Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘οι φίλοι μου’

Είναι μέρες τώρα που το περιτριγυρίζω, βρίσκεται ακριβώς δίπλα μου, του έχω πετάξει από πάνω τα ρούχα μου και κάνω ότι δεν το βλέπω. Αυτό που κάνω ότι δεν βλέπω είναι μία πολύ πικρή αίσθηση αποτυχίας.

Fail 1: οι καλύτεροί μας φίλοι, οι καλύτεροί μου φίλοι, έχουν φύγει από αυτό το μέρος που λέγεται Ζυρίχη. Δεν έφυγαν καν επειδή το ήθελαν – τους σκέφτομαι τώρα έναν-έναν. Έφυγαν γιατί τελείωσαν τις σπουδές τους, γιατί εν μέσω κρίσης δεν μπόρεσαν να βρουν δουλειά, δεν μπόρεσαν να προσπαθήσουν να βρουν δουλειά, κι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Ή να προσπαθήσουν να προσπαθήσουν στη χώρα τους. Με την εξαίρεση της Μ., κανένας δεν είναι χαρούμενος που έφυγε, και κανένας δεν είναι χαρούμενος εκεί που είναι τώρα. Fail. Αλλά σε κάθε περίπτωση – οι καλύτεροί μου φίλοι έφυγαν. Είναι οι άνθρωποι που αγαπούσα, με τους οποίους αισθανόμουν εύκολα. Απλά, εύκολα. Στην πρώτη αναχώρηση, της φίλης που έμενε σ’αυτό το σπίτι που μένουμε τώρα (κάποιος συμβολισμός θα υπάρχει σ’αυτό το «κάποιος πρέπει να φύγει, για να έρθει κάποιος άλλος στη θέση του», αλλά μου φαίνεται πολύ φτηνός και πολύ χαρούμενος για τη διάθεσή μου), κλαίγαμε κι οι δύο στη γωνία του δρόμου, και μετά γύρισα κι εγώ στο σπίτι του φίλου μου κι έκλαιγα κι εγώ, ενώ με παρηγορούσε, «οι άνθρωποι φεύγουν, πρέπει να το δεχτείς, έτσι είναι η ζωή», τότε υπήρχε ακόμη η αφελής, η ασφαλής, η παιδική αίσθηση ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να έρχονται.Εσαεί. Στο μεταξύ έφυγαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι όταν έφυγε η Μ. ένα μήνα πριν, η καλύτερή μου φίλη εδώ, αποχαιρετηθήκαμε δυο δρόμους πιο πέρα από την πρώτη γωνία, αλλά εγώ δεν μπορούσα να χύσω ούτε ένα δάκρυ. Ούτε ένα. Βρήκα κάτι ανησυχητικό σ’αυτό, αλλά η πραγματικότητα ήταν πραγματικότητα. Το είχα δεχτεί, έτσι είναι η ζωή, αν και κάτι μου έλεγε ότι δεν ήθελα να είναι έτσι η δική μου ζωή. Πλέον. Υπάρχουν στιγμές με το Γ. που σκεφτόμαστε ότι μας λείπουν οι φίλοι μας, η Ε. και ο Α., κι η αίσθηση που έχω είναι μια αίσθηση τελεσίδικου. Συνεχίζω τις μέρες μου ούτε πάνω ούτε κάτω, παρά τελείως flat.Σαν γραμμή σε καρδιογράφημα, πώς να στο πω;

Fail 2: η κατάσταση στη δουλειά δεν είναι καλή. Η δουλειά μου εντάξει, ας πούμε ότι πάει σχετικά ΟΚ, έτσι είναι το διδακτορικό, σέρνεσαι και μπουσουλάς και περνάς τον περισσότερο καιρό σου κάνοντας πράγματα που δεν μοιάζουν ούτε δημιουργικά ούτε καινούρια, και μετά έρχεται μια καλή στιγμή ή μια καλή ιδέα που την πιάνεις απ’τα μαλλιά και την καβαλάς μέχρι, ελπίζουμε, τη διατριβή σου. Αλλά δεν ειν’αυτό το πρόβλημά μου. Τσακωθήκαμε με τον πιο στενό μου συνεργάτη, τον μοναδικό μου συνεργάτη, για την ακρίβεια, και δεν ήταν καν τσακωμός, ήταν ειλικρινής δήλωση ενόχλησης από μέρους μου, η οποία φούσκωσε και γράφτηκε και ερμηνεύτηκε-με άμεσο αποτέλεσμα αυτόν στο εργαστήριο, εμένα στο γραφείο, και σταθερά, συνεχή και αδιαπέραστα μούτρα. Με πεθαίνουν τα μούτρα. Δεν είμαι αισιόδοξη για την κατάσταση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχω δίκιο, το πρόβλημα είναι μόνιμο εδώ και ένα χρόνο, υποψιάζομαι ότι υπάρχει πολιτισμικό κενό, δεν θέλω να υπάρχουν θέματα, δεν πάω στη δουλειά για να υπάρχουν θέματα (αν κι αυτό είναι παιδικό, πώς να μην υπάρχουν θέματα με κάποιον με τον οποίο δουλεύεις μαζί οχτώ ώρες τη μέρα;), όταν υπάρχουν θέλω να συζητούνται σύντομα μια και καλή και μετά να λήγουν. Οι Ελβετοί (δηλώνω ένοχη τρομερής γενίκευσης, αλλά είναι κάπως έτσι) δεν μπορούν τις ευθείς συζητήσεις. Με σκοτώνουν τόσο πολύ τα μούτρα που θα ήμουν έτοιμη αυτή τη στιγμή να δηλώσω μετάνοια για οτιδήποτε έχει γίνει και θα γίνει ώσπου να γίνουν στάχτη τα κόκκαλά μας, θα συνεργαστούμε με όποιους όρους και συνθήκες θέλεις εσύ, μόνο να μην έχουμε αυτή την κατάσταση, που τη θυμάμαι το πρωί με το που ξυπνάω, νιώθω ένα «πουφ!» και περνάω όλη την ημέρα ξεφούσκωτη και καμπουριασμένη. Φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να γίνει, πρέπει να συνεργαζόμαστε με λογικούς όρους. Αυτό θα οδηγήσει στο να μη συνεργαζόμαστε καθόλου, να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του – το οποίο φυσικά θα έχει επιπτώσεις στη δουλειά και των δύο. Αλλά έστω – αρκεί να μην υπάρχουν αυτά τα μούτρα.

Fail 3 (το μεγάλο βραβείο): το έχω μάλλον ξαναγράψει, δεν έχω αίσθηση του χιούμορ (στην καθημερινή ζωή έχω, αλλά όχι Για Τη Ζωή), αλλά δεν αντέχω με τίποτα τη γελοιότητα. Το ξέρω ότι τα παραπάνω δεν είναι τί-πο-τα, ότι είμαι, πώς να το πω, another brick in the wall. Κι έτσι ακούω τον εκφωνητή στο κεφάλι μου να λέει στο τρέιλερ «η χχχχ είχε φαινομενικά την τέλεια ζωή: νέα, γοητευτική, μία όμορφη σχέση με το φίλο της [ο οποίος, μπλα μπλα], το διδακτορικό της [εδώ μπλα μπλα], στην Ελβετία [μπλα μπλα]. Και όμως, [μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα]». Μα πόσο γελοίος μπορείς να γίνεις; Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να κάνω όλα τα σωστά πράγματα για μένα. Να κοιμάσαι καλά, πρόσεχε τον εαυτό σου, φτιάξε τα μαλλιά σου, τρώγε υγιεινά, κάνε σπορ, διάβαζε τα βιβλία σου, ψώνισε κάτι όμορφο. Μπλα μπλα. Την καταβάλλω τη ρημαδοπροσπάθεια, μπλα μπλα, αλλά η αλήθεια είναι πως νιώθω ήδη τόσο κουρασμένη από τα fail 1, fail 2, κι ο εαυτός μου μου φαίνεται αρκετά βαρύ και βαρετό ταυτόχρονα φορτίο, κι ειλικρινά, προτιμώ να κάνω Αυτά Που Έχω Αποφασίσει Ότι Πρέπει και να τον βλέπω όσο το δυνατόν λιγότερο. Δεν είναι ότι δεν έχω όνειρα και σχέδια και απόψεις κι όλα, κι απ’αυτή την άποψη δεν είμαι σαν πέρσι, ας πούμε. Αλλά αυτή η πικρή γεύση της αποτυχίας παραμένει, κι αυτή η ερώτηση, «πώς την έχεις δει, ρε πουλάκι μου, κάθε χρόνο τα ίδια θα’χουμε;» κάθεται από πάνω στο λαιμό και δεν κατεβαίνει-με-τί-πο-τα.

Αυτή η μακρά δήλωση ξινίλας έρχεται να προστεθεί ως ακόμη ένα μαργαριτάρι στο κολιέ του τι αποτελεί αυτό το μπλογκ τους τελευταίους μήνες, κι αυτό μου δημιουργεί την ήδη γνωστή πικρή αίσθηση μπλα μπλα, αλλά το έγραψα και θα το δημοσιεύσω, γιατί δεν μπορώ συνεχώς να  παριστάνω ότι δεν το βλέπω.

Αυτά.

Read Full Post »

Μία καλή μέρα απαρτίζεται από:

1. ένα καλό ξύπνημα.
2. ένα καλό ξεκίνημα βιβλίου (του Dance Dance Dance) μέσα στο λεωφορείο.
3. δουλειά σε φυσιολογικούς ρυθμούς, και το νέο ότι βοήθησα να λυθεί ένα μεγάλο πρόβλημα.
4.
επίπονο στρέτσινγκ
5. το νέο ότι άνοιξε μπουτίκ Ladurée στη Ζυρίχη.
6. σύντομο τσατ με την C., η οποία είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που στην ανακοίνωση του 5 απαντά με «OMG!!!»
7. μια ντουζίνα μακαρόν από το 5, και, λόγω και της επετείου που πληροφορήθηκα χθες, κάτι αφρώδες (ε, ναι, δεν πήρα και Sekt, ή το κάνεις ή δεν το κάνεις. «Τα λεφτά είναι για μία ανάγκη και για ένα καπρίτσιο.»)


Την ημέρα που επέστρεφε η Α. στο Παρίσι και θα της δίναμε τα κλειδιά του διαμερίσματος στο οποίο είχαμε μείνει μια ολόκληρη βδομάδα, αποφασίσαμε με την C. να μείνουμε στη γειτονιά. Το σχέδιό μας ήταν να πάμε στο Père Lachaise. Σταματήσαμε σ’ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε είδη από πάπια, μερικά ψωμιά, λίγα φαγητά και γλυκά. Δεν ξέρω πώς συνεννοηθήκαμε με την φιλική κυρία στον πάγκο, πάντως φύγαμε με δύο πακέτα φαγητό και μία μεγάλη crème brûlée. Πεινούσαμε πολύ κι είχε, όπως όλες εκείνες τις μέρες, πολύ κρύο, κι έτσι λίγο μετά την είσοδο βρήκαμε ένα παγκάκι και καθίσαμε με τα φαγητά μας. Ήταν μάλλον το περιβάλλον που μετέβαλε μία συζήτηση για τ’αγαπημένα μας φαγητά στο τι θα θέλαμε να φάμε πριν πεθάνουμε. Η C. ένα απλό ωμό ψάρι, και νομίζει όχι γλυκό. Εγώ κοτόσουπα με αυγολέμονο όπως την έκανε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, και τάρτα λεμόνι. Και μετά μιλούσαμε για την ασθένεια του πατέρα της C. όταν ήταν παιδί, στους γονείς μας, στο μέλλον, στους παιδικούς μας φίλους…Το νεκροταφείο δεν το επισκεφτήκαμε, βέβαια, ποτέ.

Τα μακαρόν δεν είναι γλυκό ζωής και αναμνήσεων κι αγάπης. Το ευαίσθητο κέλυφος από αμυγδαλόσκονη και μαρέγκα που σπάει με το που το αγγίζεις με τα δόντια σου και η λίγο κρύα κρέμα που διασχίζεις, η μαλακή μάζα που ελάχιστα μασάς πριν καταπιείς, είναι το σύντομο ιριδίζον πυροτέχνημα σαν αυτό που έσκασε στο μυαλό του αδελφού του Ratatouille, η γλυκύτητα, το χαριτωμένο, το κοριτσίστικο…το καπρίτσιο.

Αυτά τα μακαρόν είναι είδος ενδημικό στο Παρίσι, και φυσικά αντικείμενο λατρείας των Ιαπώνων. Τα παριζιάνικα καταστήματα Ladurée έχουν πάντοτε υπάλληλο που μιλά ιαπωνικά και καταστήματα Ladurée, του αγαπημένου (μου) Pierre Hermé και του ταλαντούχου Sadaharu Aoki υπάρχουν στο Τόκυο.

Φυσικά το κοριτσίστικο, το γαλλικό, το ιαπωνικό, θυμίζουν αμέσως τη Σοφία Κόππολα, η οποία σκηνοθέτησε το πολύ κοριτσίστικο και χαρούμενο διαφημιστικό για το άρωμα Miss Dior Chérie, που εκτυλίσσεται στο Παρίσι, είναι ροζ, και όπου-τι άλλο;-η πρωταγωνίστρια αγοράζει μακαρόν από τη Ladurée.

Αρκετά με τη σοβαρότητα για λίγες ημέρες.

Δεχόμεθα παραγγελίες για φαγώσιμα πυροτεχνήματα για τα Χριστούγεννα – πληροφορίες εντός.

Read Full Post »

Βιβλία κατά της φθινοπωρινής μελαγχολίας:

  • Eric Kandel, In Search of Memory. Η αυτοβιογραφία του Εβραίου…χμ…νευροεπιστήμονα(;) νομπελίστα (Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας 2000) που εργάζεται στη μνήμη. Είδα μία ομιλία του Κandel πριν λίγο καιρό. Ο ογδοντάχρονος (αν δεν το έλεγε δε θα το πίστευα) Νεοϋορκέζος Εβραίος επιστήμονας με το παπιγιόν και τις τιράντες μου έκανε μεγάλη εντύπωση με τη ζωντάνια, το χιούμορ του, τις γνώσεις του στη μουσική και την ολοφάνερη αγάπη στην-παρούσα-γυναίκα του. Τους φαντάζομαι σ’ένα σαλόνι-γραφείο γεμάτο βιβλία. Άκουσα καλά λόγια για το βιβλίο, το θέμα, δε χρειάζεται να το πω, με κατατρέχει, ανυπομονώ.
  • Haruki Murakami, Dance Dance Dance. Είχα πει ότι δε θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι, αλλά λίγο που ήταν στο βιβλιοπωλείο δίπλα στη Munro που τη λατρεύω αλλά δεν μπορώ ν’αντιμετωπίσω τώρα, λίγο που ήθελα κάτι φυσιολογικό, ελαφρύ, γρήγορο, σουρεαλιστικό, συγκινητικό; Η επιλογή ήταν μπροστά μου.
  • Barack Obama, The Audacity of Hope. Άργησα, αλλά I need to know.
  • Nick Hornby, How to Be Good. Συγγραφέας και τίτλος προδιαθέτουν για χαρά.

Πριν μία εβδομάδα έφυγε ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η πρώτη, και μια απ’τις καλύτερες, φίλες μου εδώ. Γεννημένη εδώ από Ισπανούς γονείς, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να πάει για διδακτορικό στην Ισπανία.

Χτες το μεσημέρι έφυγε ένας φίλος που γνωρίσαμε πρόσφατα. Το υπέρτατο geek εξωτερικά, ένας πολύ έξυπνος, ταλαντούχος και ευαίσθητος άνθρωπος. Αφού τον έλιωσαν στο εργαστήριο που δούλευε, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Σύντομα θα πάει στρατό.

Συνεχίζεις όμως. Alors.

[δεν έχω καμία όρεξη και καμία έμπνευση να γράφω. είναι εμφανές νομίζω. γιατί; δεν ξέρω. υποψιάζομαι όμως.]

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »

dynamo

Στο Chuchi am Wasser. Το διπλανό ζευγάρι είναι ξαπλωμένο, αγκαλιασμένο στην πλατφόρμα και λιάζεται . Δίπλα στο χέρι του είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός για την Ουγγαρία. Εμείς έχουμε ακουμπήσει τον καφέ μου και την μπύρα της στο πεζούλι κι έχουμε κρεμάσει τα πόδια μας απ’έξω. (λες να μου πέσουν τα παπούτσια μέσα στο ποτάμι;) Έχω παρατήσει το κράνος δίπλα από την τσάντα μου. Η παρέα από πίσω μας ακούει τις ιστορίες της A-S. από το Σαββατοκύριακο και γελάει. Βγάζουμε φωτογραφίες.

Ένα ζευγάρι πηδάει στο ποτάμι και το παίρνει το ρεύμα. Ο άντρας κρατάει στο νερό σα σανίδα μια κόκκινη τσάντα που επιπλέει. «Ξέρεις τι κάνουνε;» λέει η A-S. «Έχουν τα ρούχα και τα παπούτσια τους στην τσάντα. Όταν φτάσουν πιο κάτω, θα βγουν και θα ντυθούν. Είναι αδιάβροχη!»

Μία Ortlieb X-Plorer M, σε κόκκινο. Ή σε μπλε; Μμμ, μάλλον σε κόκκινο.

[Α, ναι. I don’t care ’bout anything but you! (anything but youuuu, η επανάληψη της Nina). Ονειρεύομαι να πηδάμε στο νερό και να’χουμε τα ρούχα μας μαζί μας. Φόρεμα, μπλουζάκι, σορτσάκι, πορτοφόλι, κλειδιά. Άλλοι αισθάνονται κυρίαρχοι του κόσμου μ’ένα αμάξι. Με τη μεγαλομανία και τη διάθεση «αγαπώ κι όλο τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί» αυτού του καλοκαιριού, μου αρκούν, α, το ποδήλατο, και βου, η τσάντα. Και το νερό. Ή μερικοί λόφοι. Η θέα. Ξέρεις τώρα. The great outdoors, και τέτοια. Ω Θεέ μου, αγαπάει την Ελβετία! ]

flussbad unterer letten

[η φωτό είναι από το Unterer Letten – για κάποιο λόγο φωτό από το Dynamo και το Platzspitz δεν παίζουν στο flickr. very strange.]

Read Full Post »

[κρεμμύδι]

Είμαι εγώ, στο σπίτι της γιαγιάς, το μεσημέρι πριν πάω στο φροντιστήριο. Μυρίζει κοτόσουπα αυγολέμονο  – ή μπιφτέκια. Η γιαγιά βλέπει το Ζάχο Δόγγανο στην τηλεόραση, και γελάει. Εγώ ξεφυλλίζω την εφημερίδα της (Ελεύθερος Τύπος με τα φύλλα πιασμένα με καρφίτσες) ή χαζεύω τις ανθολογίες της βιβλιοθήκης (τον Παπαδιαμάντη) ή διαβάζω το βιβλίο της για την ανθρώπινη υγεία (λευκά αιμοσφαίρια/ερυθρά αιμοσφαίρια, ο αυνανισμός προκαλεί τύφλωση). Με παίρνει ο ύπνος στο διπλό κρεβάτι, ώσπου να έρθει να με ξυπνήσει σε είκοσι λεπτά.

[this is hardcore]

Είμαι εγώ, στο δεύτερο Rockwave, στη Φρεαττύδα το ’98, με την ξαδέλφη μου, τον Π., τον αδελφό του και μια φίλη τους. Έχουμε δει τους Closer, τους Puressence, τους Sonic Youth, περιμένουμε να βγουν οι Pulp. Είμαστε στην τρίτη σειρά, μπροστά απ’τη σκαλωσιά. Πατάμε στην άμμο. «Αν γυρίσει τώρα ο Π.», σκέφτομαι, «θα τον φιλήσω. Τώρα, τώρα, αν γυρίσει, θα τον φιλήσω». Εγώ κάνω ασκήσεις θάρρους, αλλά ο Π. δε γυρίζει εκείνο το βράδυ. Ψευτομιλάμε και κοιτάμε κι οι δυο μας μαγεμένοι τον Jarvis Cocker να τραγουδάει και να σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά από πάνω μας.

[rivella]

Είμαι εγώ, καθισμένη με την Ε. και τη Μ. στο μπαλκόνι του κτιρίου Ε. Κολλάμε. Πίνουμε Rivella και τρώμε παγωτό. Η Μ. έχει βγάλει αυτά τα πέδιλα που έχει πάρει απ’ τη Μινόρκα και φοράει κάθε χρόνο κι ακουμπάει τις πατούσες της στο κάγκελο. Εγώ καταριέμαι την ώρα που φόρεσα τζιν κι αθλητικά. Συζητάμε για τη ζέστη. Ακούμε τα τραμ που περνούν από κάτω και λαχταράμε τη λίμνη, ενώ περιμένουμε να έρθει η ώρα για να ξαναμπούμε μέσα για μάθημα.

Read Full Post »

Galileo's pendulum 1

Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο. Μια ώρα με τον G. και τον Α., μια ώρα με τον Α. μόνον.

Ο Α. από τη Σουηδία, ο Ισπανός G. που βρίσκεται στο Τρέντο – κι εγώ, η Ελληνίδα που ζει στη Ζυρίχη, μιλούσαμε στο skype.

Πάνε πέντε χρόνια που έχω να δω τον G., κι όμως η φωνή του κι η προφορά του ακούγονταν σαν χθες. Το διδακτορικό του, η ειδικότητα της κοπέλας του Α., ο γάμος  της V., ο άνεργος Α., η συγκατοίκησή μου με τον Γ. Η πόλη που αφήσαμε-που ζούσαμε όλοι μαζί τότε.

Ο G. με έμαθε ποδήλατο. Και μιλούσαμε, ατελείωτα, γι’αυτήν την Αλμοδόβαρ ισπανική οικογένειά του, πηγαίναμε για ψώνια στην Ολλανδία, στέλναμε μηνύματα ο ένας στον άλλον. Κι ο Α., ο Α. είναι για μένα είναι σαν αυτές τις καρτ-ποστάλ φυσαρμόνικα. Τις κοιτάς, τις γυρίζεις, δείχνουν άλλα τοπία, ο καιρός περνάει. Κι όμως όλες τις εικόνες τις συνδέουν εγώ κι ο Α., να μιλάμε στην αιωνιότητα.

Αχ, φίλοι μου.

[προχτές στο μεσημεριανό συζητούσαμε αν νιώθουμε Ευρωπαίοι ή όχι – με αφορμή το δικό μου κακό, κι εν μέρει άδικο, σχόλιο ότι οι Ελβετοί αισθάνονται Ελβετοί και όχι Ευρωπαίοι. Αισθάνομαι Ευρωπαία; Ναι.]

Read Full Post »

Older Posts »