Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘ταξίδια’

Αφού έχω κοιμηθεί, αφού έχω δει φίλους, πριν επεξεργαστώ τις φωτογραφίες μου:

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Μια κουνημένη φωτό φθινοπωρινού παραδείσου.

να μάθω: composition, την κάμερά μου

να αγοράσω: μία dSLR

Το πάρκο, ευτυχώς, θα είναι πάντα εκεί.

Advertisements

Read Full Post »

[Λονδίνο, Σεπτέμβριος 2009]

Παίρνει το ποδήλατο που έχει αφήσει έξω απ’την πόρτα του γραφείου του, πάνω στη μοκέτα. «Κοίτα, Τ., εμείς πεινάμε.» «Πεινάτε; Χμμμ, πρέπει να δούμε πώς θα το κάνουμε, γιατί ο S. θέλει να πηγαίνει μόνο σε μία παμπ. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, αλλιώς, αν αντέχετε, πάμε για μια μπύρα εκεί και μετά πάμε για φαγητό. S., τα παιδιά πεινάνε. Να πάμε κάπου που έχει και φαγητό;» «Δεν έχετε φάει; Ακόμα;» Μας κοιτάει δυσαρεστημένος. Κατεβαίνουμε όλοι μαζί με το ασανσέρ, μαζί και το ποδήλατο. Περνάμε τις πρώτες αυτόματες πόρτες [«Είναι επειδή είμαστε στο κέντρο του Λονδίνου. Αύριο να πείτε τα ονόματά σας στον φύλακα, έχουμε ενημερώσει»]. Ο S. προχωράει στην έξοδο. Κλακ, κλακ, κάνει το φωτοκύτταρο. Η πόρτα δεν ανοίγει. Πίσω. Κλακ, κλακ. Κλακ, κλακ. Πηγαινοερχόμαστε και οι τέσσερις μπροστά στο φωτοκύτταρο, μαζί και το ποδήλατο. Σίγουρα γελοίο θέαμα για όποιον περαστικό τύχει να γυρίσει προς το κτίριο του πανεπιστημίου τέτοια ώρα. «Άκου, S., νομίζω πως οι πόρτες έχουνε κλείσει κι ο φύλακας δεν ειν’εδώ. Πρέπει να βγούμε από την άλλη.» «Τώρα, τώρα. Μπορεί να’χουνε κολλήσει. Εγώ κάνω πάντα, αυτό». Αυτό: στηρίζεται στο ποδήλατο με το αριστερό χέρι, σηκώνει το δεξί για να τον δει το φωτοκύτταρο, κλωτσάει με το δεξί πόδι το κουμπί για ν’ανοίξει η πόρτα. Κλακ, κλακ. Ξανακλωτσάει. Κλακ, κλακ. Εγώ κι ο F. έχουμε λιώσει. Αυτός ο τυπάκος, ο κοντούλης, παχουλός Άγγλος με τα γυαλιά, τις αφέλειες, το κράνος, το παλιό τζιν με το γιγαντιαίο πορτοφόλι στην κωλότσεπη και τα Nike από το 2002 τουλάχιστον, είναι ο καθηγητής που θα συνεργαστούμε. [«Καταλαβαίνεις;» θα πει ο  F. λίγες μέρες αργότερα. «Είμαστε περικυκλωμένοι από τρελούς!»] Φυσικά θα πάμε στην παμπ που πηγαίνουν πάντα («τουλάχιστον εκεί ξέρουμε τι μας περιμένει», θα πει ο S.), χωρίς μουσική, αλλά με χαρούμενους πελάτες, ξύλινη επένδυση και πολλές μπύρες (πάνω από τον πάγκο γράφει «Ave Maria Lane»), ο Τ. μας λυπάται και μας αγοράζει τσιπς και ένα βρασμένο μέχρι θανάτου αυγό τουρσί, θα συζητήσουμε, λίγο μόλις μετά ο S. θα γυρίσει σπίτι κι οι τρεις μας θα πάμε επιτέλους σ’ένα ινδικό, όπου θα φάμε εξαιρετικά.

Το Λονδίνο έχει κάτι το πολύ όμορφα παιδικό. Ίσως είναι γιατί στο σπίτι θυμάμαι κάποιο αρκούδι απ’το Λονδίνο, μερικές γκριζοπράσινες φωτογραφίες σ’ένα άλμπουμ από γρασίδι και το Parliament House, νομίζω, τη συνομήλικη ξαδέλφη μου σ’ένα κάδρο πάνω στο μπουφέ στο σπίτι των θείων μου, να ποζάρει με τα ξανθά της ίσια μαλλιά (για μένα τότε αντικείμενο λατρείας), τα ροζ μεταλλικά γυαλιά της και τα ειδικά της μποτάκια (την αιτία του ταξιδιού, τον πόνο του οποίου δεν μπορούσα τότε να αντιληφθώ) στο γρασίδι, δίπλα σε κάτι πάπιες. After Eight, τα οποία έτρωγα σε διψήφιους αριθμούς στις επισκέψεις και μετά ξεκολλούσα τις άκρες από τα χαρτάκια τους, εκστασιαζόμενη από το πώς είχαν, μου φαινόταν, ένα σχήμα πάνας, μία κονκάρδα που είχα βρει σ’ένα ντουλάπι της κουζίνας σε κάποιες βαρετές χριστουγεννιάτικες διακοπές, «I SAW A PANDA IN BAKER STREET. FIAT», η οποία μου φαινόταν ευφυέστατα αστεία. Και φυσικά το τσάι μήλο σ’ένα ξύλινο κουτί.

Αρκετά χρόνια μετά απ’όλα αυτά, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που επισκέφτηκα εκτός Ελλάδας – και μάλιστα μόνη μου. Ήταν το ΄97, εδώ κι ένα χρόνο έδινα όλα μου τα λεφτά για μουσική, διάβαζα στα αγγλικά μουσικά περιοδικά ως και τις αγγελίες, έγραφαν θυμάμαι τότε για τον Blair, με κάτι που τώρα θυμάμαι σαν αισιοδοξία. Απ’το ίδιο το ταξίδι θυμάμαι όμως ελάχιστα, μια μέρα μόνο είχαμε περάσει στο Λονδίνο. Είχαμε πάει στην αγορά του Camden, όπου δεν αγόρασα τίποτα (πάντοτε με ζαλίζουν οι μεγάλες αγορές), στα γύρω μαγαζιά είχε πάρα πολλά All Star, Doc Martens, θα μπορούσε να’ναι τώρα, μετά στην Oxford Street σε χαοτικά μαγαζιά με τζιν. Τι έγινε στη συνέχεια; Θυμάμαι ώρες μετά, να τρέχουμε πανικόβλητες στο tube καθώς είχαμε αργήσει, να ψάχνουμε τις αλλαγές και να τρέχω στις κυλιόμενες με κάποια μουσική αφίσα, μοιάζει, την οποία βέβαια ξέχασα σε κάποιο τρένο. Γύρισα πίσω με αρκετές φωτογραφίες αλλά χωρίς φωτογραφική μηχανή, κι αρκετά cd.

Αντιπάθησα τους Άγγλους αργότερα, για την αδιαφορία τους για την Ευρώπη – για να καταλήξω βέβαια κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί μέσα στην ήπειρο – και για μία λυπητερή ιστορία που περιλαμβάνει ένα ζευγάρι φίλων των γονιών μου κι έναν αδέσποτο σκυλάκι αφημένο στο νησί, παρά την υπόσχεσή τους για το αντίθετο, και που μ’έκανε να σκέφτομαι παιδικά, σε κάθε συζήτηση ενδεικτική του engagement του άντρα στο σχολείο που δουλεύει, «ναι, αλλά εσείς αφήσατε το σκύλο».

Το Λονδίνο, λοιπόν. Είναι πολύ πιο πολιτισμένο απ’ό,τι φανταζόμουν. Είναι καθαρό, χωρίς θανατηφόρα κίνηση, οι άνθρωποι είναι λογικά ευγενικοί. Το φαγητό στις παμπ δεν ήταν τόσο κακό, αν εξαιρέσουμε φυσικά τ’αυγά, είχε εστιατόρια κάθε κουζίνας με καλό φαγητό, και ολοένα και περισσότερες επιγραφές «organic». Φυσικά έχει κόκκινα λεωφορεία, κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους, αρκετά πολύπλοκο tube με βαγόνια τόσο χαμηλά που νόμιζα πως βρισκόμουν στο σύστημα μεταφοράς αλληλογραφίας του Brazil και σταθμούς που αναγνώριζα από τραγούδια. Έχει παντού, μα παντού, κάμερες, και καθόλου κάδους σκουπιδιών σε κεντρικούς σταθμούς. Πάρα, μα πάρα, πολλούς Έλληνες. Όμορφους ανθρώπους, καλοντυμένους μ’έναν ίσως όχι αυστηρά κομψό, αλλά χαριτωμένο και νεανικό τρόπο, κι από παντού. Υπέροχα βιβλιοπωλεία με μοκέτα, πολλά βιβλία, και χαμογελαστές μεσήλικες υπαλλήλους με γυαλιά με αλυσίδα, διαφημίσεις στο μετρό για ταινίες και παραστάσεις κι όχι για προϊόντα. Κι επιγραφές, ναι, ο καθένας με τις εμμονές του, επιγραφές λοιπόν απ’ τα ΜΜΜ ως τις συσκευασίες με καθαρές, κομψές γραμματοσειρές, και λόγια, προτάσεις-μηνύματα σ’αυτόν που τα διαβάζει κι όχι απρόσωπες επιγραφές απαγορεύσεων όπως στη Γερμανία, την Ελβετία και την Ελλάδα. Είμαι σίγουρη πως αυτό κάτι σημαίνει, ειδικά σε μία τεράστια πόλη. Ένα πολιτισμένο μέρος.

Παρίσι ή Λονδίνο; Δύσκολη απόφαση, αλλά υποψιάζομαι Λονδίνο.

Read Full Post »

Το 1950, ένας μοναχός έβαλε φωτιά στο Kinkaku-ji.Η C. μου είπε πως ήταν γιατί δεν άντεξε την ομορφιά του. Δεν ξέρω αν ειν’αλήθεια, όμως μπορώ να το πιστέψω. Είχα συχνά στην Ιαπωνία την αίσθηση πως είναι όλα τόσο όμορφα, που δεν μπορώ να το αντέξω. Ήταν όταν έβλεπα τους κήπους, τα ρούχα και το φαγητό τους. Ο νους μου δε χωρούσε την προσήλωση στο όμορφο και το αρμονικό, την εμμονή στη λεπτομέρεια, το έξοχο γούστο.

Beautiful fresh fish dish

Kaiseki

Διαβάζω τώρα το Pillow Book .  Η αφήγηση προέρχεται από τον ενδέκατο αιώνα, κι εντυπωσιάζομαι από το πόσο η αγάπη για τις εποχές και τα λουλούδια, τα ρούχα, τα δώρα και την ποίηση είναι στοιχείο του ιαπωνικού πολιτισμού. Οι κερασιές που ανθίζουν απ’το νότο στο βορρά της χώρας και συμβολίζουν το εφήμερο της ύπαρξης (αλλά και για πολλούς νέους ανθρώπους ένα νέο ορόσημο, μου είπε η C., μια και το ακαδημαϊκό έτος ξεκινά τον Απρίλιο), κι οι άνθρωποι κάνουν πικ νικ από κάτω τους. Όταν ανθίζουν τα λουλούδια, οι κερασιές δεν έχουν φύλλα-κι έτσι τα δέντρα μοιάζουν με καταρράκτη. Τα άνθη, αλλά και τα φύλλα, διατηρούνται και γίνονται εποχιακά γλυκά, αλλά και φαγητό, στην υψηλή κουζίνα του Κυότο. Οι δαμασκηνιές το Φεβρουάριο, τα πορτοκαλιά φύλλα των σφενδαμιών το φθινόπωρο κι αργότερα τα χρυσάνθεμα. Ένας ολόκληρος κόσμος μετακινείται στη χώρα και κάθεται στους κήπους, για να τα θαυμάσει.

Fuji-san

Είναι αυτή η ομορφιά που εμπνέει την ποίηση, ή μια ποιητική φύση που την παρατηρεί; Δεν ξέρω. Σε μία μικρή έκθεση στους αυτοκρατορικούς κήπους του Τόκυο για τα πενήντα χρόνια από τους γάμους του αυτοκρατορικού ζεύγους, το φυλλάδιο ξεκινούσε έτσι: In our beautiful country, blessed with four seasons…Δεν ξέρω τι λέει μετά, το φυλλάδιο το έχασα. Όλα όμως τα κείμενα που διάβασα στα αγγλικά, σ’όλα τα μουσεία, είναι γραμμένα σε μια γλώσσα ξένη – είναι η γλώσσα κάποιου που μιλάει ντροπαλά για την αγάπη του, και κλείνει πάντοτε ευχαριστώντας αυτούς που συνέδραμαν στην έκθεση κι ελπίζοντας οι επισκέπτες να την εκτιμήσουν.

Όμως εκεί που όλη η ομορφιά κι η ποίηση συναντιούνται, είναι στα κιμονό. Ήμασταν με την μαμά της C. στο μουσείο του Itchiku Kubota, που προσπάθησε να αναπαραγάγει μία χαμένη τεχνική. Τα έργα του αποτελούνται από κιμονό τοποθετημένα πέντε-πέντε στη σειρά, που αναπαριστούν ένα τοπίο. Το Αναπάντεχο Χιόνι. Το τελευταίο φθινοπωρινό φως στον ουρανό. Αέρας. Στο βίντεο, ο ηλικιωμένος Kubota έλεγε πώς μετά τον πόλεμο, βρέθηκε για χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία. Πίστευε πως θα πεθάνει, κι αυτό που τον απέλπιζε ήταν πως θα πεθάνει χωρίς να μπορέσει να αποτυπώσει τον ήλιο της Σιβηρίας. [Κάπου εκεί άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου χωρίς να ξέρω γιατί, και χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω]. Ο Itchiku επέστρεψε, και κατόρθωσε να φτιάξει το πρώτο του κιμονό με τη δική του εκδοχή της χαμένης τεχνικής στα εξήντα του. Κάθε κιμονό ραβόταν και βαφόταν στο χέρι ως και πενήντα φορές, για να επιτευχθεί η εναλλαγή των χρωμάτων.

Αλλά και τα κλασικά κιμονό είναι ανυπέρβλητα. Κεντημένα με άνθη, φρούτα, πουλιά και ζώα, με χρώματα και συνδυασμούς για κάθε εποχή, μου έκοβαν κάθε φορά την ανάσα. Αγόρασα αυτό το βιβλίο από το Ιαπωνικό Εθνικό Μουσείο στο Τόκυο, το ανοίγω και τα χρώματα μου προξενούν ευτυχία (ναι, ευτυχία).

Wedding photo preparation

Νυφικό κιμονό

Η μέση Γιαπωνέζα δεν ξέρει πια να φοράει κιμονό. Όπως και για την ικεμπάνα και την ιεροτελεστία του τσαγιού, υπάρχουν ειδικά σχολεία, για να μάθεις τα υφάσματα, τους χρωματικούς συνδυασμούς της εποχής, τα δεσίματα της ζώνης. Έτσι, για τις γιορτές των τριών, επτά, είκοσι ετών, αλλά και για την αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο και συχνά για το γάμο τους, οι Γιαπωνέζες είτε αγοράζουν κιμονό και προσλαμβάνουν κάποιον για να τους το φορέσει, είτε το νοικιάζουν από ένα κατάστημα, όπου τους φτιάχνουν και τα μαλλιά και το μακιγιάζ. Αυτό κάναμε κι εμείς στο Κυότο. Είχα ενδοιασμούς για το πώς θα φαινόταν, η C. όμως με έπεισε λέγοντάς μου πως πολλές κοπέλες από το Τόκυο νοικιάζουν κιμονό, για να περπατήσουν στο Κυότο, πως κι η ίδια πάντα ήθελε να το κάνει όταν σπούδαζε εκεί και πως θα ήταν όμορφο-κι έτσι πήγαμε.

Οι δύο υπάλληλοι του καταστήματος σε βοηθούν να διαλέξεις το κιμονό και τη ζώνη σου, και σε βοηθούν να το φορέσεις. Ξεκινάς μ’ένα βαμβακερό κεντητό «εσώρουχο». Καθώς σε αντίθεση με άλλα ρούχα, στο κιμονό το ιδανικό είναι οι γυναικείες καμπύλες του στήθους και της μέσης να εξαφανίζονται, η μέση σου τυλίγεται με βαμβακερά πετσετάκια, για να φουσκώσει. Ακολουθεί ένα δεύτερο εσώρουχο, μεταξωτό αυτή τη φορά, ο γιακάς του οποίου ξεπροβάλλει από το γιακά του κιμονό. Πετσέτες τυλίγονται για δεύτερη φορά. Επιτέλους, φοριέται το κιμονό, που δένεται με ζώνη και δύο ακόμα πετσετάκια. Ακολουθεί η όμπι, η πλατιά ζώνη του κιμονό, που δένεται ανάλογα με το υλικό της και την εποχή. Πάνω από τη ζώνη φοριέται μία λεπτή στριφτή ζωνίτσα που δένεται σε κόμπο μπροστά, και λέγεται (τόσο ταιριαστά) υδάτινο νήμα. Τα μαλλιά πιάνονται ψηλά και διακοσμούνται. Στα πόδια φοριούνται άσπρες κάλτσες με χώρισμα στο μεγάλο δάχτυλο, για να φορεθούν τα παπούτσια-ξύλινες γκέτα παραδοσιακά, ψηλές σαγιονάρες πια. Παραδόξως, δεν πειράζει να περισσεύει η φτέρνα από τα παπούτσια.

Όλο αυτό είναι βέβαια βαρύ, αλλά όχι τόσο άβολο όσο περίμενα – μετά από λίγη ώρα, ξέχασα ότι το φορούσα. Η μεγαλύτερη ανησυχία μου ήταν ότι φαινόμουν γελοία μπροστά στις τέλειες Γιαπωνέζες. Κι όμως, όταν βγήκαμε έξω, ακολούθησε παροξυσμός από μία παρέα κοριτσιών λυκείου, που φώναζαν «kawaii! kawaii!» (cute! cute!) αλλά κι ηλικιωμένοι άνθρωποι μου έλεγαν «Είσαι πολύ όμορφη». Η εξήγηση ήρθε από την C.: οι άνθρωποι δεν ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν δυτικούς ντυμένους έτσι. Καθώς το κιμονό θεωρείται κομψό όταν η κοπέλα έχει λεπτούς ώμους, όπως συνέβη στην περίπτωσή μου, με θεωρούσαν, καθώς φαίνεται, εξωτική. Εξωτική κατά τον ίδιο τρόπο που όταν έδειξα τις φωτογραφίες εδώ, όλοι είπαν, «Μα τι όμορφη που είναι η γιαπωνέζα φίλη σου! Σαν κούκλα είναι!»

Είναι.

Read Full Post »

Το εισιτήριό μου είναι ήδη στη βιβλιοθήκη. Τρεις μέρες πριν το τέλος της φετινής χρονιάς, θα είμαι στο τρένο για το Παρίσι, όπου θα συναντήσω κάποιους απ’ τους καλύτερούς μου φίλους. Φαντάζομαι βόλτες, μουσεία (επιτέλους άραγε το Orsay;), ψώνια, κρουασάν, συναυλίες, σκούφους και γάντια, προετοιμασία μους με την γλυκύτατη C. μιλώντας για μουσική, βιβλία και συνταγές, ξύπνημα (έστω και για δύο μόνο μέρες) χωρίς καμιά ευθύνη σ’αυτόν τον κόσμο.

Σήμερα δοκίμαζα τα καινούρια μου τακούνια μες στο σπίτι, αγόρασα σοκολάτες για όλους μου τους φίλους, τελείωσα το βιβλίο μου κι αισθάνομαι πάρα, μα πάρα, πολύ χαρούμενη.

Read Full Post »

«For a moment she rediscovered the purpose of her life. She was here on earth to grasp the meaning of its wild enchantment, and to call each thing by its right name.» «By its right name.»

Boris Pasternak, η φράση όπως εμφανίζεται στο φιλμ Into the Wild

Paradise. Little paradise. That was its name. Little paradise, hidden in space and time which (for all she knew) could have disappeared from the face of the earth just like that. Could have disappeared, taking her and him at the coffee shop, her on her bike, the little chinese restaurant around the corner, the staff at the knitwear store, the clarinet player, her and her friends alike – shoosh. Forever.

Two years later, she lay on the bed, eyes wide open, her heart pounding fast. «Please – please, let’s go now. Now?» And she showed him the streets, and the leaves, and the bars, and the bikes, and the friends, and the house, and the square. Here. Here. You see? Do you see? Yes, he saw. And she saw. She saw, a: A.’s back on the bike, riding away in the night, away forever, b: that noon at the dorm, people bathing in the sun, the warm summer sun, c: herself in the bus on one afternoon, all heavily made-up, visiting the class that (she thought) would change all her life. And it had. And it had – and she’d lost it. Now. Forever. Where were they? Lost. Dead. For this town, for this life, for this day? Dead. And she was sick. Old-style, stupid sick. With fever, and headache, and all. Fuck.

And guess what? Time has passed, and she’s here again. Not here -a stone’s throw from here. And she thinks, «and if the world should come to an end, if the town has come to an end, wouldn’t we have heard? Wouldn’t it be on the news? Yes, it would. So, it’s there. Little paradise’s still there.» Slowly and carefully (for those are sensitive memories, and a sensitive world), she lets it go. She can come whenever she likes.

And, low and behold, she does. And they walk in the buildings of physics, in the buildings of science, «Stahl ist Zukunft» – this she remembers from when she was there. What is future then? And they laugh. And they walk, in the woods, through the graves. «Wer dich gekannt hat, wird dich nie vergessen».

Everything by its right name. No paradise. A town. Let the sleeping dogs lie. Lie in peace. Amen, she would say, if she could. But she can’t.

Read Full Post »

Θυμάμαι τα πάντα απ’ αυτή την Κυριακή στο Neuchâtel. Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω μια από τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου;

[ναι, το ξέρω, το έχω παρακάνει με τη μουσική. το μυαλό μου είναι γεμάτο λέξεις, που θέλω να τις αδειάσω μονομιάς σ’ ένα άσπρο φόντο, κι όμως δεν έχω χρόνο. όμορφες λέξεις. και γι’ αυτό, μουσική.]

Read Full Post »

Μέσα στο τρένο, επιγραφή κάπως σαν

Das kindliche, heillose Gefühl wegzufahren, um nie wieder zurückzukehren.

Είναι παιδικό που συμπαθώ ή αντιπαθώ ανθρώπους επειδή μου θυμίζουν άλλους ανθρώπους. Αυτός ο καθηγητής έχει κάτι που με ενοχλεί απροσδιόριστα, αν και φαίνεται πολύ καλός στη δουλειά του. Είναι τα παπούτσια του, τα μαλλιά του, το Mac, η φιλοδοξία, ο τρόπος που ανεβοκατεβαίνει στις μύτες των ποδιών την ώρα που μιλάει. Στο γραφείο του έχει μια φωτογραφία της γιαπωνέζας γυναίκας του. Είναι χρόνια πριν, μάλλον κοντά σε θάλασσα, φοράει μπουφάν με κουκούλα και δεν κοιτάει την κάμερα, «τρέμει και γελάει». Αναρωτιέμαι αν την κοιτάει ποτέ και σκέφτεται αν αξίζει τέτοια τύχη.

«Και αυτό που δεν σας είπα όταν σας έδειξα το τσιπ γιατί δεν ήξερα ότι σας ενδιαφέρει αυτό το feature είναι…» Νιώθω σαν τον Τζέιμς Μποντ.

Με τον ίδιο εξίσου ατεκμηρίωτο τρόπο, αποφάσισα ότι συμπαθώ τον Φ. Δύσκολα θα τον αντιπαθήσω τώρα. Δε μου θυμίζει τίποτε, αλλά έχουμε κοινές ασήμαντες εμμονές. Περάσαμε συνολικά κοντά μια ώρα συζητώντας για γραμματοσειρές, ΤΕΧ κτλ. Ξέρω-ξέρω.

Είναι απίστευτη η έλλειψη επαφής των Γερμανοελβετών με τους Γαλλοελβετούς. Γερμανοελβετός είπε στη ρεσεψιόν ότι είναι από το Uni Bern, αυτή κατάλαβε Uni Peru, με αποτέλεσμα ο κάτασπρος κοκκινομάλλης να περιφέρεται με το ταμπελάκι όλη μέρα, για να ερωτηθεί αργότερα από την δεύτερη ρεσεψιονίστα «¿Habla español?»

Κάτι χάνω από τη Λωζάννη. Δεν μπορεί να είναι αυτή όλη η πόλη.

Ύπνος στο σπίτι της Τ. Ξαπλωμένη με τα πιτζαμάκια μου στο σκοτάδι. Αρχίζει να μου μιλάει για τον μπόυφρεντ. Κοιτάω τα χερούλια της ντουλάπας και σκέφτομαι τον αναπόφευκτο πονοκέφαλο της επόμενης μέρας.

Read Full Post »

Older Posts »