έχει έρθει στην Ελλάδα για να ξεσκάσει λιγάκι, μου απαντάει σοβαρά «Ναι, δεν είσαι καλά.» Και την επόμενη μέρα έχει επιτέλους συννεφιά, στην Ελλάδα χρειάζεται πού και πού λίγη συννεφιά, αυτός ο ήλιος παραπάει, κι έτσι καθόμαστε σπίτι, ανοίγουμε τον καναπέ κι ακούμε ξανά το OK Computer μετά από τόσα χρόνια ολόκληρο, και συζητάμε για ανάλαφρα θέματα, όπως οι Radiohead, o Thom Yorke, η μουσική, τα Ikea, οι Abba, η εφηβεία, το so you think you can dance, και δε θυμάμαι τι άλλο, άλλωστε με τον πολυαγαπημένο μου Α. έχουμε μιλήσει για τα πάντα, καθόμαστε λοιπόν έτσι οκλαδόν κι αρνούμαι να πάω οπουδήποτε καθώς έχω πει ότι είμαι άρρωστη, κι είναι απ’ τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου. Κι η φωτογραφία που έχω απ’ το σπίτι από κείνες τις μέρες είναι αυτή που έχει τραβήξει ο Α. – είμαστε αγκαλιά με τον Γ. και φοράω μπλούζα Radiohead, που είναι άλλωστε κι η μόνη μπλούζα συγκροτήματος που έχω.

Είναι η ίδια μπλούζα που φοράω σε μια φωτογραφία ένα χρόνο πριν από εκείνη την ημέρα με τον Α., που είχε τραβηχτεί από ένα βράδυ στην Κολωνία και η Α. αποκαλεί «μικρός πρίγκηπας», γιατί είναι τραβηγμένη από ψηλά και φαίνομαι ήρεμη και κάπως ξένη. (Λίγο μόνιμη κατάσταση αυτή, τώρα που το σκέφτομαι.)

Δεν ξέρω, γενικά δεν νιώθω πως μοιάζω και πολύ μ’ αυτό το κοριτσάκι δέκα χρόνια πριν. Αλλά όταν άκουγε μουσική, ήταν σαφέστατα εγώ.

Read Full Post »

1. Από τις Διαστάσεις του Μιχάλη Μητσού.

Ζήτησαν κάποτε από τον Χέμινγουεϊ να γράψει μια ιστορία που αποτελείται από έξι μόνο λέξεις. Κι εκείνος έγραψε το εξής: «Πωλούνται παιδικά παπούτσια. Δεν φορέθηκαν ποτέ».

2. Isabel Allende:

La escritura es para mí un intento desesperado de preservar la memoria. Soy una eterna vagabunda y por los caminos quedan los recuerdos como desgarrados trozos de mi vestido. Escribo para que no me derrote el olvido y para nutrir mis raíces, que ya no están plantadas en ningún lugar geográfico, sino en la memoria y en los libros que he escrito.

Read Full Post »

Η μνήμη μου.

(περισσότερα…)

Read Full Post »