Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘οι άλλοι’

Βιβλία κατά της φθινοπωρινής μελαγχολίας:

  • Eric Kandel, In Search of Memory. Η αυτοβιογραφία του Εβραίου…χμ…νευροεπιστήμονα(;) νομπελίστα (Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας 2000) που εργάζεται στη μνήμη. Είδα μία ομιλία του Κandel πριν λίγο καιρό. Ο ογδοντάχρονος (αν δεν το έλεγε δε θα το πίστευα) Νεοϋορκέζος Εβραίος επιστήμονας με το παπιγιόν και τις τιράντες μου έκανε μεγάλη εντύπωση με τη ζωντάνια, το χιούμορ του, τις γνώσεις του στη μουσική και την ολοφάνερη αγάπη στην-παρούσα-γυναίκα του. Τους φαντάζομαι σ’ένα σαλόνι-γραφείο γεμάτο βιβλία. Άκουσα καλά λόγια για το βιβλίο, το θέμα, δε χρειάζεται να το πω, με κατατρέχει, ανυπομονώ.
  • Haruki Murakami, Dance Dance Dance. Είχα πει ότι δε θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι, αλλά λίγο που ήταν στο βιβλιοπωλείο δίπλα στη Munro που τη λατρεύω αλλά δεν μπορώ ν’αντιμετωπίσω τώρα, λίγο που ήθελα κάτι φυσιολογικό, ελαφρύ, γρήγορο, σουρεαλιστικό, συγκινητικό; Η επιλογή ήταν μπροστά μου.
  • Barack Obama, The Audacity of Hope. Άργησα, αλλά I need to know.
  • Nick Hornby, How to Be Good. Συγγραφέας και τίτλος προδιαθέτουν για χαρά.

Πριν μία εβδομάδα έφυγε ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η πρώτη, και μια απ’τις καλύτερες, φίλες μου εδώ. Γεννημένη εδώ από Ισπανούς γονείς, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να πάει για διδακτορικό στην Ισπανία.

Χτες το μεσημέρι έφυγε ένας φίλος που γνωρίσαμε πρόσφατα. Το υπέρτατο geek εξωτερικά, ένας πολύ έξυπνος, ταλαντούχος και ευαίσθητος άνθρωπος. Αφού τον έλιωσαν στο εργαστήριο που δούλευε, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Σύντομα θα πάει στρατό.

Συνεχίζεις όμως. Alors.

[δεν έχω καμία όρεξη και καμία έμπνευση να γράφω. είναι εμφανές νομίζω. γιατί; δεν ξέρω. υποψιάζομαι όμως.]

Advertisements

Read Full Post »

DSC07398

My new home.

Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.

Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα «οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί» και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.

Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι «σταμάτα, πια, S., να μιλάς», και «γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;» Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: «θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς».

Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. «Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!» Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;

Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω «σταμάτα» ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. «Εντάξει.» Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.

Εδώ.

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »

baby sheep

Η D., τεχνικός του εργαστηρίου μας, γέννησε το δεύτερο παιδί της πριν λίγες μέρες. Της στείλαμε λουλούδια, και μας απάντησε σήμερα:

(…)

Οι μέρες στο σπίτι με τον J. και τον L. είναι ακόμη εξαντλητικές, καθώς υπάρχουν στιγμές που και τα δύο παιδιά πεινάνε ή κλαίνε ή έχουν άλλες ανάγκες, και δεν μπορώ να είμαι σε δυο σημεία. Αλλά βελτιώνεται μέρα με τη μέρα, καθώς γνωρίζω τον L. καλύτερα. Είναι καλό μωρό και έχει στιγμές που απλά ευχαριστιέται να κοιτά και να ακούει.

Ελπίζω να τα καταφέρω να έρθω στη Ζυρίχη τον Ιούλιο, για να σας ξαναδώ και να τον φέρω. Επισυνάπτω μια φωτογραφία του για όσους ενδιαφέρονται για το πώς μοιάζει.

(…)

Πρώτη φορά άκουσα γονιό να λέει για το μωρό του ότι το γνωρίζει – αυτή την καινούρια προσωπικότητα, με το χαρακτήρα της, που προσγειώθηκε, για να ζήσει μαζί τους.

clothes

Read Full Post »

κάνει καλό στη διάθεση. Μου.
[κάποιος θα περάσει ένα απόγευμα αναστατωμένος, αλλά δεν είμαι -πλέον- εγώ]afuck

Read Full Post »

[κι αν όταν γυρνούσα από το Τόκυο με την Air France έπεφτε το αεροπλάνο μου; Το ξέρω πως τα αεροπορικά δυστυχήματα είναι σπάνια κι η Air France αξιόπιστη εταιρία, δεν ειν’αυτό το θέμα μας – το θέμα μας είναι, πως θα πέθαινα μόνη μου, χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο. ναι, βέβαια όλοι μόνοι μας πεθαίνουμε στην τελική, αλλά χωρίς να προλάβω να σου πω αντίο;]

Κι έτσι χτες στο αεροδρόμιο, καλό ταξίδι. Να προσέχεις, καλά; Έλα, μη σκέφτεσαι αηδίες τώρα. Σ’αγαπάω – σ’αγαπάω. Άντε, γεια σου. Γεια σου.

Είναι στενόχωρα τ’αεροδρόμια. Όσο τρώγαμε το σάντουιτς από το Coop κι όσο έτρωγα το ρυζόγαλό μου (ναι, ρυζόγαλο, τι να κάνουμε τώρα;) μιλούσε μια κοπέλα στο καρτοτηλέφωνο κι έκλαιγε.

[πριν από πολλά χρόνια, φρεσκοερωτευμένη, άφηνα τον Π. στ’αεροδρόμιο και τον κοιτούσα να φεύγει. Πέρασε την αυτόματη συρόμενη πόρτα, αυτή άνοιξε, έκλεισε, και τον έκλεισε από πίσω. Μ’είχε πιάσει απελπισία, ήταν μια γυάλινη πόρτα και τον είχε πάρει. Πότε θα τον ξανάβλεπα; Τελικά δε θα τον ξανάβλεπα, γιατί χωρίσαμε στο μεταξύ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.]

Ή τα τρένα. Γυρίζαμε με τον Α. από το Βερολίνο με το ICE. Ο Α. διάβαζε την εφημερίδα του – εγώ άκουγα στο repeat ένα cd του Jacques Brel. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Μιλούσαμε. Τρώγαμε κάτι φρούτα που είχαμε αγοράσει απ’το σταθμό. Όλη την ώρα μία γυναίκα διαγώνιά μου με κοιτούσε επίμονα. Θα φτάναμε σε λίγο στην Κολωνία, με τον Α. είχαμε φτάσει στα μανταρίνια. Πήρα ένα, σηκώθηκα, στάθηκα μπροστά της, θέλετε ένα μανταρινι; Όχι, όχι, ευχαριστώ, και χαμογέλασε. Και δεν ξανακοίταξε.

Η Judith Hermann γράφει υπέροχα, αλλά sie ist mir nicht geheuer. Αυτές οι ποιητικές και ακριβείς περιγραφές των μετέωρων στιγμών της ζωής με σκοτώνουν. Η ιστορία Malte, όμως, είναι αριστούργημα. Η Alice ζητά να συναντήσει το Friedrich, τον εβδομηντάχρονο πια εραστή του θείου της Malte, που αυτοκτόνησε ένα μήνα πριν γεννηθεί.

Ihre Grossmutter hätte sich zu der Begegnung zwishen Alice und Friedrich nicht geäussert. Kein Für und kein Wider, weder noch. Sie war, fand Alice, im Alter ein auf demütige Weise glücklicher Mensh gewesen. Die Treppe herunter kam Friedrich. Ein alter Mann. Sehr feine Haare, weiss, fast leuchtend, und Alice dachte staunend, dass sie doch eigentlich angenommen hatte, er wäre jung. So jung wie er damals gewesen war, vor fast vierzig Jahren, sie hatte angenommen, Friedrich habe zu altern aufgehört, als Malte starb. Seine Geschichte habe dort aufgehört. Ihre habe angefangen.

Όταν βλέπω φωτογραφίες των γονιών ανθρώπων που αγαπώ – οι άνθρωποι γίνονται σαν τον Φράνκενσταϊν. Αυτά τα μάτια. Αυτό το χαμόγελο. Τα γόνατα του πατέρα του. Τα δάχτυλα της μητέρας του. Ένα ζευγάρι που γελάει αμήχανα μπροστά στη μηχανή, και δεν έχει ιδέα ότι θα γεράσει, θα κάνει παιδιά. Πού είναι; Δε θα μάθουμε ποτέ. Η θεία μου φοιτήτρια να παίζει τάβλι σε καλοκαιρινές διακοπές. Φοράει μαντίλι στα μαλλιά, πορτοκαλί φόρεμα και γελάει, είμαι σίγουρη, μ’αυτόν τον γοητευτικό ειρωνικό τρόπο που είχε.

[ακριβώς έτσι, όταν κάποτε γίνω -ευελπιστώ- ηλικιωμένη, μπορεί το blog ακόμα να ταξιδεύει έτσι ορφανό στο δίκτυο. Και θα λέω, θα λέει, «αυτή ήμουν.»]

ricola_kaugummi_glendaΗ φωτό από την καλοκαιρινή διαφημιστική καμπάνια για τις καινούριες τσίχλες της Ricola. Very swiss. (Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι το πουκάμισο είναι Alprausch, κι έχω το ίδιο καρό, σε κόκκινο άσπρο, σε φόρεμα. «Μοιάζει με ποδιά», είχε πει ο Γ. Μα, αυτό είναι το νόημα!)

Ο τίτλος από το κομμάτι Anthems for a seventeen-year old girl των Broken Social Scene.

Read Full Post »

Older Posts »