Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘σκέψεις’

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Advertisements

Read Full Post »

Λέμε τώρα.

«Όλοι θέλουν ένα κομμάτι από μένα κι εγώ θέλω να κάνω παρέα με χορτοφάγους.» Αυτή η ηλίθια φράση γυρίζει στο κεφάλι μου εδώ και ώρα. Είναι σαν να βλέπω τον κάδο του πλυντηρίου από μέσα – όχι από το τζάμι, από την πίσω μεριά. Η φράση είναι ένα άσπρο βαμβακερό πουλόβερ, και κοπανιέται συνέχεια στα τοιχώματα βρεγμένη, αφρίζει, ξαναμαζεύεται, ξανά. Φαντάζομαι μια αλκαλική γεύση από τα απορρυπαντικά που κάνει τη γλώσσα και τα δόντια μου να πανιάζουν. Κι είναι φυσικά ενδεικτικό ότι η φράση μού θυμίζει Tom Robbins, τον οποίο σιχαίνομαι – συγνώμη Μαριλένα, αλλά τον σιχαίνομαι. (εδώ μπαίνει σμάιλυ, αλλά εδώ δεν μπαίνει σμάιλυ).

Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω. Δεν «δείχνω κατανόηση», αυτό όχι – απλά ξέρω κάθε μα κάθε τι μικρούλι πού οφείλεται και γιατί είναι εκεί. Ξέρω ότι δεν αλλάζει. Αλλά κάπου, μέσα σ’ όλες αυτές τις βεβαιότητες, θέλω να βρω κι εγώ τη θέση μου. Ξέρω τι πρέπει να γίνει, όπως και ξέρω ότι δυστυχώς προϋποθέτει σπρώξιμο και σούσουρο και αναταραχή.

Είναι όπως σήμερα. Ξεκινήσαμε να τρέχουμε και νόμιζα πως θα πάθω κρίση πανικού, πεντακόσιοι άνθρωποι σ’ ένα δρομάκι πέντε μέτρα (ποιος μαλάκας το σκέφτηκε ήθελα να ‘ξερα). Αλλά συνέχισα, κι άφησα να περάσουν μπροστά μου τα ποδοβολητά – όχι ότι βέβαια δεν κοίταξα και πίσω να σιγουρευτώ ότι δεν είμαι τελευταία – και θες λόγω χαρακτήρα, θες που δεν είχα κάνει ποτέ ατομικά αθλήματα, δε με πείραζε που ήμουν πίσω, αρκεί που δεν ήμουν με το πλήθος. Και μετά κοιτούσα τα δέντρα κι όχι πια το δρόμο, κι όσο τα κοιτούσα τόσο μ’ άρεσε, τόσο έτρεχα και τόσο ήταν ανάλαφρα. Μέχρι που με προσπέρασε μία πολύ κλειστά, μ’ ένα πολύ εκνευριστικό ήχο κι ένα γελοίο τρέξιμο, και δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα «εγώ εσένα θα σε γαμήσω». Επιτάχυνα, την προσπέρασα και μια φορά αν και γι’ αρκετή ώρα ήμουνα πίσω της – θυμάμαι την πλάτη της. Δε θυμάμαι τελικά ποια έφτασε πρώτη. Βρήκα το ρυθμό μου και ξανάρχισα να κοιτάω τα δέντρα.

[να πω την αλήθεια, ήμουν πολύ κουρασμένη όταν ξεκίνησα να γράφω. Τώρα που φτάνω στο τέλος μου περνάει. Καλύτερα να βλέπεις τα δέντρα από τη μαλακισμένη που τρέχει σαν πάπια, εδώ που τα λέμε. Βέβαια ντάξει – η αναλογία δεν είναι ακριβής, το ξέρω, όπως ξέρω ότι υπάρχουν μια ντουζίνα ακόμα «βέβαια ντάξει». Αλλά ένα-ένα τα ζητήματα.]

Read Full Post »

Hooverphonic ή Alpha. [Portishead]

‘Ηλιος ή χιόνι. [βροχή]

Εδώ ή εκεί. [ανάμεσα]

«και μη γελάς με ηλίθια αστεία». Εσύ, δηλαδή, τι θα’κανες στη θέση μου;

Read Full Post »

Τη στιγμή που ακούς το Dictionary περπατώντας στο δρόμο; Όταν γυρνάς το κεφάλι σου, για να δεις κάτι που δεν περίμενες, και που δε σ’αφήνει να αγνοήσεις; Τότε που κοιτάς έξω και, προς μεγάλη σου έκπληξη, δεν έχει ακόμα βραδιάσει; Ή όταν αρχίζεις να το σκέφτεσαι, να το επεξεργάζεσαι και να το καταγράφεις;

Πότε είναι που η ζωή σου χωρίζεται σε πριν και μετά;

Read Full Post »

Η μνήμη μου.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Μου’λειψε…

Read Full Post »