Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘όνειρα’

Είδα στον ύπνο μου χτες ότι ξαναβρισκόμουν στην Ελλάδα.Ήμουν σ’ένα παλιό διαμέρισμα με μωσαϊκό. Έτρωγα φρυγανιές ξυπόλητη, και πατούσα τα τρίμματα. Και σκεφτόμουνα «μα, δε θέλω να γυρίσω.» Κάποιος μου έλεγε «θα είναι καλά», κι εγώ σκεφτόμουν, «δε θέλω να γυρίσω. Θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.» Ένιωθα το δέρμα του Γ. δίπλα μου και σκεφτόμουν, θέλω να ξαναδώ τη λίμνη.

Όταν επιτέλους ξύπνησα, ανακουφίστηκα που ήμουν εδώ. Αναρωτιέμαι, γιατί είδα το όνειρο; Μήπως γιατί γκρίνιαζα χτες για το διδακτορικό; Τι θέλω να μου πω;

Είχαν αναγγείλει χιόνια για σήμερα, αλλά έχει ήλιο και καλό καιρό (πέντε βαθμούς). Πήγα βόλτα όσο με κρατούσαν τα πόδια μου. Μετά πήγαμε για μεσημεριανό. Έτρωγα το udon μου, πίναμε μπύρα, το πιανάκι έπαιζε. Ο ήλιος ακουμπούσε τα ζευγαράκια απέναντι και τα περαστικά ποδήλατα. Ένιωθα κουρασμένη, όπως το πρώτο Σάββατο στην πόλη, πριν χρόνια. Είχαμε πάρει takeaway από το ίδιο εστιατόριο. Είχα φάει, και ξαπλώσει στο tatami του japan-obsessed κατόχου του δωματίου του Γ., χάζευα τα σύννεφα που κινούνταν – και κοιμήθηκα έναν από τους πιο ωραίους απογευματινούς ύπνους που έγιναν ποτέ.

Ευτυχώς είμαι εδώ.

Querfeldein

[Querfeldein by viernullvier on flickr]

Advertisements

Read Full Post »

Άκουσα το Merriweather Post Pavillion των Animal Collective για πρώτη φορά λόγω του hype. Όλη αυτή η ιστορία μού θύμισε την (προ τέτοιας εξάπλωσης του ίντερνετ) εποχή που οι Flaming Lips είχαν βγάλει το Yoshimi Battles the Pink Robots, το Uncut είχε γράψει μία διθυραμβική κριτική και όλα τα περιοδικά εξήραν τη μεγαλοφυία του συγκροτήματος. Το άλμπουμ εκείνο ήταν όντως πολύ καλό – ψυχεδέλεια, υπέροχα κομμάτια, μελωδικά χαοτική παραγωγή, παλαβομάρα του concept και τρομερό artwork. Τους είχα δει και live τότε (τότε, που ανήκαν στα 50 acts που πρέπει να έχεις δει πριν πεθάνεις), σε μια αρμένικη επίσκεψη σε φίλο στη Βαρκελώνη. Οι τύποι ήταν ντυμένοι νομίζω αρκουδος, κουνέλι και teletubbies, φώτα κινούνταν, κομφετί έπεφταν από τον αέρα, ήταν ωραία. Η μιάμιση ώρα που έπαιξαν, δηλαδή, ήταν ωραία. Εντούτοις, μ’αυτό το συγκρότημα είχα πάντα την αίσθηση ότι κάτι χάνω (κάτι που παθαίνω κατ’εξοχήν με τα βιβλία του Vonnegut, ας πούμε).

Αντίστοιχα ανακάλυψα τους Animal Collective, που μόνο ακουστά τους είχα. Το Merriweather Post Pavillion είναι πολύ ευχάριστο άλμπουμ, και πολύ ανοιξιάτικο, απ’αυτά που ακούω τα ηλιόλουστα απογεύματα δυνατά με ανοιχτά παράθυρα και η μουσική μπλέκεται με την κίνηση . Είδα ότι έπαιζαν στη Λουκέρνη, είπαμε να πάμε.

Η σκηνή έχει ένα μεγάλο φωτιστικό από ριζόχαρτο κι ένα πανώ με το εξώφυλλο του δίσκου. Και τα τρία μέλη του συγκροτήματος μοιάζουν πάρα πολύ νέοι, και είναι πάρα πολύ καλοί μουσικοί – τραγουδούν σωστά δεύτερη/τρίτη φωνή, οι λαρυγγισμοί τους είναι μαγευτικοί, οι αλλαγές τους για τη συναυλία επιτυχημένες. Και τα λοιπά.

Την ίδια ώρα, κάπου αλλού: το συγκρότημα παίζει στο Appenzell – μια συντηρητική περιοχή της ανατολικής Ελβετίας, με πολύχρωμα σπίτια και κατοίκους με τις πιο ωραίες παραδοσιακές στολές, σκορπισμένα σε καταπράσινους λόφους. Είναι ένα ζεστό ανοιξιάτικο απόγευμα, απ’ αυτά που οι μυρωδιές είναι τόσο έντονες που νομίζεις ότι θα σκάσεις. Έχει κόσμο σαν την παρέα των τεσσάρων αγοριών δίπλα μου, που είναι παχουλοί, γελαστοί, και χορεύουν μπροστά στο συγκρότημα. Έχει παλιά ζευγάρια που φιλιούνται ξαπλωμένα στο γρασίδι και καινούρια ζευγάρια που πιάνονται χέρι-χέρι για να βγουν από το πλήθος. Οι μπλαζέ τύποι που κυκλοφορούν είναι στραβωμένοι μόνο και μόνο γιατί έχουν έρθει με το ποδήλατο. Το δεκαεξάχρονο αγόρι μπροστά στη σκηνή, που μιλά στον (πιστεύουμε) εραστή του και ανοιγοκλείνει το στόμα του, α, α, α, σα γάτα, και τον κοιτάει στα μάτια, δεν τον αγκαλιάζει και δε φεύγει, κι εκείνος δεν κοιτάει αμήχανα τη σκηνή. Εμείς συνεχίζουμε να’μαστε αγκαλιασμένοι σφιχτά. Το συγκρότημα παίζει, κι ο αέρας κρυώνει. Στην ατμόσφαιρα κυκλοφορεί η προσμονή του σεξ – αλλά όχι η μυρωδιά του, γιατί αυτό ακριβώς είναι η μουσική των Animal Collective: σαν σεξ που δεν μπορείς να τελειώσεις. Κυκλοφορούν διάφορα ναρκωτικά, κι ενόσω ο κόσμος είναι απασχολημένος με τα δικά του, προσγειώνονται ιπτάμενοι δίσκοι, πέφτει χρυσόσκονη, βγαίνουν εξωγήινοι, απελευθερώνονται πεταλούδες, σε μία τελείως προβλέψιμη βαθιά φαντασίωση οποιουδήποτε φοιτητή πληροφορικής. [Are you also frightened?]

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε η ανοιξιάτικη αλλεργία μου.


Read Full Post »

και της λέει «άγγιξέ με», κι εκείνη τον αγγίζει,»εδώ», εδώ, κι ακουμπάει το δάχτυλό της (και τότε θα ‘ταν λοιπόν η στιγμή που θα ‘βγαινε φως κι όλο το δωμάτιο κι όλο το κτίριο κι όλος ο κόσμος θα περιστρεφόταν με άξονα αυτό το δάχτυλο κι έτσι μετά θα πετούσε όπως έκαναν στο μάτριξ και θα σκαρφάλωνε στο κτίριο και θα πηδούσε από ταράτσα σε ταράτσα χωρίς πια να χρειάζεται να ξέρει να πετάει, απλά έτσι, χαλαρά, θα μετρούσε την απόσταση, θα ίδρωναν οι παλάμες κι οι πατούσες της, αλλά θα πηδούσε, και μετά στην επόμενη, και στην επόμενη, ψάχνοντας γιατί αυτά τα πέντε φώτα είναι πέντε κι αν έχει κι άλλα πιο πίσω, και μετά θα ξημέρωνε και θα πιανόταν απ’ το δέντρο που βλέπει κάθε μέρα απ’ το παράθυρο και θα ‘μπαινε στις φυλλωσιές και θα ‘βλεπε επιτέλους τι ‘ν’ αυτό που τις κάνει να κινούνται, και μετά θα μετρούσε όλες τις τσίχλες στο πεζοδρόμιο και τα φυτά, τα σκουπιδάκια, τις μπογιές).

Read Full Post »

μουσική

μουσική που σε κάνει να θέλεις να τρέξεις σαν αυτούς που κάνουν παραπέντε και ν’ απογειωθείς ξεκινώντας απ’ το στέρνο σου, με τον ήλιο να βγαίνει απ’ το στήθος σου όπως αυτές τις βλακείες που λένε στη γιόγκα (που δεν είναι και τόσο βλακείες τελικά), με τα χέρια ανοιχτά, τους μηρούς κατακόρυφους, τα γόνατα λυγισμένα, σαν πανί. Και να πετάς ταχύτατα και μπροστά.

Ή να κάνεις ένα τσιγάρο.

This will destroy you – oh really? Fuck no.

Credits to K.K.M. – αλλά σήμερα το Threads κι όχι το Quiet.

Read Full Post »

Πρώτα τα χρήσιμα: η germanwings έχει προσφορές. Βέβαια με τους φόρους μόνο μηδέν ευρώ δεν είναι, αλλά και πάλι φτηνά.

[Εκείνο το βράδυ που γυρίζουμε σπίτι αφού έχουμε δει (κι έχουμε πιει) το Feuerzangenbowle, κι εκείνη η παρέα με τα ποδήλατα κάνει βλακείες στην άδεια γέφυρα, και για μια στιγμή νομίζεις πως η πόλη είναι δική σου, το βράδυ που γυρίζω ξυπόλητη γιατί με χτυπούν τα παπούτσια κι η άσφαλτος είναι χλιαρή και μαλακή κι ελαστική σαν να περπατάς πάνω σε μάρτσιπαν, το άγαλμα της γυναίκας από πάγο έξω απ’ την εστία του Χ., ένα βραδινό με τον Π., η Β., που δεν καπνίζει με ρωτάει αγχωμένη «έχεις ένα τσιγάρο;» έξω απ’ το σπίτι της και μετά μιλάει, το μαγαζί με τα φωτιστικά, το βιβλιοπωλείο με τη τζαμαρία μπροστά στην πλατεία, ο κύριος με το σαξόφωνο κάθε Σάββατο πρωί, η ηλικιωμένη άστεγη που επέζησε το χειμώνα.] Ολ’ αυτά που έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μου σαν άχρονα, γιατί είναι στο παρελθόν που πάει να πει τέλος, αλλά είναι και στο μυαλό μου και τα βγάζω όποια στιγμή θέλω από κει μέσα, και δίχως τόπο, γιατί είναι φαντάσματα, απότομα, να ‘ν’ καλά το google earth, πέφτουν από ψηλά πάνω στο χάρτη, κι είναι τρομακτικό, γιατί είναι σαν να τα χάνω, γιατί δε-θυ-μά-μαι πια τα ονόματα των δρόμων.

Με μια φίλη λέγαμε πώς μας αρέσει να παρατηρούμε ανθρώπους στο δρόμο, κι έλεγε η Δ. ότι σκέφτεται τι να κάνουν στη ζωή τους, αν είν’ ερωτευμένοι, τι τους είναι αυτός που έχουνε ραντεβού, τέτοια. Εγώ σκέφτομαι κάτι ασημαντότητες, δηλαδή πού έχουν τα κλειδιά τους, αν έχουνε δεύτερο στο γραμματοκιβώτιο ή αν κάνουν ένα συγκεκριμένο ήχο για να τους ανοίξουν, αν βλέποντας το κινητό τους θα ‘ξερες ποιον να καλέσεις, αν είναι μακριά το σπίτι τους από τη στάση. Κι έτσι όλ’ αυτά που έκανα τότε, πότε πάω σούπερ μάρκετ, πώς πάω με το ποδήλατο στην U., ποιους λογαριασμούς πληρώνω, ποιες μέρες έχω μάθημα και ποιες ραντεβού με τη Β. και τον Α. για να φάμε μεσημεριανό, τα ΄χω ξεχάσει κι έχουν αντικατασταθεί από άλλα κι άλλα της μετέπειτα ζωής, κι έτσι έχουνε μείνει νησάκια μνήμης, από πρωί, μεσημέρι, βράδυ, που όμως δε φτιάχνουνε ολόκληρη εικόνα.

Για πολλά χρόνια είχα ένα όνειρο που επανερχόταν όταν ήμουν αγχωμένη. Είμαι εγώ στο ποδήλατο, πηγαίνοντας στο κέντρο, σ’ ένα δρόμο που το τελευταίο που έβλεπες πριν στρίψεις ήταν η γέφυρα που πέρναγε το τρένο. Το φως είναι απογευματινό, έχει βρέξει, η εποχή άγνωστη. Δεν ξέρω αν είναι μια συγκεκριμένη μέρα αυτή ή αν το μυαλό μου έφτιαξε μια μνήμη από πολλές. Αλλά είχε φως και κινούμουν αργά και χαρούμενα – και το επόμενο πρωί ξυπνούσα ήρεμη και λίγο λυπημένη. Το΄χω δει αρκετές φορές αυτό το όνειρο, κι έτσι τώρα το επαναφέρω κατά βούληση.

Κι είναι τώρα ένας χρόνος που αυτό το όνειρο έχει αρχίσει να αντικαθίσταται από ένα άλλο. Είναι καλοκαίρι, η ώρα που σκοτεινιάζει στη Φολέγανδρο. Είμαστε στο μηχανάκι που φωνάζουμε τζιτζίκι και πηγαίνουμε στη Χώρα. Έχει λόφους αριστερά και δεξιά, κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο, και μυρίζει θυμάρι. Κι είναι ήσυχα.

Και μπορεί κι αυτό ν’ αρχίσει ν’ αντικαθίσταται από ένα άλλο. Κι ένα άλλο. Κι ένα άλλο.

Πρέπει δηλαδή κάθε φορά να ξεχνάω το προηγούμενο; Το χάρτη, τους δρόμους, τις λεπτομέρειες, τα όνειρα;

Μάλλον, ε;

Read Full Post »

Το Σάββατο είναι η μέρα για το αργό ξύπνημα, το καθάρισμα, την ενημέρωση και τα ψώνια στο γεμάτο από αγχωμένες οικογένειες σούπερ μάρκετ. Μέχρι να φτάσεις να φας έχει πάει απόγευμα, ώσπου να χαζολογήσεις λιγάκι έχει πάει βράδυ, κάνεις ένα ντους και βγαίνεις. Αλλά η Κυριακή είναι η μέρα με τις εφημερίδες, τα βιβλία, το ωραίο πρωινό, η «άλλη μία μέρα για μας, μόνο για μας», το τίποτα, η βολτούλα, η ταινία το βράδυ.

Αυτό είναι ένα από τα ελάχιστα Σαββατοκύριακα που τίποτε απ’όλα αυτά δε θα γίνει. Οι χρόνοι του φαγητού θα μικρύνουν, το χάζεμα θα εξαφανιστεί γιατί υπάρχουν προθεσμίες, κάποια στιγμή υπάρχουν προθεσμίες. Θα διαβάσω την πρώτη ιστορία από το El oro de Tomás Vargas της Allende για να κανακέψω λιγάκι τον εαυτό μου πριν ξεκινήσει, και να αισθανθώ ότι κάνω και κάτι χρήσιμο (πρέπει να κάνω περίληψη για τα ισπανικά), και μετά θα έρθει η αναπόφευκτη ώρα της δουλειάς. Ε, πόσο θα κρατήσει αυτό; Σε δύο, τρία Σαββατοκύριακα θα έχει τελειώσει. «Άμποτε», που μαθαίναμε και στο σχολείο.

[Έβλεπα στο όνειρό μου το Παρίσι, διδακτορικά, ασανσέρ και μεγάλες αίθουσες].

Read Full Post »

Είδα, αγάπη μου, (περισσότερα…)

Read Full Post »