Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘πανεπιστημιακά’

Σήμερα μου έγραψε το Αερικό, είχα να απαντήσω σε μέιλ τρεις μήνες. Αρχίζω να αποκτώ μεγάλο πρόβλημα με το χρόνο μου. Χμουφχ. Και δεν έχω καν πολλή-πολλή δουλειά – απλα πολλή δουλειά. (το πολλή-πολλή μου θυμίζει επικίνδυνα τη Γούπι Γκόλντμπεργκ και την υπόθεση Πολάνσκι – τι απογοήτευση από τον Τέρυ Γκίλιαμ!)

Διαπιστώσεις: δύο χρόνια από τότε που έφτιαχνα την εργασιακή ρουτίνα μου στο κέντρο της πόλης, ενάμισης χρόνος από τότε που την άφησα, σήμερα δεν ήξερα ούτε πού είναι τα ποτήρια. Η μικρή των δύο ετών πριν είναι μία αγαπημένη άλλη. Ως και η διαρρύθμιση του σούπερ μάρκετ άλλαξε.

Ημερίδα για το μέλλον μετά το διδακτορικό. Μου έκαναν εντύπωση: πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες συμφώνησαν ότι η εμπειρία σε άλλη χώρα, ει δυνατόν και σε άλλη ήπειρο, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αν αυτό δεν γίνεται, σε άλλο αντικείμενο. Φίλε μου, στην Ελλάδα ήξερα μόνο ένα καθηγητή που είχε αλλάξει αντικείμενο, και δεν ξέρω αν ήταν με τη θέλησή του. Το επιχείρημα; Την πρώτη φορά μπορεί να ήσουν τυχερός, σ’έναν άλλο τομέα δύσκολα. Επαγγελματίες δεν ήταν αρνητικοί όχι μόνο απέναντι στο διδακτορικό, αλλά και σε post-doc – κι αυτό όχι μόνο στην big pharma. Ο επαγγελματίας που μπορεί να κινηθεί από τον πανεπιστημιακό στον επαγγελματικό χώρο κι αντιστρόφως. Αλλά πάλι, η αγορά της Ελβετίας είναι διαφορετική από ό,τι των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών. Εξακολουθώ να φοβάμαι το overqualification.

το post snippet – εσάνς του τίτλου «σημειώσεις» [θα το βλέπω σε δέκα χρόνια και θα γελάω;]

Έχω κλείσει ενάμιση χρόνο στο διδακτορικό – είμαι λοιπόν πριν από τη μέση. Τι σκέφτομαι; Εξακολουθώ να πιστεύω, όπως στην αρχή των σπουδών μου, ότι μάλλον είμαι για τη βιομηχανία, ιδανικά κάπου που να μπορώ να κάνω έρευνα. Προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο τη βασική έρευνα τα τελευταία χρόνια, το engineering εξακολουθεί να μου έχει δώσει τις μεγαλύτερες χαρές. Δεν ξέρω αν είναι χαρακτήρας ή το priming πολυετούς πολυτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά η ικανοποίηση του να σκέφτεσαι και να φτιάχνεις κάτι για μένα ξεπερνά τη χαρά της ανακάλυψης. Δεν μπορώ να φανταστώ να χαράσσω ερευνητική πορεία και να θέτω ερωτήματα που ζητούν απάντηση για ανθρώπους πέρα από μένα. Δεν μπορώ να με φανταστώ να έχω ομάδα – ίσως είναι και λόγω έλλειψης εμπειρίας. Δεν ξέρω να διοικώ κόσμο. Μ’αρέσουν τα πρότζεκτ με ημερομηνία λήξης, μ’αρέσει να δουλεύω ανεξάρτητα, έχει τεράστια σημασία για μένα να νιώθω ότι κάνω κάτι που αξίζει. Μ’αρέσουν οι άνθρωποι και μπορώ να έχω πολύ καλές σχέσεις με τους συνεργάτες μου, ακόμη και με επιθετικούς ή δύσκολους ανθρώπους, αλλά όχι με κυκλοθυμικούς – μου διαλύουν το στομάχι. Δε με πειράζει να είμαι μπροστά σ’έναν υπολογιστή όλη μέρα. Δεν ξέρω αν κάποτε θα προτιμώ να προγραμματίζω ή να μανατζάρω.

Camera Obscura: το Abart πρέπει πραγματικά να κλείσει – δύο στα δύο φρικτός ήχος, τεράστια καθυστέρηση εμφάνισης του support, πενηντάλεπτο κενό πριν το main act, για να γίνει sound check (γιατί; γιατί εκείνη την ώρα, με το κοινό να περιμένει;), τρομερά νεύρα από τους καλλιτέχνες. Πέρσι αφήσαμε τις ladytron μετά από τρία τραγούδια – φέτος είδαμε τα ίδια με τους camera obscura και σκεφτόμαστε ότι ίσως να μην φταίγανε αυτές. Τέλος πάντων, καλά έπαιξαν, αν και το βλέμμα της μέδουσας της τραγουδίστριας το είχα δει τελευταία φορά στη συγχωρεμένη τη θεία μου – όποιος το’χει αντικρίσει δεν το’χει ξεχάσει. Γιατί, ρε παδιά; Αν δεν είστε σε θέση να διοργανώσετε μια συναυλία με στοιχειώδη επαγγελματισμό, γιατί δεν το αφήνετε το σπορ;

Advertisements

Read Full Post »

Kleider machen Leute: στο ίδιο λεωφορείο που με πηγαίνει στη σχολή βρίσκεται πρώην συμφοιτήτρια που έχει κάνει startup, προφανώς πηγαίνει σε meeting, είναι κοστουμαρισμένη, βαμμένη, περιποιημένη, και μοιάζει δυο χρόνια μεγαλύτερη (το λέω για καλό). Εγώ όχι μόνο έχω χάλια μαλλιά, όχι μόνο έχω τυρκουάζ νύχια, αλλά έχω και ξεφτισμένα τυρκουάζ νύχια (bathroom cleaning with fresh manicure, don’t try this at home). Ήττα.

Ακούω το debate ενώ έχω στρώσει όλη μου την προίκα στο σαλόνι, για να δω τι θα πάρω. Ο Καραμανλής πολλά νεύρα και λέει βλακείες, ΓΑΠ μιλάει λίγο σαν μεθυσμένος, αλλά προς το τέλος πολύ καλός, Αλέκα εκτός συναγωνισμού, Τσίπρας όχι κακός, και με καλή στιγμή τα της παιδείας και ακόμη περισσότερο την προφυλάκιση, αλλά με πολύ κακό φινάλε (γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια και λίγη ακόμα γκρίνια για την κατάσταση της χώρας, προτάσεις μηδέν), τύπος από τους οικολόγους ενίοτε αρκετά καλός (ειδικά με το μακεδονικό αναγνωστικό) και πολύ άμεσος στο τέλος, Καρατζαφέρης επικίνδυνος.

Έχω πακετάρει, το σακίδιο είναι έτοιμο να σκάσει, πού θα βάλω αυτά που αναπόφευκτα θα πάρω εκεί; Παζλ – θα βγάλω το σλίπινγκ μπαγκ – θα πάρω μεγαλύτερο σακίδιο για χειραποσκευή – θα χρησιμοποιήσω τα πλυστικά και θα ελαφρύνει η τσάντα (ασχολίαστο) – θα αδειάσω μερικά ρούχα (το λογικότερο, αλλά πού κουράγιο). Note to self: μην αγοράσεις βιβλία. μην αγοράσεις βιβλία. ΜΗΝ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΑ. Μήπως να την αδειάσω τη βαλίτσα; Θα βγάλω το τζιν. Σοκ και δέος: πόσες κάλτσες έχει εδώ μέσα; Το τζιν άφαντο. Έξι σουτιέν. Υπερβολικό το βρίσκω. Μισητό σλίπινγκ μπαγκ. Μισητά ορειβατικά παπούτσια. Η πετσέτα φεύγει, θα αγοράσω μία με μικρονήματα. ΘΥΜΗΣΟΥ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ ΠΕΤΣΕΤΑ. Η τσάντα ξαναζυγίζεται και έχει αδυνατίσει κατά τρία κιλά (!). Παίρνω μεγαλύτερο σακίδιο για χειραποσκευή. Χλιδή. Τέσσερα αντικείμενα. Μισητή σκηνή. Μισητό πόστερ, είσαι η αιτία του ταξιδιού κι ο πιο αδύναμος κρίκος. ΠΑΡΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΤΟ ΠΟΣΤΕΡ.

Για δύο εβδομάδες θα βρίσκομαι στον Καναδά. Σε μια βδομάδα από σήμερα ελπίζω να κάνω κανώ. Ατούταλέρ.

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

A few months ago I’d have patted myself on the back to write such words, but I couldn’t have written them. I had to live them first, and now that I’m living them there’s no need to write them.

Smoke Bellew by Jack London, από το ποστ Nothing to say του blog μόδας The Clothes Horse

Small waterfall

1. Heidiland

Πήγαμε, λοιπόν (να’ν’ καλά το PhD program) στο στερεότυπο: ελβετική νευρολογική κλινική αποκατάστασης στα βουνά. Η ανθρώπινη ασθένεια, όμως, δεν είναι ούτε στερεοτυπική ούτε αστεία. Σε μια απομονωμένη κοιλάδα, είναι ένα μέρος πολύ πολιτισμένο. Εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, θερμά λουτρά, άλογα, Lokomat, δωμάτιο χαλάρωσης, βιβλιοθήκη, εστιατόριο. Δε μύριζε νοσοκομείο, κι όσο ήμασταν εκεί, όλα ήταν ήρεμα. Είχε πολλούς Ιταλούς ασθενείς που έβλεπαν τηλεόραση στο κοινό δωμάτιο. Οι ασθενείς αναρρώνουν από εγκεφαλικά, AVM, όγκους, δυστυχήματα. Το πρώτο απόγευμα που κάναμε περίπατο με τη Ν. είδαμε μια έφηβη κοπελίτσα που περπατούσε με πατερίτσες δίπλα στους γονείς της. Μας είπε Grüezi και χαμογέλασε, λες και ντρεπόταν για το πώς είναι. Μας μίλησε ένας ασθενής, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, που μετά το εγκεφαλικό του καταλάβαινε και σκεφτόταν στ’αγγλικά, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σιγά-σιγά τα κατάφερε – τώρα μάθαινε το th. Μια κοπέλα δεκαεννιά χρονών που έπεσε από τους κρίκους στην ενόργανη, κι έχει χάσει κομμάτι από τη μνήμη της. Τότε άνοιξε η πόρτα απότομα, και μπήκε ένας ηλικιωμένος που φώναζε χαρούμενα, «μου είπαν ότι εδώ έχει ομιλία. Θέλω κι εγώ να μιλήσω! Να πω τι έπαθα! Πού να κάτσω;»  Ο νευρολόγος μας είπε αργότερα ότι αυτός ο κύριος τραυμάτισε σε αυτοκινητιστικό την περιοχή του εγκεφάλου που σταματά την παρόρμηση. Ανοίγει πόρτες και μπαίνει, ξεκινάει να μιλάει, φλερτάρει με το προσωπικό. Την άλλη μέρα, βόλτα με τη Μ. «Συγνώμη – συγνώμη, κορίτσια; Μπορείτε να με βοηθήσετε; Μου έπεσε το πορτοφόλι μου και δεν μπορώ να σκύψω να το πιάσω.» Είναι μία κυρία, γύρω στα εξήντα πέντε, σε αναπηρικό καροτσάκι. «Είστε από αυτό το…αυτό το συνέδριο που λένε, που ήρθατε χτες;» «Ναι.» «Και τι κάνετε; Εσείς, αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω, εσείς τι κάνετε; Α, πολύ ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον! Κι εσείς; Τι λέτε;» Το βράδυ πήγαμε για δείπνο σ’ένα κελάρι με κρασιά στο χωριό. Τραγουδούσε ένας τετραπληγικός πρώην ασθενής της κλινικής. Μπορούσε να κινεί το ένα χέρι, και με την έξω μεριά του καρπού έλεγχε τον υπολογιστή του, που έπαιζε μουσική. Κι αυτός τραγουδούσε. Είχε πολύ ωραία φωνή, θα το’λεγα ούτως ή άλλως δηλαδή, τετραπληγικός ή μη, κι ήταν πολύ χαρούμενος. Όλο έλεγε, «χορέψτε, χορέψτε! και τώρα χορέψτε!», κι ελάχιστοι χόρευαν. Αχ, δε χορεύει πια ο κόσμος όπως παλιά, και σίγουρα όχι με μισοαγνώστους. Τι στενόχωρο, αυτός που θα’θελε να χορέψει δεν μπορούσε, κι εμείς μπορούσαμε και δεν το κάναμε. Τι θα’ταν; Τίποτα δε θα’ταν. Αλλά δεν το κάναμε.

The view from our room 1

Το μπαλκόνι μας

2. Το όνειρο

Όταν το τελευταίο όνειρο της νύχτας είναι ότι κοιμάσαι πάνω σ’ένα μαλακό Zopf, τότε η μέρα σου θα’ναι καλή. Μετά τη δουλειά πήγα βόλτα στο δάσος. «Γρήγορα, γρήγορα», γρήγορα ήθελα να κατέβω, αλλά κάπου εκεί, όταν έφτασα πλάι στο χορτάρι που φτάνει μέχρι το γόνατο, ή όταν είδα τη γύρη στο φως το ήλιου, κάπου εκεί ξεχάστηκα. Άκουγα το M83  τουM83, και το She stands up που έπαιζε όταν είδα τη λίμνη (μα λίμνη! είκοσι λεπτά απ’το εργαστήριο! πού ζεις, μαλάκα;) δεν έλεγε πια Do you think he still loves her?/How would I know about this, Hunter?/I think he does… αλλά Do you think he still knows Zurich?/How would I know about this, honey?/I think he does…Έφτασα κάτω βλέποντας αυτή τη θέα, το άλμπουμ έφτανε στο τέλος του, (I’m happy, she said), το τηλέφωνο χτύπησε, «Πού είσαι; Δε θα’ρθεις; Έχουμ’αργήσει!»

A secret bench and table

3. And no one cares

Τα δείπνα της Παρασκευής και της Δευτέρας, για το τέλος της διπλωματικής του Μ. ήταν καλά. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι τον αναγνωρίζω καθαρά – αλλά χάνονται τόσο μέσα στις υπόλοιπες, που δεν ξέρω τελικά ποιος είναι. Αλλά αυτή η φωνούλα που συμπληρώνει «…και δε με νοιάζει» είναι τελευταία σταθερά εκεί.

4. Teach me how to fight

Οι Junior Boys ήταν σκέτη απογοήτευση. Ένα θα πω: μία ώρα. Μα μία ώρα, παιδιά; Ας είχαν και στολή (παντελόνι 7/8, κοντομάνικο πουκάμισο, πλεκτό γιλεκάκι, άσπρες κάλτσες, μαύρα παπούτσια), ας είχε κι ο τραγουδιστής hitler hairdo, making me feel ill, ας είχαν κι ωραία, κάπως μελαγχολικά βίντεο από πίσω από σεισμούς, εφηβικούς τσακωμούς και πέρασμα από τούνελ (πιο πολύ new media ήταν αυτό το σύνολο, τα βίντεο δεν έντυναν τη μουσική, αλλά κι ούτε η μουσική τα βίντεο) – μία ώρα. Και χωρίς encore. [Επίσης, αυτός ο φρικτός συνδυασμός 80s και 90s στα ρούχα του κοινού θα συνεχίσει να πουσάρεται κι άλλο ή έχουμε πιάσει πάτο;]

Read Full Post »

Ο Μ. μου έδειξε χτες στο μηχανουργείο φωτογραφίες από τον καιρό που δούλευε στην ESA στη Γαλλική Γουιάνα.

Ο Μ. στα είκοσι πέντε του, με γυαλιά ηλίου, σορτσάκι και μούσι, αγκαλιά με συναδέλφους κάπου στην άμμο. Ο Μ. με ολόσωμη φόρμα, να βιδώνει κάτι, και να τον επιβλέπει ένας μηχανικός. Φωτογραφίες εντόμων και του ποταμού. Ένας βιετναμέζικος οικισμός. Ο τόπος εκτόξευσης. Ο αυτοκινητόδρομος. Το μενού της Air france. Πρώτο πιάτο, medaillon de foie gras. Φωτογραφίες της εκτόξευσης. «Και πρέπει να’ταν τρομερό συναίσθημα να βλέπεις την εκτόξευση, ε;» «Α, ναι» (χτυπάει την καρδιά του), «βοήθησα κι εγώ!»

«Ήταν ωραίες εποχές.» «Σου λείπει;» «Βέβαια. Αλλά μετά από έξι χρόνια, δεν άντεχα άλλο – μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου. Είχα τότε ήδη δύο γιους, και ήθελα γιους. Τα τελευταία Χριστούγεννα είχα αποκλειστεί, και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, και τότε είπα, ‘τελείωσε’. Αλλά κι εδώ που δουλεύω, μου αρέσει. Έχει όλο νέο κόσμο. Όταν είσαι με συνομηλίκους, όλο λες ‘τι κάνεις; καλά. καλά’, ενώ οι νέοι βιάζονται, έχουν άγχος, ξυπνάς.»

«Άκου,» μου είπε φεύγοντας. «Άμα μέχρι την προθεσμία μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι μηχανολογικό, εγώ μπορώ να είμαι εδώ, και νύχτες και Σάββατα και Κυριακές.»

Read Full Post »

Λοιπόν, χτες διάβαζα στην εφημερίδα του πανεπιστημίου για την υπηρεσία ισότητας, και σκεφτόμουν ότι αυτά δεν με αφορούν ιδιαίτερα. (άλλωστε συχνά εκδηλώσεις με τέτοια θεματολογία χρησιμοποιούνται για networking, κάτι που δεν αντέχω γενικά, πολύ περισσότερο μάλλον στο πνεύμα του εμείς οι καταφρονεμένες να στηρίξουμε η μία την άλλη).

Ως τώρα δεν είχα άσχημες επαγγελματικές εμπειρίες λόγω του φύλου μου. Αν έκανε ένα καλό το σύστημα εισαγωγής επί Αρσένη, είναι ότι αύξησε πολύ τα ποσοστά γυναικών σε κλασικά αντρικά αντικείμενα σπουδών (σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης δεν έχω δει τόσες γυναίκες να σπουδάζουν στο πολυτεχνείο). Έτσι στην Ελλάδα, τουλάχιστον στο πανεπιστήμιο, διακρίσεις δεν υπήρχαν.

Από τότε που έχω έρθει εδώ, μία φορά είχα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα με «υποψήφιο διδάκτορα» (τι έκφραση κι αυτή). Ήταν δυσάρεστη εμπειρία το να πρέπει να δουλεύεις επί ένα εξάμηνο για κάποιον ο οποίος δεν σου απευθύνει ποτέ το λόγο, αναφέρεται σε σένα ως «αυτή» αντί για τ’ όνομά σου και αμφισβητεί βασικές, αναμενόμενες ικανότητες που έχει ο οποιοσδήποτε απόφοιτος του αντικειμένου σου.  Φυσικά δεν ξαναείχα καμία επαφή με το εργαστήριο. Το ζήτημά μου δεν ήταν αν είχε πρόβλημα με τις γυναίκες ο τύπος, αλλά ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν αγενής και αντιεπαγγελματική – και ότι γινόταν ανεκτή.

Δουλεύοντας στη συνέχεια σε ένα εξαιρετικό περιβάλλον, ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό ότι αυτά συμβαίνουν ακόμη. Μέχρι σήμερα.

Δυστυχώς συνεργαζόμαστε με έναν καθηγητή άλλου πανεπιστημίου, Ελβετό και νεαρό σε ηλικία, ο οποίος ανέκαθεν με αντιμετώπιζε σαν γλάστρα – δυστυχώς με τα αναπόφευκτα σχετικά ηλίθια αστεία. Δε με ένοιαζε το ότι δε με συμπεριλάμβανε στην αλληλογραφία (τα μάθαινα από το συνάδελφό μου), ούτε ότι μιλούσαμε λίγο (όσο λιγότερο τόσο το καλύτερο). Σήμερα που τον συναντήσαμε με τον Φ., όμως, το παράκανε – δε με χαιρέτησε έως ότου υποχρεώθηκε να το κάνει, και φυσικά δε μου ξαναμίλησε, παρά για να με ρωτήσει ηλιθιότητες άσχετες με τη δουλειά. Έγινα έ-ξαλ-λη, και αφού φύγαμε είπα στον Φ. ότι εγώ δεν ξανασυναντιέμαι με το μαλάκα εκτός αν είναι απόλυτη ανάγκη. Ο Φ. αισθάνθηκε άσχημα, καταλαβαίνει, λέει, αλλά να μη θυμώνω.

Να μη θυμώνω; Εντάξει, το ξέρω ότι θα μου περάσει – αλλά πώς να μη θυμώνω! Δεν θέλω καμία «ειδική συμπεριφορά» – θέλω συμπεριφορά συναδέλφου. Κι αυτά τα σημάδια δε μ’αρέσουν καθόλου όσο σκέφτομαι το μέλλον εδώ ή σε κάποια αντίστοιχη χώρα. Δεν πάμε καθόλου καλά τελικά.

Read Full Post »

Σαφέστατα επανέρχομαι.

Σήμερα εξοργίστηκα μ’ έναν από τους συνήθεις υπόπτους, ο οποίος αφού χρησιμοποίησε όλη μου τη διπλωματική για να γράψει paper σ’ ένα σημαντικό συνέδριο (κάτι που μου ανακοίνωσε την παραμονή της προθεσμίας του abstract) και με έβαλε τρίτη (!) συγγραφέα, μου έστειλε σήμερα το paper προς υποβολή, στο οποίο με έχει μετακινήσει στην τέταρτη θέση (μετά τον άμεσο supervisor του, τον οποίο γλείφει), κάτι το οποίο «ξέχασε» να μου ανακοινώσει. Όλα αυτά ενώ έχω κάνει όλη τη δουλειά, καθώς το paper δεν περιέχει τί-πο-τε που δεν περιείχε η διπλωματική μου. Μέχρι χθες είχα αποφασίσει να αφήσω το θέμα γιατί όλα αυτά λίγο με αφορούν, άλλωστε δε δουλεύω πια εκεί, αλλά υπάρχει μαλάκας και μαλάκας – υπάρχει ένας βαθμός non-fair play που είμαι διατεθειμένη να ανεχτώ, αλλά να μην τραβάμε και το σκοινί, μεγάλε.

Το ευχάριστο, όμως, είναι ότι αφού έβρισα λίγο μπροστά στον υπολογιστή μου και του έστειλα ένα διερευνητικό mail, έφυγα να πάρω δώρο στην Ε., και έκατσα να με βάψει η αισθητικός . Μου κόστισε κάτι παραπάνω η τσαντούλα με την οποία απεχώρησα (ομορφότερη, ελπίζω) απ’ το πολυκατάστημα, αλλά εκτός απ’ το fair play υπάρχει και όριο στο πόσες ώρες από τη μέρα μου θα μου χαλάσει ο ηλίθιος.

Read Full Post »

Older Posts »