Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘φωτό’

Ο Ρούντι βρίσκεται εσχάτως και στο δικό μου σπίτι – προφανώς. Στην είσοδο.

Σήμερα έφυγα απ’τη δουλειά με μια πελώωωρια λαχτάρα για σπιτικά κουλουράκια – και χωρίς λεφτά, για την ακρίβεια με δέκα φράγκα δανεικά απ’το συνάδελφο. Μέτρησα και ξαναμέτρησα τα λεφτά μου, ζάχαρη, φόρμες αστεράκια, δύο και είκοσι πέντε ρέστα, χμ, ίσως ένα ψωμάκι στο δρόμο; Σύντομα αποδείχθηκε ότι στην Ελβετία με δύο και είκοσι πέντε δεν μπορείς να αγοράσεις τίποτα. Μάλιστα.

Ακολούθησαν σαμπλέ, μπισκότα με σοκολάτα, και τεστ διακόσμησης τρένων για δώρο.

Υπερβολικοί πειραματισμοί με χρώμα ζαχαροπλαστικής (Man beachte dabei den glitzernden Nagellack).

Rettet die Wale!

Advertisements

Read Full Post »

Εδώ και μερικές εβδομάδες, η SBB κάνει έργα μπροστά απ’το σπίτι μας. Κάθε νύχτα καθημερινής, από τις εντεκάμισι ως τις εφτάμισι, κι ιδίως απ’τη μία ως τις τέσσερις, μας ξυπνούσαν τα τρυπάνια.

Μία απ’τις ελάχιστες εναπομείνασες αναξιοποίητες περιοχές στο κέντρο, η περιοχή πλάι στις γραμμές του τρένου του κεντρικού σταθμού, θα αναπτυχθεί. Θα γίνει παιδαγωγική σχολή, εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, design hotel και μοντέρνα διαμερίσματα, σε μία πόλη που πάσχει από έλλειψη σπιτιών. Μπροστά μας θα σηκωθεί ένα δεκαοχταώροφο κτίριο.

Από τη μία χαίρομαι για την καινούρια χρήση της περιοχής και για τα νέα σπίτια – αν και η πόλη έχει ανάγκη από οικονομικά διαμερίσματα και όχι από Business Wohnungen, αλλά ας είναι. Από την άλλη, θα χάσουμε την καθημερινή θέα στα τρένα, και θα’χουμε μπροστά μας και για ένα χιλιόμετρο ένα εργοτάξιο ως το 2015.

Ξεκινήσαμε να κοιτάμε δειλά-δειλά για άλλο σπίτι.

Σήμερα που γύριζα απ’τη σχολή, μου έλειπε ήδη. Το πρώτο σπίτι που μένουμε μαζί, τα τρένα, η ανοιχτή κουζίνα, οι ανοιχτοί γείτονες. Πώς γίνεται να δένεσαι τόσο με πράγματα;


Έρχεται η άνοιξη. Ονειρεύομαι το Τόκυο, τα ασήμαντα προάστιά του. Τις μαθήτριες των ιδιωτικών λυκείων με τις στολές τους, τα τοπικά σούπερ μάρκετ με τους χρωματιστούς καταλόγους με φωτογραφίες, τα drugstores, τα εμπορικά κέντρα/κορεάτικα εστιατόρια/καταστήματα με μαντίλια, με ζωηρά φώτα κι αυτή την παιδιάστικη μουσική να παίζει συνεχώς. Ονειρεύομαι το γείτονα των γονιών της C. που εξασκούνταν στο γκολφ τη νύχτα στο δρόμο μπροστά απ’το σπίτι του, το άγευστο, μαλακό λευκό ψωμί και τη μαγιονέζα, τα σπίτια κοντά-κοντά με τους διαδρόμους από χορτάρι όπως στα βιβλία του Μουρακάμι, τα ασπρόρουχα να στεγνώνουν στον ήλιο.

Διαβάζω το Sanshiro. Τόσο delightful, ιαπωνικό, ήρεμο και άσκοπο σαν ένα προάστιο μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.

Plastic food display 1

Πλαστικό ομοίωμα φαγητού έξω από εστιατόριο

Read Full Post »

Είναι δύο – όχι, τρεις – οι πιο λυπητερές ώρες του χειμώνα.

Η μία είναι το Σάββατο το απόγευμα – μετά το ξύπνημα, τα ψώνια της ημέρας στο σούπερ μάρκετ, το καθυστερημένο μεσημεριανό. Είναι η ώρα που κάποιος στο σπίτι κοιμάται και στο μπάνιο ο ήλιος φωτίζει άσκοπα το νιπτήρα. Άσκοπα, γιατί εσύ δεν είσαι έξω, κι η μικρή μέρα σύντομα θα τελειώσει.

Οι άλλες δεν έχουν σημασία.

Mist

Με τέσσερις βαθμούς πια μες στη μέρα και παγωμένη άσφαλτο, εδώ ο χειμώνας έχει έρθει. Είναι όμορφα μέσα στη μέρα, όταν ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και κάνει κρύο, και το απόγευμα, όταν το φως γίνεται κίτρινο. Η Ε. λέει ότι στον αέρα μυρίζει χιόνι. Μάλλον έχει δίκιο. Φέτος πρέπει να πηγαίνουμε στα βουνά τα Σαββατοκύριακα – ψηλότερα απ’την ομίχλη.

Προς το παρόν, το πρόγραμμα έχει για σήμερα:

The dog days are over
The dog days are done
The horses are coming
So you better run

Yes, ladies and gentlemen – they’re Florence and the Machine!

[Οκτώβριος-Νοέμβριος: οι μήνες των συναυλιών. Thank God for that.]

Read Full Post »

DSC07398

My new home.

Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.

Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα «οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί» και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.

Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι «σταμάτα, πια, S., να μιλάς», και «γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;» Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: «θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς».

Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. «Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!» Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;

Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω «σταμάτα» ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. «Εντάξει.» Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.

Εδώ.

Read Full Post »

Αφού έχω κοιμηθεί, αφού έχω δει φίλους, πριν επεξεργαστώ τις φωτογραφίες μου:

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Parc National de la Mauricie, QC, CA

Μια κουνημένη φωτό φθινοπωρινού παραδείσου.

να μάθω: composition, την κάμερά μου

να αγοράσω: μία dSLR

Το πάρκο, ευτυχώς, θα είναι πάντα εκεί.

Read Full Post »

One guy snorkeling

Our whole existence is based on this great premise that we are special and superior to the whole thing. But we aren’t. We’re just like everyone else.

(πρέπει να είναι κάπως έτσι η ατάκα όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο βιβλίο) Revolutionary Road, Richard Yates

Ο μεγαλύτερός μου φόβος μεγαλώνοντας είναι να γίνω νευρωτική. Είδα την ταινία δύο φορές φέτος, και μετά διάβαζα το βιβλίο σ’ένα καναπέ δέκα λεπτά με τα πόδια απ’ αυτή τη θάλασσα. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, για πρώτη φορά μετά από πολλά περισσότερα χρόνια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να θέλω να γυρίσω. Κάποτε.

Τις επόμενες μέρες βασανιζόμουν ανάμεσα στην ομορφιά που έβλεπα τη μέρα και τους εφιάλτες που έβλεπα τη νύχτα. Έβλεπα: την οικογένειά μου, αυτοκίνητα, εκείνο το λέκτορα που γύρισε από την Αμερική, και πέρσι μου είχε πει, ήδη γκριζαρισμένος, «Μη βιαστείς να γυρίσεις πίσω.»

Είχα τόσα χρόνια να πάω στην Πελοπόννησο, και ναι, ντάξει, συμφωνώ, Χαλκιδική δεν έχει, ολ’αυτά, αλλά δεν υπάρχει μέρος που ν’αγαπώ περισσότερο στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο.

Κι από την άλλη, σε τι επιστρέφεις; Ακόμη μου πιάνεται η ψυχή όταν θυμάμαι το πλοίο να προσεγγίζει τον Πειραιά, αυτή τη στενοχώρια και το κλείσιμο.

Friends, and a job that doesn’t fuck you up, ισχυρίζεται ο Α., ο οποίος πέρσι είχε μόνο το πρώτο, και φέτος με την κρίση δεν έχει τίποτ’ απ’ τα δύο. Φαντάζομαι ότι, αν είναι να γυρίσεις, πρέπει να το κάνεις με κάποιους δικούς σου όρους. Μπορεί όμως να υπακούει μια ολόκληρη χώρα στους δικούς σου όρους; (Αλλά μπορεί και καμία;) Και τελικά, γυρνάς από δω κι από κει πιστεύοντας αρχικά ότι δε θα χρειαστεί να διαλέξεις ποτέ πού θα ζήσεις, στη συνέχεια ότι θα διαλέξεις με κάποια απολύτως μετρήσιμα κριτήρια – και τελικά μάλλον απλά θα μείνεις σε κάτι αποδεκτό για σένα υπό τις περιστάσεις – όχι; Φοβάμαι την γκρίνια σε μένα όσο φοβάμαι και το δονκιχωτικό, να,  με τραβάει τόσο το να τ’αφήσεις, όχι, να τα βροντήξεις, όλα πίσω σου όσο με συγκινούν οι ρίζες (απίστευτα συγκινήθηκα όταν στο χάρτη η C. κι ο Γ. διάβασαν κάτι που άκουσα για το χωριό του παππού, που πήγαινα τα καλοκαίρια μέχρι τα εννιά μου – για ν’αποδειχθεί ότι είχα ακούσει λάθος. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι πώς μύριζε το χώμα στο χωριό.)

Αυτό που περισσότερο μ’απασχολεί είναι ακριβώς ότι, ακόμη κι αν φύγεις, κι αν τελικά μείνεις κάπου αλλού (προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι λόγοι ήταν απόλυτα λογικοί), μπορεί η πίεση στην οποία υποβάλλεις τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις κάτι εκεί, να’ναι πολύ μεγάλη.

For they might be parted for hundreds of years, she and Peter;she never wrote a letter and his were dry sticks; but suddenly it would come over her, if he were here with me now what would he say?-some days, some sights bringing him back to her calmly, without the old bitterness;which perhaps was the reward of having cared for people;they came back in the middle of St.James’s Park on a fine morning – indeed they did.

Virginia Woolf, Mrs. Dalloway

Συναντηθήκαμε με τον G. μετά από πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια με μετρημένα μέιλ, κι ως πριν από λίγους μήνες, κανένα τηλέφωνο. Όταν τον είδα ν’ανεβαίνει τις σκάλες του σταθμού στο Λουγκάνο, σκέφτηκα, «είναι ίδιος». Κι όταν αγκαλιαστήκαμε, μου είπε, «δεν ήταν ανάγκη να μου’χες στείλει φωτογραφίες – είσαι ακριβώς ίδια όπως πριν πέντε χρόνια.» (δώδεκα βαθμοί για την Ισπανία :)). Αισθάνομαι πάρα πολύ, απλωτά τυχερή, που έχω αυτούς τους φίλους που μπορώ να τους δω ξανά μετά από πέντε χρόνια, ν’ανοίξω τα μάτια μου το πρωί και να’ναι σαν να ήταν πάντα εκεί.

Με τον G. συζητούσαμε μεταξύ άλλων για φίλους που πέθαναν. Συμφοιτητές που αυτοκτόνησαν, φίλοι που έπαθαν καρκίνο. [Όλοι έχουν από έναν λοιπόν, ε;]

Λίγες μόνο μέρες αφού η C. γύρισε από την Ελλάδα, από τις διακοπές που ισχυρίστηκε πως ήταν οι καλύτερες της ζωής της, πνίγηκε στη θάλασσα η καλύτερή της φίλη. [Συζητούσαμε συχνά για τη θάλασσα. Η C. είχε ενθουσιαστεί με τη μάσκα και τα διάφανα νερά, την έπαιρνε κάθε μέρα και κοιτούσε τα ψάρια. Μας έλεγε πως στην Ιαπωνία τα νερά είναι σκούρα κι αδιαφανή.]

Στην αποχαιρετιστήρια τελετή κρατήσαμε τα κεριά αναμμένα όλη νύχτα, για να μη νιώθει μόνη. ‘Ηρθαν πολλοί φίλοι ως τα μεσάνυχτα και μιλήσαμε λίγο με τους γονείς της. Στην Ιαπωνία, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη βουδιστική τελετή και σημαίνει ότι έγινε ιέρεια πριν πάει στον παράδεισο. Της δόθηκε ένα νέο όνομα, που σημαίνει μαργαριτάρι. Δεν είναι όμορφο;

Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω μια παράξενη συλλογικότητα στη σκέψη ότι όλοι εμείς, όλοι εμείς, πιστεύουμε για τον καθέναν από μας ότι κάθε, κάθε σκέψη, κάθε αισιόδοξη σκέψη, κάθε ικανοποιημένο βλέμμα στον καθρέφτη, κάθε παρατήρηση ότι κάνεις ρυτίδες στα μάτια, κάθε φευγαλέα ιδέα να κάνεις παιδιά, κάθε φόβο για το μέλλον, την έχουμε κάνει μόνο εμείς σ’αυτόν τον κόσμο. Όλοι εμείς.

[το αγαπημένο βιβλίο των διακοπών; Μάλλον το Bell Jar. Αριστούργημα.]

Read Full Post »

Today.

Theaterspektakel Zürich 2009

Theaterspektakel Zürich 2009 by Problemkind on flickr


[Επέστρεψα .]

Read Full Post »

Older Posts »