Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘στιγμές’

Μετά από ένα υπερτιμημένο κόψιμο των μυτών στο κομμωτήριο, ακολούθησε μία ισότιμη αγορά παπουτσιών – παπουτσιών τα οποία δεν χρειάζομαι (όπως διαπίστωσα με βεβαιότητα χθες καθαρίζοντας την ντουλάπα μου), αλλά είναι πολύ όμορφα. Θύμα του καταναλωτισμού, λοιπόν.

Τουλάχιστον να περνούσα γρήγορα από το σούπερ μάρκετ, να αγοράσω λίγα πράγματα για το άδειο μας ψυγείο.

[δώδεκα χρονών είχα διαβάσει στο Marie Claire ένα άρθρο με «πορτραίτα» για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών. Μία κοπέλα έλεγε ότι προτιμά να τρέφεται μόνο με τοστ επί ένα μήνα, προκειμένου να μπορέσει να αγοράσει ακριβά εσώρουχα – «η αίσθηση της δαντέλας στο χαρτί δεν συγκρίνεται με πακέτα σλιπ σε συσκευασία των τριών», κάτι το οποίο μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, καθώς τα εσώρουχα του Marks & Spencer, στα οποία είχα καταλάβει ότι αναφέρεται, ήταν για μένα το άλφα και το ωμέγα της πολυτέλειας, και κρίνοντας από τα περιεχόμενα της ντουλάπας μου, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Τέλος πάντων, ευτυχώς σ’αυτό το σημείο δεν έχω φτάσει ακόμη].

Υπό ελαφριά βροχή, στη γωνία ακριβώς πριν τον τελευταίο, και μοναδικό ηθικά υπερασπίσιμο στόχο του απογεύματος, η υφασμάτινη τσάντα με τα παπούτσια μπλέχτηκε στην μπροστινή ρόδα, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε – ευτυχώς με μένα ακόμη όρθια αμαζόνα επάνω του. Το μάζεψα στην άκρη και βάλθηκα να βγάλω την τσάντα από τις ακτίνες. Το κωμικοτραγικό θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν: το τακούνι του ενός παπουτσιού δεξιά από τις ακτίνες, το πέλμα αριστερά, η υπόλοιπη τσάντα πίσω από τον άξονα. Μετρώντας νοερά κάθε φράγκο που κόστισε το ζεύγος και τα λίγα λεπτά από την αγορά του, το απεγκλώβισα μεθοδικά.

  • (….) Erdbeerjoghurt (…)?
  • Wie, bitte?
  • Hochdeutsch?
  • Ja, gerne.
  • Τρώτε γιαούρτι; (ναι) Προβιοτικό γιαούρτι; (ναι) Γιαούρτι με φράουλες; (ενίοτε). Κάνουμε μία μελέτη της γεύσης ενός γιαουρτιού με φράουλες πριν βγει στην αγορά. Θα πρέπει να δοκιμάσετε διάφορα γιαούρτια και να μας πείτε τη γνώμη σας. Ενδιαφέρεστε;

Δε βαριέσαι, δέκα λεπτά θα πάρει, το σούπερ μάρκετ δεν κλείνει ακόμη, και μπορεί να σταματήσει κι η βροχή. ΟΚ.

Μόνο να παρκάρω το ποδήλατό μου. Ναι, βέβαια.

Το έσυρα μέχρι τον επόμενο στύλο και άρχισα να περνάω την αλυσίδα. Ναι, να το κλειδώσετε καλά – είναι πολύ όμορφο ποδήλατο. Cilo, έχω κι εγώ ένα τέτοιο. «Ελβετική ποιότητα», ε; Ναι, ναι (γέλια).

«Η δοκιμή γίνεται σ’αυτό το ξενοδοχείο εδώ. Είναι στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τέταρτο όροφο. Εσείς βέβαια είστε νέα και ποδηλάτις, αλλά τώρα θα πάρουμε το ασανσέρ. Χεχε, δεν πηγαίνουμε σε δωμάτιο βέβαια, μην ανησυχείτε! Ακολουθήστε με, τώρα θ’ανεβούμε τη σκάλα και φτάσαμε.»

Είναι γύρω στα εξήντα και κάτι ο οδηγός μου, μ’ένα καλοσυνάτο πρόσωπο που μου θυμίζει το Γουόλτερ Ματάου. Το σακάκι είναι σκούρο μπλε και το παντελόνι του μαύρο, και τα δύο κάπως φθαρμένα. Φοράει μια μικρή καρφίτσα στο πέτο που υποθέτω ότι είναι η μάρκα του γιαουρτιού, αλλά δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Μπορώ να σας ρωτήσω από πού είστε; Είστε Γερμανίδα; Α, ξέρετε, κι εγώ σκέφτηκα ότι δεν είστε Γερμανίδα, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος. Έχω πάει τρεις φορές στην Ελλάδα, ναι, στην Αθήνα, σε κάποια χωριά νότια της Αθήνας (στην Πελοπόννησο; ναι, ίσως, απαντάει αόριστα), και μία κρουαζιέρα στα νησιά. Ξέρετε, στην Κω, στη Ρόδο…

Βαθμολόγησα λοιπόν για έξι γιαούρτια την όψη, την υφή, τη γεύση, την επίγευση, το κρεμώδες της υφής, τη γεύση της φράουλας, τη ζάχαρη, την οξύτητα…Θα το αγοράζατε; Sicher/wahrscheinlich/ich weiss nicht/eher nicht/auf keinen Fall.

«Και τώρα κάποιες τελευταίες ερωτήσεις. Πόσων χρονών είστε; Ποιος είναι ο ανώτατος τίτλος σπουδών σας; (Α; Και τι σπουδάσατε; Μηχανολόγος, αν κρίνω από το ποδήλατο!(θριαμβευτικό, παιδικό χαμόγελο) Αλήθεια; Κι εγώ ξεκίνησα να το σπουδάζω αυτό, αλλά δεν τελείωσα ποτέ).» Δεν ήθελα να ρωτήσω τι συνέβη. Είχε αυτά τα συμπαθητικά χέρια ανθρώπου που έχει δουλέψει πολύ, τα νύχια του δεν ήταν πολύ καθαρά. «Θα λέγατε ότι το εισόδημα του νοικοκυριού σας είναι μέσο, υψηλό, πολύ υψηλό, χαμηλό ή πολύ χαμηλό;» Φαντάζομαι ότι νομίζει ότι πληρωνόμαστε πολύ καλά, εγώ κι ο Γ., κάτι που δεν είναι αλήθεια, και αισθάνομαι στιγμιαία άσχημα γι’αυτή την εντύπωση που του δίνω.

«Και κάποια προσωπικά σας στοιχεία; Δεν είστε υποχρεωμένη να μου τα δώσετε, είναι για την αξιοπιστία του δείγματος, καταλαβαίνετε, για να μην νομίζουν ότι το έκανα μόνος μου.» Λέω το όνομα και τον ταχυδρομικό μου κώδικα, τηλέφωνο, ξέρετε, δεν θέλω να δίνω το τηλέφωνό μου – «καταλαβαίνω, μη στενοχωριέστε.» Ελπίζω να μην του έχω δημιουργήσει πρόβλημα.

«Τελειώσαμε! Έχω και ένα δώρο για σας, μη σηκώνεστε ακόμη! Ορίστε – eine Freizeitstasche!»

Τη χώνω όπως-όπως στη σακούλα με τα παπούτσια, τον ευχαριστώ και φεύγω.

Μετά το ταμείο, σκέφτομαι πώς να την ξεφορτωθώ. Πιάνει πάρα πολύ χώρο, δε χωράνε τα ψώνια μου, και φοβάμαι μήπως η τσάντα μού ξαναπέσει στη ρόδα. Σχεδιάζω πού να την αφήσω, στο σούπερ μάρκετ ντρέπομαι, εκεί που άφησα το ποδήλατο θα την αφήσω, σκέφτομαι. Και εκεί τον ξαναβλέπω. Μιλάει σε μία κυρία για τη δοκιμή γιαουρτιών, αυτή δεν ενδιαφέρεται. Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσω την τσάντα που μου έδωσε μπροστά του, ορίστε, εδώ που φτάσαμε, την ξεδιπλώνω και αυτήν και τη φοράω κι αυτή, η τρίτη στον ώμο μου. «Α, είδατε! Θα τη χρησιμοποιήσετε κιόλας;» (μεγάλο χαμόγελο) «Είναι αδιάβροχη!»  Βγάζοντας το ποδήλατο, παρατηρώ μόλις εκείνη τη στιγμή ότι έχει βγει η αλυσίδα. «Ελάτε,» μου λέει, και με βοηθάει να τη βάλουμε στη θέση της. Γινόμαστε και οι δύο μαύροι. «Μήπως θέλετε να πλύνετε τα χέρια σας; Όχι, ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»

Ανεβαίνω στο ποδήλατο και στα πρώτα πέντε μέτρα παραλίγο να πέσω σ’έναν περαστικό Ινδό. Του χαμογελάω, και φεύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ απ’ τη γωνία του σούπερ μάρκετ κι απ’ τον κύριο που κάνει την έρευνα γεύσης για τα γιαούρτια.

Advertisements

Read Full Post »

Είναι δύο – όχι, τρεις – οι πιο λυπητερές ώρες του χειμώνα.

Η μία είναι το Σάββατο το απόγευμα – μετά το ξύπνημα, τα ψώνια της ημέρας στο σούπερ μάρκετ, το καθυστερημένο μεσημεριανό. Είναι η ώρα που κάποιος στο σπίτι κοιμάται και στο μπάνιο ο ήλιος φωτίζει άσκοπα το νιπτήρα. Άσκοπα, γιατί εσύ δεν είσαι έξω, κι η μικρή μέρα σύντομα θα τελειώσει.

Οι άλλες δεν έχουν σημασία.

Mist

Με τέσσερις βαθμούς πια μες στη μέρα και παγωμένη άσφαλτο, εδώ ο χειμώνας έχει έρθει. Είναι όμορφα μέσα στη μέρα, όταν ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και κάνει κρύο, και το απόγευμα, όταν το φως γίνεται κίτρινο. Η Ε. λέει ότι στον αέρα μυρίζει χιόνι. Μάλλον έχει δίκιο. Φέτος πρέπει να πηγαίνουμε στα βουνά τα Σαββατοκύριακα – ψηλότερα απ’την ομίχλη.

Προς το παρόν, το πρόγραμμα έχει για σήμερα:

The dog days are over
The dog days are done
The horses are coming
So you better run

Yes, ladies and gentlemen – they’re Florence and the Machine!

[Οκτώβριος-Νοέμβριος: οι μήνες των συναυλιών. Thank God for that.]

Read Full Post »

Με το που έκλεισα τα μάτια μου το μεσημέρι, σκέφτηκα «καρπουζόπιτα». Είχαμε φάει ένα μεσημέρι στη Φολέγανδρο. Δε θέλαμε να κάνουμε μπάνιο, κι είχαμε κάτσει σε μια απ’τις πλατείες της κάτω απ’τον ίσκιο. Οι τουρίστες έρχονταν, έφευγαν, κι εμείς μείναμε ώρες. Ήπιαμε καφέ, φάγαμε γλυκό, παίξαμε τάβλι, διαβάσαμε τα βιβλία μας, μιλούσαμε και γελούσαμε. Είχαμε μόλις νοικιάσει το μηχανάκι που θα κρατούσαμε τις επόμενες δέκα μέρες, που σύντομα ονομάστηκε τζιτζίκι.

Σήμερα μετά τη δουλειά (ο όρος δεν είναι ακριβής για τις τελευταίες δύο μέρες), αγόρασα δύο βιβλία για ν’αναγνωρίζω τα λουλούδια και τα δέντρα (ο Γ. επιμένει πως τα λένε «φυτολόγια»), ένα Lonely Planet για τα ελληνικά νησιά, το καινούριο μυθιστόρημα της Judith Hermann, ένα ριγέ καλοκαιρινό φόρεμα, ένα ζευγάρι πορτοκαλί κι ένα ζευγάρι καρπουζί πέδιλα. Και κεράσια, φράουλες και ροδάκινα (αύξηση, αντίο). Τώρα κάθομαι και θαυμάζω τα τρία γλαστράκια με τις μαργαρίτες, τη λεβάντα και τη μέντα. Ελπίζω να επιζήσουν.

Έξω έρχεται μπόρα, σήμερα δεν έχει βόλτα με το ποδήλατο.

Μάιε, τι όμορφος που είσαι!

Read Full Post »

vorderer Anschlag

Φεύγω από το εργαστήριο μετά από ένα δεκάωρο, ιδρωμένη, ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, απογοητευμένη. Δεν έχει νυχτώσει ακόμη τελείως κι από κάπου, δεν μπορώ να δω από πού, ακούγεται η ορχήστρα να κάνει πρόβες.

Όπως είδα σήμερα στον πίνακα ανακοινώσεων του ταλαιπωρημένου γκρουπ μου,

Wer bin ich? Und wenn ja, wie viele?

Η συνέχεια από την Ιαπωνία.

Read Full Post »

[17:20 – χτες.]

Ακούω από το πρωί Antony and the Johnsons στο repeat και δουλεύω ή-συ-χα. Τα σύννεφα κινούνται. Πού και πού περνά ο ήλιος, το γρασίδι στο πλάι μου φωτίζεται για λίγα δευτερόλεπτα σαν να αυξάνεται η έκθεση. Νιώθω σαν όλα αυτά να είναι ένα δώρο προορισμένο προσωπικά για μένα.

[17:20 – σήμερα.]

Ακούω για δεύτερη μέρα Antony and the Johnsons, και δουλεύω ήσυχα. Ο F. έχει γυρίσει. Εγώ, αυτός κι η S. είμαστε στη σειρά με τ’ακουστικά μας, κι απ’έξω το λιβάδι. Το κτίριο που γράφει, PUNK. Από το πρωί νιώθω σαν να’χω πιει και καπνίσει πολύ την προηγούμενη, κι όμως δεν έχω κάνει τίποτε απ’τα δύο. Όλα είναι σιωπηλά. Κοιτάω την οθόνη, σημειώνω τα bugs με δύο στιλό για αύριο, τα μάτια μου καίνε.

  • Ich fühl mich so müde. Hey, F. – bist du auch müde?
  • Jaaa.
  • S., bist du auch müde?
  • Ich bin immer müde.

[ήρεμα/συγκριτικά, πιοπολυαποποτ/αυτές τις μέρες, το πιο στενόχωρο που μου φαίνεται ότι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, είναι οτι πεθαίνουν κι οι αναμνήσεις σου/ένα ποδήλατο/θα εμφανιστείς για να με πάρεις/από τι αποτελείται η συγκεκριμένη απόχρωση του πράσινου;/ο Μουρακάμι με έριξε/γυμναστική/»όλο γκρινιάζεις για τα μέρη που πας» – «τις ωραίες εντυπώσεις τις κρατάω μέσα μου»/ένας χρόνος, δύο χρόνια, τρία χρόνια, οι αναμνήσεις εξελίσσονται εκθετικά, πώς να στο εξηγήσω, δες τη συνάρτηση και θα καταλάβεις.]

400px-expsvg

Wikipedia article on exponential function

Read Full Post »

I have an argument, είπε. People often say that things are inapplicable, but if you go on thinking like this, you will never try and do anything, and it will never be done. There, είπε, στρώνοντας το παντελόνι έξω απ’τα μποτάκια της. Και έφυγε. (θα φύγει). Θα μου λείψει.

Read Full Post »

The madding crowd

[The madding crowd, by victorf on flickr]

But while the country people suffered the extremity of want, and the trade of the country was at a standstill, London enjoyed a carnival of the utmost brilliancy. The Court was at Greenwich, and the new King seized the opportunity that his coronation gave him to curry favour with the citizens. He directed that the river, which was frozen to a depth of twenty feet and more for six or seven miles on either side, should be swept, decorated and given all the semblance of a park or pleasure ground, with arbours, mazes, alleys, drinking booths, etc. at his expense. For himself and the courtiers, he reserved a certain space immediately opposite the Palace gates; which, railed off from the public only by a silken rope, became at once the centre of the most brilliant society in England. Great statesmen, in their beards and ruffs, despatched affairs of state under the crimson awning of the Royal Pagoda. Soldiers planned the conquest of the Moor and the downfall of the Turk in striped arbours surmounted by plumes of ostrich feathers. Admirals strode up and down the narrow pathways, glass in hand, sweeping the horizon and telling stories of the north-west passage and the Spanish Armada. Lovers dallied upon divans spread with sables. Frozen roses fell in showers when the Queen and her ladies walked abroad. Coloured balloons hovered motionless in the air. Here and there burnt vast bonfires of cedar and oak wood, lavishly salted, so that the flames were of green, orange, and purple fire. But however fiercely they burnt, the heat was not enough to melt the ice which, though of singular transparency, was yet of the hardness of steel. So clear indeed was it that there could be seen, congealed at a depth of several feet, here a porpoise, there a flounder. Shoals of eels lay motionless in a trance, but whether their state was one of death or merely of suspended animation which the warmth would revive puzzled the philosophers. Near London Bridge, where the river had frozen to a depth of some twenty fathoms, a wrecked wherry boat was plainly visible, lying on the bed of the river where it had sunk last autumn, overladen with apples. The old bumboat woman, who was carrying her fruit to market on the Surrey side, sat there in her plaids and farthingales with her lap full of apples, for all the world as if she were about to serve a customer, though a certain blueness about the lips hinted the truth.

He called her a melon, a pineapple, an olive tree, an emerald, and a fox in the snow all in the space of three seconds; he did not know whether he had heard her, tasted her, seen her, or all three together.

The biographer is now faced with a difficulty which it is better perhaps to confess than to gloss over. Up to this point in telling the story of Orlando’s live, documents, both private and historical, have made it possible to fulfil the first duty of a biographer, which is to plod, without looking to right or left, in the indelible footprints of truth; unenticed by flowers;regardless of shade; on and on methodically till we fall plump into the grave and write finis on the tombstone above our heads.

She quickened her pace; she ran; she tripped; the tough heather roots flung her to the ground. Her ankle was broken. She could not rise. But there she lay content. The scent of the bog myrtle and the meadow-sweet was in her nostrils. The rooks’ hoarse laughter was in her ears. ‘I have found my mate,’ she murmured. ‘It is the moor. I am nature’s bride,’ she whispered, giving herself in rapture to the cold embraces of the grass as she lay folded in her cloak in the hollow by the pool. ‘Here will I lie.’ (A feather fell upon her brow.)

Upon this scene and orderly prospect the stars looked down, glittering, positive, hard, from a cloudless sky.

Orlando, a «writer’s holiday».
Ή, το πιο γοητευτικό, τρυφερό και ιριδίζον παραμύθι.
Ή το ιδανικό ανάγνωσμα για τις παγωμένες μέρες που περπατήσαμε πάνω στη λίμνη που κολυμπούσαμε το καλοκαίρι και την ημέρα με την κατακίτρινη ανατολή που έλιωσαν οι πάγοι και μαγνητισμένοι σταθήκαμε στον αέρα, στο λιβάδι έξω απ’ το εργαστήριο (σήμερα).

Read Full Post »

Older Posts »