Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘cold wind’

sister winter

Advertisements

Read Full Post »

Στ’ αεροπλάνο σκεφτόμουν, επεξεργαζόμουν και δοκίμαζα μία-μία τις αναμνήσεις από τις διακοπές πριν τις βάλω στα κουτάκια τους, έκανα κρίσεις, συνδυασμούς κι έβγαζα συμπεράσματα, προσωρινά και μόνιμα, έφτιαχνα τους φακέλους incoming, outcoming, ετοιμαζόμουνα για την προσγείωση. Αυτή η διαδικασία είναι που με κάνει να ‘χω καλή μνήμη, κι όμως τελικά μένουν μόνο οι μία-μία οι αναμνήσεις χωρίς τα metadata. Τι σκέφτομαι; Σκέφτομαι τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, φοβάμαι. Πάντοτε. I hope I´m keeping some kind of record.

Ε, να, τα greatest hits 2008.

Όσο αδύνατο είναι να τρώω φυσιολογικά και να μην αφήνω τη γυμναστική μια βδομάδα πριν τις διακοπές άλλο τόσο είναι να κάνω το ίδιο τις τελευταίες τρεις μέρες των διακοπών. Τουλάχιστον γυρνάω μαυρισμένη.

Επίσης, η μέρα που θα ετοιμάσω βαλίτσα και θα φορέσω περισσότερα από τα μισά ρούχα ή κάτι άλλο εκτός από σαγονάρες δεν έχει έρθει ακόμα.

Μέσα στην πρώτη βδομάδα έρχεται πάντα η συννεφιασμένη μέρα που κάνει το μαυρισμένο δέρμα μου να λάμπει τρυφερά, και να με κάνει να σκέφτομαι το φθινόπωρο με αισιοδοξία.

Δε χρειάζεται να πληρώνεις για σάουνα, μπορείς να κάνεις σεξ μες στη σκηνή το μεσημέρι.

Μιλάω πια τόσα αγγλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας που πολλά πράγματα μού είναι αδύνατον να σκεφτώ στα ελληνικά.

Οι γονείς μου και οι παιδικοί μου φίλοι είναι σε μια πόλη που μόνο ως παιδί θυμάμαι – λίγο. Κι από κει που σπούδασα έχουνε φύγει σχεδόν όλοι. Είναι σαν ένα σκοινί που ξεκινάει από κάπου, ένα κομμάτι λείπει, και δεν μπορώ να πιάσω κανένα απ’ τα δύο. Το ένα είναι μακριά και τ’ άλλο δεν κρατιέται από πουθενά. Όσο περνάν τα χρόνια είναι ένα συγκεκριμένο μέρος στο νησί που θέλω να δω. Πάω κάθε μέρα εκεί και κάθομαι στην ίδια θέση. Επισκέπτομαι το δέντρο μου. Και καμιά φορά κατεβαίνω κάτω, κάνω μπάνιο στη διάφανη θάλασσα, παίζω με τα ζεστά στρογγυλά βότσαλα και μ’ αγκαλιάζουν. Η σκέψη του πόσα χρόνια πέρασαν για να πάρουν αυτό το σχήμα με ηρεμεί όσο τίποτ’ άλλο. Καμιά φορά θυμάμαι τις άλλες φορές που περπάτησα εκεί, φωτογραφίες, περιπάτους με τους γονείς μου, μπάνιο με τις φίλες μου. Για μια φορά όλοι μαζί. Φέτος εντόπισα τη μυρωδιά που τόσο με τράβηξε με το που έφτασα, στο μπράτσο μου. Και κατάλαβα πως είναι τα πεύκα. Ό,τι πιο κοντά έχω σε ρίζες είναι ένα πολύ μικρό μέρος. Ένα μέρος που διάλεξα και με διάλεξε.

Εμείς εδώ οι young and lovely δεν έχουμε γεννηθεί, έχουμε φυτρώσει. Δεν έχω επαφή με κανέναν άνθρωπο που δεν ανήκει στην ηλικιακή γκάμα 22-27. Με τον καιρό το παρελθόν και η καταγωγή και η οικογένεια παίζουν ολοένα και μικρότερο ρόλο στη σχέση μας. Οι φίλοι γίνονται η οικογένειά μου. Επιλεκτικές συγγένειες το λένε, δεν είναι βέβαια κι ακριβώς έτσι – δεν επιλέγεις ποιοι άνθρωποι σου κινούν το ενδιαφέρον και ποιους τυχαίνει να γνωρίσεις και με ποιους το φέρνουν έτσι οι συνθήκες να κάνεις παρέα. Αλλά έτσι κι αλλιώς μπορεί μερικές φορές να παραδίνεται σημασία στην επιλογή. Στην Ελλάδα είδα τους γονείς μου, και τους άκουσα (μακάρι να προλάβαινα να τους ακούσω κι άλλο), κι άκουσα και για τους γνωστούς τους και τους φίλους τους και τα παιδιά τους κι όλα αυτά, και ξαφνικά τα πράγματα αποκτούν τις σωστές διαστάσεις. Υπάρχει πριν, υπάρχει μετά. Πολύ κι από τα δύο (ελπίζω). Συχνά φοβάμαι, φοβάμαι πολύ, για το πώς θα ‘ναι να μεγαλώσω. Πώς μένουν οι άνθρωποι σ’ ένα μέρος; Με ποιους μένουν απ’ όλους τους ανθρώπους που είναι κοντά, που ήταν κοντά κι αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν και τώρα έχουν χαθεί; Πώς κάνουν παιδιά; Έχω γίνει σαν το γάτο μου, που επειδή δεν είχε δει ζευγαρώματα πριν τον πάρουμε στο σπίτι, δεν ήξερε πώς γίνεται η δουλειά. Κι έτσι ήταν τόσο ωραίο, πέρα και πάνω από κάθε διακοπές, να βλέπω ότι, ναι, γίνεται. Κι είναι χαρούμενοι. Κανείς δεν ξέρει. Θα δείξει.

Στη Σύρο ένα πρωί καθόταν ο μικρός με τη γιαγιά του και τις φίλες της στα σκαλοπάτια. Μου μίλησε, ρώτησε πώς με λένε, «θα ‘ρθει η Μαρία», μου είπε, η γιαγιά του μού μίλησε αμέσως με το αγχωμένο βλέμμα που ξέρω πολύ καλά, μην και μ’ ενοχλεί, «μια φίλη του είναι», μου είπε απολογητικά, «ξέρω, ξέρω», της είπα, πώς σε λένε; πώς σε λένε; θα ξανάρθω, καλή σου μέρα. «χχχχ μου, μωρό μου, κοπέλα μου», φώναζε ενθουσιασμένος αφού έφυγα, γελάσαμε κι εμείς, στο γυρισμό και κάθε φορά που μ’ έβλεπε η γιαγιά με χαιρετούσε, καλημέρα χχχχ, καλησπέρα χχχχ. Όταν η αδελφή μου έκανε ακόμη κρίσεις όταν γυρνούσαμε από το νησί, μ’ έπιανε λύσσα στο καράβι με τις χοντρές τις κότες με τα βαμμένα μαλλιά που την κοιτούσανε και ψου ψου ψου και ψου ψου ψου, και φανταζόμουνα να σηκώνομαι και να τους φωνάζω «τι βλέπετε; θέατρο;» και να τις βάλω στη θέση τους, με την αλαζονεία βέβαια και της διαφοράς εμφάνισης ανάμεσά μας, την οποία έβλεπα ότι έβλεπαν κι αυτές. Είναι τρομερό πώς τόση πίεση μπορεί να σε κάνει να νιώσεις μίσος. Χειροπιαστό μίσος. Δεν το ‘κανα. Κι ήθελα μια φορά να ‘ρθει ένας άγνωστος άνθρωπος και να της μιλήσει καλά, να της γελάσει. Εκείνα τα χρόνια δεν είχε έρθει, ύστερα ήρθαν αρκετοί – κι άγνωστοι και φίλοι. Κι ήταν πάντοτε αλάνθαστο κριτήριο η αδελφή μου. Να που τελικά γίνεσαι εσύ ένας τέτοιος άνθρωπος μετά από χρόνια. Που θα μιλήσει καλά και θα γελάσει. Είναι τόσο εύκολο να φτιάξεις τη μέρα κάποιου που δυσκολεύεται. Απλά να του μιλήσεις καλά και να γελάσεις.

Ε, ναι λοιπόν. Δεν είμαι γάτα κατά βάθος. Είμαι σκύλος.

Δεν είναι μόνο η ηλικία και οι σκέψεις κι οι εμπειρίες που με κάνουν ώριμη και ισορροπημένη. Είναι κι  οι συνθήκες. Όλα τα γύρω πράγματα που με κρατάνε στο προστατευτικό τους δίχτυ να μην πέσω. Εσύ (εσύ…). Ένας άνθρωπος που με ξέρει, μ΄αγαπάει, ξέρει να κρατάει και ν’ αφήνει. Οι φίλοι μου. Ισορροπημένοι και χαρούμενοι, μπερδεμένοι και καταθλιπτικοί. Ήρεμοι και ταραγμένοι. Αυτό που μ’ αρέσει να βλέπω, γιατί δεν είμαι, κι αυτό που κατά βάθος είμαι. Η δουλειά μου. Ο προγραμματισμός. Τα λέιζερ. Η μη αναγκαιότητα να μιλάω. Η σταθερότητα. Είναι εκεί. Είναι εκεί, προσπαθείς, και προχωράει. Η μουσική []. Ο ιδρώτας. Τα δέκα εκατοστά απ’ το σπαγγάτο. Το σώμα μου βαθιά στο πάτωμα. Και σ’ άλλες συνθήκες θα ‘μουνα άλλη.

Αυτό που κατά βάθος είμαι – είναι ακόμα εκεί. Και ναι, ακόμα φοβάμαι πολύ και πονάω πολύ και θυμώνω πολύ και φοβάμαι πολύ και πονάω πολύ. Κι αυτό που με τρομάζει είναι που τ’ αναγνωρίζω αυτά τα συναισθήματα από εκεί που είναι θαμμένα, και τότε μοιάζει σαν να μην έφυγαν ποτέ. Δε θα παριστάνω ότι αυτό δε συμβαίνει. Δεν ξέρω άμα θα ζω ευκολότερα έτσι. Αλλά δε θα πέφτω από τόσο ψηλά, όταν πέφτω. Ή να ξέρω πού να πρωτοψάξω για αίμα. Μπορεί να το βλέπω λάθος, γιατί είπαμε ξεχνάω  σκέψεις και διαδικασίες. Όμως φαίνεται πως μ’ απασχολεί πολύ, γιατί τελικά εδώ και μήνες σκέφτομαι κάτι σαν, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα και περιόδους που ήθελα ή έπρεπε να ‘μαι πολύ δυνατή κι άλλα που ήμουν πολύ ευάλωτη στη σειρά, κάπως επέρχεται μια ισορροπία. Ίσως. Έτσι μοιάζει. Κι έτσι, να. Ορίστε. Δεν είμαι πολύ δυνατή. Ούτε πολύ ισορροπημένη. Ενίοτε λίγο τρομακτική. (Και εδώ δε θα κολλήσω το «όπως όλοι»).

Ακόμη κι αν έχω κόψει το τσιγάρο, δεν μπορώ να μην καπνίζω στην Ελλάδα. Εδώ θα λήξει – και πάλι. Ελάχιστα τσιγάρα έχω ευχαριστηθεί ολόκληρα όμως όσο αυτό στην Τήνο. Εισπνοή, εκπνοή από τη μύτη. Ησυχία. Αέρας.

Θυμάμαι τραγούδια με απίστευτες λεπτομέρειες, τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική.

Πρέπει να πάρω μια μικρή φωτογραφική μηχανή. Η μεγάλη δεν κουβαλιέται ποτέ, και φωτογραφίες από φέτος δεν έχω. Φωτογραφίες από τις διακοπές μας δεν έχουμε, τα τελευταία τρία χρόνια. Θα θυμάμαι όμως τα τροχόσπιτα στην παραλία στις εννιά το βράδυ.

κλάματα. τα τροχόσπιτα στην παραλία. κατούρημα το χάραμα στην ησυχία. depeche mode στην παραλία. ζεστός ήλιος. ένα τρομακτικό ροχαλητό στην τήνο. πρωινός ύπνος στη μύκονο (η επιτομή του young and lovely). η ριγέ μου μπλούζα. ο σ.κ. με την μπλούζα joy division και το πιο γλυκό χαμόγελο. το βιβλίο μου στο πλοίο της επιστροφής. μια αίσθηση αίματος στο στόμα από την πτώση. θάλασσα. και ξανά, και ξανά, και ξανά θάλασσα. ένα βότσαλο σα σκαθάρι. βότσαλα με φλέβες. hunter. το δέντρο μου. οι τρεις φίλοι που μου ζήτησαν να τους πάρω φωτογραφία εκεί. η μυρωδιά του πεύκου στο μπράτσο μου. «ελληνίδα είσαι, ή απλά μιλάς ελληνικά;» το σπούτνικ αγαπημένη δεν είναι καλό βιβλίο, αλλά δεν μπορώ να το κρίνω αντικειμενικά μια και τόσα απ’ αυτά που έγραφε ήταν αυτά που σκεφτόμουν (δεν είναι ταύτιση με τους ήρωες και όχι, όχι η απίστευτη ατάκα για τα χριστούγεννα και τις διακοπές σε πακέτο). φάβα. φρέσκα μύδια. starlight. «στην ελλάδα πάντα ροκ σταρ σας κόβουν τα εισιτήρια του λεωφορείου;» «τι θυμάστε;» «τις μυρωδιές.»»αχ, ναι, βρε παιδιά!» «δεν ξέρω πού είναι το σπίτι μου.»»χχ, μην παραλογίζεσαι. στη ζυρίχη είναι το σπίτι σου.» Pearly Dewdrops΄drops. Είμαι χαρούμενη. «χχχχ μου, μωρό μου, κοπέλα μου!» «ναι, το συζητάς; αφού σου έλειψε η κάπαρη και οι αγκινάρες, θα πάμε αύριο πρωί-πρωί να πάρουμε να πάρεις μαζί σου!» ο μπαμπάς μου ευτυχισμένος. γέλια με τη δ. μια συζήτηση μέχρι τις 5. οι λιωμένες σαγιονάρες h&m στα σκουπίδια την τελευταία μέρα του καλοκαιριού. το σώμα μου στο νερό σα lomo φωτογραφία. πάρα πολλά χιλιόμετρα – με κάθε μεταφορικό μέσο. πολύ λίγος ύπνος. ο χρόνος δε μου ‘φτασε.

Read Full Post »

δεν

Δεν έρχεται συχνά. Όταν έρχεται, το πιάνουμε από κει που τ’ αφήσαμε. Εγώ βάζω μουσική και κάθομαι στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο. Από κει το πηγούνι μου μοιάζει να ‘ναι στο ύψος του περβαζιού. Κοιτάζω έξω κι ακούω τα τρένα και τ’ αυτοκίνητα και τα ποδήλατα και τις φωνές που δε βλέπω. Όλα συνεχίζουν να υπάρχουν. Ευτυχώς. Πώς θα ‘ταν να αναποδογυρίσεις μερικές καρέκλες; Δε θ’ αλλάξει τίποτε. Α. Όταν το φως μαλακώσει παίρνω την τσαντούλα μου, μια και ξέρω πια πότε έρχεται κι είμαι πλυμένη και ντυμένη από πριν, και πάω μια βόλτα μέχρι να σκοτεινιάσει. Όταν γυρίζω με βάζει για ύπνο. Με σκεπάζει, με νανουρίζει και φεύγει. Την άλλη μέρα όλα συνεχίζουν να υπάρχουν.

Read Full Post »

Θα παίξουμε ότι εσύ ακούς Feist (ακούς, δεν ακούς;), τρέχεις ιδρωμένη (έχει ζέστη έτσι κι αλλιώς, δεν έχει;), και νιώθεις λοιπόν εντελώς αυτάρκης (αυτάρκης) μέσα στο μεγάλο στρογγυλό κουβάρι απ’ τους ανθρώπους που σ’ αγαπούν κι αγαπάς, και που σου επιτρέπουν να νιώθεις αυτάρκης, μόνη και χαρούμενη όταν τρέχεις, που σου επιτρέπουν να κοιτάς το ποτάμι και τους ανθρώπους και τα κτίρια. Αλλά το κουβάρι δεν το βλέπεις. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Το κουβάρι δεν το βλέπεις, αλλά είναι εκεί – γύρω σου, μαλακό, μάλλινο, χνουδωτό. Είναι τ’ αντίθετο απ’ το να το βλέπεις και να μην υπάρχει, ας πούμε. Καταλαβαίνεις;

Αυτό θα παίξουμε σήμερα. Αλήθεια; Α, όχι – εγώ θα αποφασίσω τι είναι αλήθεια και τι ψέμα.  Όλοι αυτό δεν κάνουμε; (όχι, όχι γενκεύσεις). Εγώ πάντως αυτό θα κάνω. Για σήμερα.

Κι αύριο θα δούμε. Μπορεί να βγούμε και στ’ αλήθεια για τρέξιμο. Θέλεις;

Read Full Post »