Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘φως’

Τον τελευταίο καιρό μου είναι αδύνατον να στρέψω το βλέμμα μου προς τα έξω. Το πιο βαρετό δεν είναι η δουλειά, είναι οι ίντριγκες της δουλειάς, το unlimited self-importance. Βαριέμαι αφόρητα. Σήμερα σκεφτόμουν τον Ώστιν Πάουερς να φωνάζει, «Oh, behave!»»

[παρένθεση: καλή μου(sic), αυτή η λέμον πάι δεν τρώγεται. Έχεις ξεχάσει και να μαγειρεύεις.]

Στο μεταξύ: πηγαίνοντας σε μία ομιλία σήμερα το μεσημέρι, είδα ξαφνικά αυτό το φάσμα των ανθρώπων που είναι εκτός της «παραγωγικής διαδικασίας», και που δεν βλέπω πια ποτέ – στο δικό μας κάμπους στα όρη τα κακόμοιρα τα παιδάκια είναι μαντρωμένα ανάμεσα σε αμφιθέατρα, λέσχες και καφετέριες. Είναι μια υπέροχη μέρα, το τραμ είναι γεμάτο ηλικιωμένους και φοιτητές, κοπελίτσες που έχουν σκεφτεί τι ρούχο να βάλουνε, έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους, έχουνε βαφτεί. Το τραμ έχει άδειες θέσεις. Πολλές άδειες θέσεις.

Στο γυρισμό βλέπω ένα τύπο που περιμένει μοναδικός αυτός στο πλυντήριο να στεγνώσουν τα ρούχα του. Αυτή την ευτυχία, του να κάθεσαι βαριεστημένος και να παρατηρείς τα ρούχα να πέφτουν στο στεγνωτήριο, να μυρίζεις τσιγάρο (έχοντάς το συνδυάσει για το πρωινό σου με πορτοκαλάδα – ο μόνος ίσως συνδυασμός που κάνει τη γεύση και του ενός και του άλλου χειρότερη), να έχεις μιά-μι-ση ώρα ώσπου να πας σε κάποιο μάθημα και να περνάς σίγουρα τα επόμενα τρία σου λεπτά παρατηρώντας τη σκόνη να πέφτει στον ήλιο, ενώ είσαι αόρατος, και δεν το ξέρεις, από τα στίφη της πλειοψηφίας, χωμένης στο γραφείο της – αυτή την ευτυχία τη θέλω τώρα και μου λείπει.

Στο μεταξύ: ανοίγω το Παλιά, πολύ παλιά του Μάρκαρη. Το οποίο κουβαλάω απλά μέσα στην τσάντα μου για το βράδυ, το’χω ήδη διαβάσει, έλα όμως που ο Μεγάλος Ύπνος τετέλεσται μέσα στο γεμάτο πρωινό λεωφορείο του πρωινού – το ξαναπιάνω (αυτή τη στιγμή, μετά από τρία ακόμη μισάωρα ταξίδια μέσα στην πόλη, το έχω τελειώσει). Είναι όταν ο Χαρίτος παρατηρεί ότι οι υπόλοιποι εκδρομείς του οργανωμένου πακέτου στην Κωνσαντινούπολη φορτώνουν το πιάτο τους στο πρωινό «την πυραμίδα του Χέοπα» (σελίδα 40), που μου είναι απόλυτα σαφές τι μου λείπει από τη γλώσσα μου: οι εικόνες. σκάει μύτη/απλώνονται κάτι ταβέρνες/τα μούτρα της/κουλούρι που το ανοίγαμε στη μέση και βάζαμε μέσα ένα τσιγαρόχαρτο κασέρι ή κεφαλοτύρι. Και ούτω καθ’εξής. Μου λείπουν: οι εικόνες και η ειρωνία.

Σκηνή ανθολογίας: Κεφάλαιο 16, ο Χαρίτος πηγαίνει στο γηροκομείο για πληροφορίες.

Κάθομαι σε ένα σαλονάκι, ουδέτερο και απρόσωπο. Απέναντι κάθονται δυο γεροντάκια, που είναι ντυμένα σα δίδυμα ή σαν τρόφιμοι ορφανοτροφείου παλαιού τύπου: ίδιο πουκάμισο, άσπρο με μπλε ρίγες, ίδιο πανταλόνι, ανοιχτό γκρι με τιράντες, ίδιο χρώμα παντόφλες. Διαφέρουν μόνο τα πρόσωπά τους. Ο κυρ Χαράλαμπος, κατά κόσμον Χαράλαμπος Σεφερτζίδης, έχει χάσει όλα τα δόντια του, αλλά έχει ένα ύφος σα να απαλλάχτηκε.

(ο σπαρταριστός διάλογος -ή μάλλον οι παράλληλοι μονόλογοι- ξεκινά στην επόμενη παράγραφο και συνεχίζεται για εξίμισι ακόμη σελίδες.)

Το ίδιο βράδυ, στη συζήτηση-παρουσίαση του βιβλίου του, μαθαίνω από μία παρευρισκόμενη (μα τι λέξεις σήμερα!) ότι υπάρχει ελληνική βιβλιοθήκη. Επίσης, το βιβλίο βρίσκεται μπροστά μου με αφιέρωση. Veni, vidi, vici. :)

We shall overcome.

Advertisements

Read Full Post »

[17:20 – χτες.]

Ακούω από το πρωί Antony and the Johnsons στο repeat και δουλεύω ή-συ-χα. Τα σύννεφα κινούνται. Πού και πού περνά ο ήλιος, το γρασίδι στο πλάι μου φωτίζεται για λίγα δευτερόλεπτα σαν να αυξάνεται η έκθεση. Νιώθω σαν όλα αυτά να είναι ένα δώρο προορισμένο προσωπικά για μένα.

[17:20 – σήμερα.]

Ακούω για δεύτερη μέρα Antony and the Johnsons, και δουλεύω ήσυχα. Ο F. έχει γυρίσει. Εγώ, αυτός κι η S. είμαστε στη σειρά με τ’ακουστικά μας, κι απ’έξω το λιβάδι. Το κτίριο που γράφει, PUNK. Από το πρωί νιώθω σαν να’χω πιει και καπνίσει πολύ την προηγούμενη, κι όμως δεν έχω κάνει τίποτε απ’τα δύο. Όλα είναι σιωπηλά. Κοιτάω την οθόνη, σημειώνω τα bugs με δύο στιλό για αύριο, τα μάτια μου καίνε.

  • Ich fühl mich so müde. Hey, F. – bist du auch müde?
  • Jaaa.
  • S., bist du auch müde?
  • Ich bin immer müde.

[ήρεμα/συγκριτικά, πιοπολυαποποτ/αυτές τις μέρες, το πιο στενόχωρο που μου φαίνεται ότι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, είναι οτι πεθαίνουν κι οι αναμνήσεις σου/ένα ποδήλατο/θα εμφανιστείς για να με πάρεις/από τι αποτελείται η συγκεκριμένη απόχρωση του πράσινου;/ο Μουρακάμι με έριξε/γυμναστική/»όλο γκρινιάζεις για τα μέρη που πας» – «τις ωραίες εντυπώσεις τις κρατάω μέσα μου»/ένας χρόνος, δύο χρόνια, τρία χρόνια, οι αναμνήσεις εξελίσσονται εκθετικά, πώς να στο εξηγήσω, δες τη συνάρτηση και θα καταλάβεις.]

400px-expsvg

Wikipedia article on exponential function

Read Full Post »