Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘neuro’

Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας «για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα».

Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.

Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν «επιφανειακή» – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, «με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.»  Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.

Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.

Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.

Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.

Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι «αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο». Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.

Συστήνεται.

Advertisements

Read Full Post »

A few months ago I’d have patted myself on the back to write such words, but I couldn’t have written them. I had to live them first, and now that I’m living them there’s no need to write them.

Smoke Bellew by Jack London, από το ποστ Nothing to say του blog μόδας The Clothes Horse

Small waterfall

1. Heidiland

Πήγαμε, λοιπόν (να’ν’ καλά το PhD program) στο στερεότυπο: ελβετική νευρολογική κλινική αποκατάστασης στα βουνά. Η ανθρώπινη ασθένεια, όμως, δεν είναι ούτε στερεοτυπική ούτε αστεία. Σε μια απομονωμένη κοιλάδα, είναι ένα μέρος πολύ πολιτισμένο. Εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, θερμά λουτρά, άλογα, Lokomat, δωμάτιο χαλάρωσης, βιβλιοθήκη, εστιατόριο. Δε μύριζε νοσοκομείο, κι όσο ήμασταν εκεί, όλα ήταν ήρεμα. Είχε πολλούς Ιταλούς ασθενείς που έβλεπαν τηλεόραση στο κοινό δωμάτιο. Οι ασθενείς αναρρώνουν από εγκεφαλικά, AVM, όγκους, δυστυχήματα. Το πρώτο απόγευμα που κάναμε περίπατο με τη Ν. είδαμε μια έφηβη κοπελίτσα που περπατούσε με πατερίτσες δίπλα στους γονείς της. Μας είπε Grüezi και χαμογέλασε, λες και ντρεπόταν για το πώς είναι. Μας μίλησε ένας ασθενής, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, που μετά το εγκεφαλικό του καταλάβαινε και σκεφτόταν στ’αγγλικά, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σιγά-σιγά τα κατάφερε – τώρα μάθαινε το th. Μια κοπέλα δεκαεννιά χρονών που έπεσε από τους κρίκους στην ενόργανη, κι έχει χάσει κομμάτι από τη μνήμη της. Τότε άνοιξε η πόρτα απότομα, και μπήκε ένας ηλικιωμένος που φώναζε χαρούμενα, «μου είπαν ότι εδώ έχει ομιλία. Θέλω κι εγώ να μιλήσω! Να πω τι έπαθα! Πού να κάτσω;»  Ο νευρολόγος μας είπε αργότερα ότι αυτός ο κύριος τραυμάτισε σε αυτοκινητιστικό την περιοχή του εγκεφάλου που σταματά την παρόρμηση. Ανοίγει πόρτες και μπαίνει, ξεκινάει να μιλάει, φλερτάρει με το προσωπικό. Την άλλη μέρα, βόλτα με τη Μ. «Συγνώμη – συγνώμη, κορίτσια; Μπορείτε να με βοηθήσετε; Μου έπεσε το πορτοφόλι μου και δεν μπορώ να σκύψω να το πιάσω.» Είναι μία κυρία, γύρω στα εξήντα πέντε, σε αναπηρικό καροτσάκι. «Είστε από αυτό το…αυτό το συνέδριο που λένε, που ήρθατε χτες;» «Ναι.» «Και τι κάνετε; Εσείς, αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω, εσείς τι κάνετε; Α, πολύ ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον! Κι εσείς; Τι λέτε;» Το βράδυ πήγαμε για δείπνο σ’ένα κελάρι με κρασιά στο χωριό. Τραγουδούσε ένας τετραπληγικός πρώην ασθενής της κλινικής. Μπορούσε να κινεί το ένα χέρι, και με την έξω μεριά του καρπού έλεγχε τον υπολογιστή του, που έπαιζε μουσική. Κι αυτός τραγουδούσε. Είχε πολύ ωραία φωνή, θα το’λεγα ούτως ή άλλως δηλαδή, τετραπληγικός ή μη, κι ήταν πολύ χαρούμενος. Όλο έλεγε, «χορέψτε, χορέψτε! και τώρα χορέψτε!», κι ελάχιστοι χόρευαν. Αχ, δε χορεύει πια ο κόσμος όπως παλιά, και σίγουρα όχι με μισοαγνώστους. Τι στενόχωρο, αυτός που θα’θελε να χορέψει δεν μπορούσε, κι εμείς μπορούσαμε και δεν το κάναμε. Τι θα’ταν; Τίποτα δε θα’ταν. Αλλά δεν το κάναμε.

The view from our room 1

Το μπαλκόνι μας

2. Το όνειρο

Όταν το τελευταίο όνειρο της νύχτας είναι ότι κοιμάσαι πάνω σ’ένα μαλακό Zopf, τότε η μέρα σου θα’ναι καλή. Μετά τη δουλειά πήγα βόλτα στο δάσος. «Γρήγορα, γρήγορα», γρήγορα ήθελα να κατέβω, αλλά κάπου εκεί, όταν έφτασα πλάι στο χορτάρι που φτάνει μέχρι το γόνατο, ή όταν είδα τη γύρη στο φως το ήλιου, κάπου εκεί ξεχάστηκα. Άκουγα το M83  τουM83, και το She stands up που έπαιζε όταν είδα τη λίμνη (μα λίμνη! είκοσι λεπτά απ’το εργαστήριο! πού ζεις, μαλάκα;) δεν έλεγε πια Do you think he still loves her?/How would I know about this, Hunter?/I think he does… αλλά Do you think he still knows Zurich?/How would I know about this, honey?/I think he does…Έφτασα κάτω βλέποντας αυτή τη θέα, το άλμπουμ έφτανε στο τέλος του, (I’m happy, she said), το τηλέφωνο χτύπησε, «Πού είσαι; Δε θα’ρθεις; Έχουμ’αργήσει!»

A secret bench and table

3. And no one cares

Τα δείπνα της Παρασκευής και της Δευτέρας, για το τέλος της διπλωματικής του Μ. ήταν καλά. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι τον αναγνωρίζω καθαρά – αλλά χάνονται τόσο μέσα στις υπόλοιπες, που δεν ξέρω τελικά ποιος είναι. Αλλά αυτή η φωνούλα που συμπληρώνει «…και δε με νοιάζει» είναι τελευταία σταθερά εκεί.

4. Teach me how to fight

Οι Junior Boys ήταν σκέτη απογοήτευση. Ένα θα πω: μία ώρα. Μα μία ώρα, παιδιά; Ας είχαν και στολή (παντελόνι 7/8, κοντομάνικο πουκάμισο, πλεκτό γιλεκάκι, άσπρες κάλτσες, μαύρα παπούτσια), ας είχε κι ο τραγουδιστής hitler hairdo, making me feel ill, ας είχαν κι ωραία, κάπως μελαγχολικά βίντεο από πίσω από σεισμούς, εφηβικούς τσακωμούς και πέρασμα από τούνελ (πιο πολύ new media ήταν αυτό το σύνολο, τα βίντεο δεν έντυναν τη μουσική, αλλά κι ούτε η μουσική τα βίντεο) – μία ώρα. Και χωρίς encore. [Επίσης, αυτός ο φρικτός συνδυασμός 80s και 90s στα ρούχα του κοινού θα συνεχίσει να πουσάρεται κι άλλο ή έχουμε πιάσει πάτο;]

Read Full Post »

Η εβδομάδα μου

η βόλτα μου
play with me

play with me, by claudia stucki on flickr

1.


Η δουλειά: η πραγματικότητα έρχεται καταπάνω μας. Σε λίγο καιρό, the shit will be hitting the fan. Παραδόξως, δαιμονιώδη κέφια. Ως τώρα.

2.

Το νέο highlight: τραμπολίνο. Κουραστικό πέταγμα που σε κάνει να γελάς – I’m in love!

3.

Η πρόβλεψη: σε ακριβώς μια βδομάδα θα τρέχω να φτιάξω βαλίτσα.

4.

Η μουσική: Andrew Bird, the mysterious production of eggs (δίκιο είχαν οι φαν που έγραφαν ότι είναι καλύτερο από το Armchair Apocrypha).Αγαπημένο (και επίκαιρο) το Banking on a Myth.

5.

Ο καιρός: φοβάμαι να το πω, κι όμως φαίνεται να ‘ναι επιτέλους αλήθεια – ήρθε η άνοιξη! Το ποτάμι μυρίζει κάθε βδομάδα και πιο πολύ, νομίζω ότι αγγίζω το μαγιώ μου – ή ότι με παρασέρνει το ρεύμα του το μεσημέρι.

6.

Η διάλεξη: Ο Ύπνος.

Φαίνεται πια πως όλα τα ζώα κοιμούνται, ακόμη κι οι μύγες ή τα σκουλήκια – αλλά γιατί; Φαίνεται αστείο, γιατί όλοι οι άνθρωποι ξέρουν γιατί κοιμούνται, και τι τους συμβαίνει όταν είναι άυπνοι. Ακόμη όμως δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο. Δεν υπάρχει συσχέτιση στις απαραίτητες ώρες ύπνου για κάθε άνθρωπο και στην εξυπνάδα τους ή άλλα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στις ώρες ύπνου του κάθε είδους και την πολυπλοκότητά του. Δεν υπάρχει αφοσιωμένο κέντρο ύπνου στον εγκέφαλο. Δεν φαίνεται να υπάρχουν αφοσιωμένες ορμόνες. Ο βαθύς ύπνος (με τα αργά κύματα) μοιάζει να είναι υπεύθυνος για την ξεκούραση, και να σχετίζεται με τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Ο ύπνος R.E.M. όμως (ο οποίος, χωρίς εμφανείς επιπτώσεις δεν εμφανίζεται καθόλου υπό την επίδραση υπνωτικών χαπιών), τι κάνει; Γιατί η θερμοκρασία του σώματος κατά τη διάρκειά του δεν ρυθμίζεται, και γιατί οι μύες αδρανούν; Συναρπαστικό. Επιτέλους, ένα θέμα με τραβάει και δεν έχει σχέση με τις εμμονές μου ούτε και την εκπαίδευσή μου.

7.


Η άχρηστη (;) πληροφορία: Οι Ιάπωνες πίστευαν ως το 1945 ότι ο αυτοκράτοράς τους είχε θεϊκή υπόσταση!

With millions homeless and starving, and the country brought to its knees, it was a breathtaking understatement for Emperor Hirohito to broadcast, on August 15, 1945, that the war had «developed not necessarily to Japan’s advantage». For his subjects, gathered at wireless sets around the country, the relalization of defeat was tempered by their amazement at hearing, for the first time, the voice of a living god.

(…)

McArthur wasted no time in instituting political and social reform. The country was demilitarized, the bureaucracy purged of military supporters and war trials held, resulting in seven hangings, including that of the ex-prime minister, Tojo Hideki. The emperor, whose support for the new regime was seen as crucial, was spared although he had to publicly renounce his divinity to become a symbolic head of state.

The Rough Guide to Japan, fourth edition, March 2008

(οι υπογραμμίσεις δικές μου)

8.

Το λυπηρό: ερχόμενη με τα πόδια στο σπίτι, είδα τα τρία τζάνκια να περνάνε τη διάβαση προς το απέναντι παρκάκι. Ο δεξιός άντρας έβαζε το χέρι του στον κώλο της μεσαίας κοπέλας που περπατούσε με το χαρακτηριστικό βήμα της ναρκομανούς, της σήκωνε την μπλούζα μέχρι που σχεδόν φαινόταν το σουτιέν της, της ξαναέπιανε τον κώλο. Το σώμα της δεν αντιδρούσε καθόλου, ήταν σ’αυτή την περιοχή που τα ερεθίσματα περνούν από πάνω σου. Πέρασαν απέναντι, οι δύο κοπέλες πήγαν να μιλήσουν σε μία τρίτη φίλη τους, έγκυο, που καθόταν ήδη στο παγκάκι. Ο τύπος τίναξε και ξανάπιασε τα μαλλιά του. Μ’έπιασε μια οργή, αλλά επιφανειακή οργή, σα στρώμα που μπορώ να το ξεπλύνω.

9.

Ξανά (και ξανά): I don’t want anything more, than to see your face when you open the door.

Read Full Post »

The second important line of thought relates the hippocampus to memory. Although it has precursors, this idea derived its main force from a very well-known report by Scoville and Milner[2] of the results of surgical destruction of the hippocampus (in an attempt to relieve epileptic seizures), in a patient known as H.M. The unexpected outcome was severe amnesia: H.M. was unable to consciously remember events that occurred after his surgery or for several years before it. This case occasioned such enormous interest that H.M. is now said to be the most intensively studied medical case in history. In the ensuing years, other patients with similar levels of hippocampal damage and amnesia (caused by accident or disease) have been studied as well, and literally thousands of experiments have studied the physiology of neural plasticity in the hippocampus. There is now almost universal agreement that the hippocampus plays some sort of important role in memory; however, the precise nature of this role remains widely debated[3][4].

Hippocampus
Memento

Πριν ενάμιση χρόνο έβλεπα τα αποτελέσματα μελέτης fMRI σε ασθενείς με βλάβη στον ιππόκαμπο σε σχέση με υγιείς ανθρώπους. Για να απαντήσουν σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα που απαιτούσε τη δημιουργία νέων αναμνήσεων, οι υγιείς άνθρωποι έψαχναν μόνο στον ιππόκαμπο. Οι ασθενείς έψαχναν παντού. Η εικόνα ενός εγκεφάλου που ανοίγει απεγνωσμένα όλα τα συρτάρια ψάχνοντας για την πληροφορία που έπρεπε-να-ήταν-εδώ είναι συγκλονιστική.

Πρόσφατα αγόρασα το εξαιρετικό The Best American Science Writing, μία συλλογή επιστημονικών άρθρων σε καλά αμερικανικά περιοδικά και εφημερίδες. Η συλλογή επικεντρώνεται στο neuro και τη φαρμακοβιομηχανία, με πολύ λιγότερα άρθρα για το περιβάλλον και την Κίνα.

Το άρθρο An Error in the Code του Richard Preston, που δημοσιεύτηκε στο New Yorker, είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Ήταν ο Ζουμπουλάκης νομίζω, που για το Χορεύοντας στο Σκοτάδι είχε γράψει «είναι από αυτές τις ταινίες που βρίσκεις εξαιρετικές κι όμως η σκέψη πως θα τις ξαναδείς σου προκαλεί τρόμο» – ή κάπως έτσι. Αυτό το άρθρο είναι κάτι αντίστοιχο.
Αναφέρεται σε ένα σπάνιο σύνδρομο, το Lesch-Nyhan, το οποίο οδηγεί σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που εκδηλώνεται σωματικά και λεκτικά παρά τη θέληση του ασθενούς. Το άρθρο είναι υπόδειγμα οικονομίας, περιεκτικότητας, ανθρωπιάς – και παρ’ό,τι μιλά για μία εξαιρετικά σπάνια, και δυσάρεστη ακόμα και στις περιγραφές, ασθένεια, κάνει τον αναγνώστη να συνδέεται με τον πάσχοντα και το περιβάλλον του με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Ο ίδιος ο συγγραφέας έγινε φίλος με δύο ασθενείς και χρειάστηκε επτά χρόνια για να γράψει αυτό το άρθρο.

«Lensch-Nyhan is at the far end of a spectrum of self-injurious behavior», Jinnah went on. «We all do things that are bad for us. We’ll sit down in front of the television and eat a quart of ice cream. We all have self-injurious impulses, too. Driving a car, we can have a strange impulse to drive it the wrong way and smash it into something». Edgar Allan Poe called such promptings «the imp of the perverse.» The imp may be signals coming out of the basal ganglia. Normal people feel the promptings of the imp, but most of the time they don’t act on them. Lensch-Nyhan may suggest a way in which original thoughts and ideas seem to arise as impulses that aren’t suppressed, and how intimate the terrain is between the creative and the self-destructive.

Το The Abyss, του Oliver Sacks, μου άφησε μία περίεργη αίσθηση. Μιλά για ένα μουσικό με βλάβη στον ιππόκαμπο που του άφησε μνήμη λεπτών:

Desperate to hold on to something, to gain some purchase, Clive started to keep a journal, first on scraps of paper, then in a notebook. But his journal entries consisted, essentially, of the statements «I am awake», or «I am conscious», entered again and again every few minutes. He would write: «2:10 P.M: This time properly awake…2:14 P.M: this time finally awake…2:25: this time completely awake,» along with negations of these statements: «At 9:40 P.M: I awoke for the first time, despite my previous claims.» This in turn was crossed out, followed by «I was fully conscious at 10:35 P.M., and awake for the first time in many, many weeks.» This in turn was canceled out by the next entry.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μία κατάσταση που επηρεάζει περισσότερο την προσωπικότητά του. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την απελπισία που ένιωθα για τον ίδιο και τη σύντροφό του, τα ερωτηματικά για το τι είναι τελικά αυτό που κάνει εμένα, εμένα. Τι είναι αυτό που με κάνει να νιώθω, εγώ. Κι όμως, στο κείμενο ο Sacks μού φάνηκε αντιπαθής. Πως δεν έχει την εγγύτητα στον ασθενή που έχει ο Preston (ο Clive δεν είναι δικός του ασθενής, και επομένως υποθέτω η εγγύτητα δεν πειράζει) αλλά ούτε και την καθαρή επιστημονική απόσταση. Πολλά από τα στοιχεία της συμπεριφοράς του Clive που περιγράφει έχουν σαφή νευρολογικά αίτια, τα οποία αναφέρονται μόλις στο τέλος του κειμένου (και μάλλον κρυπτικά). Όσο κι αν το κείμενο δεν έχει διδακτικό σκοπό, μου δόθηκε η αίσθηση πως στον Sacks αρέσει να εντυπωσιάζει.

Πόσο να καταλάβαιναν οι γιατροί το ’50 γιατί ο H.M. ίσως μπορούσε να βρίσκει το δρόμο για το σπίτι του απ’τη στάση, αλλά αδυνατούσε να θυμηθεί όποιον του σύστηναν; Η γνώση αυτή σίγουρα άλλαξε τις απαιτήσεις των γιατρών, τη στάση των κοντινών ανθρώπων – κάποτε ίσως οδηγήσει και στη θεραπεία. Όμως τι αλλάζει σ’έναν ασθενή άνθρωπο;

He suddenly exlaimed, «I’m conscious now…Never saw a human being before…for thirty years…It’s like death!»


[Κι εγώ; Εγώ, να. Τις κακές μέρες θα ‘θελα, όχι να μην έχει συμβεί το παρελθόν. Αλλά να μην το θυμόμουν. Φαντάζομαι να παίρνω μια άσπρη γόμα και σιγά, μεθοδικά, καθαρά, να σβήσω κάθε γραμματάκι, κάθε ουρίτσα απ’ το τετράδιό μου. Και φαντάζομαι ότι τότε καθαρίζει το γκρι σύννεφο που έχω πάνω απ’το κεφάλι μου. Τις καλές μέρες, τις καλές μέρες οι αναμνήσεις έχουν τόσο μικρότερη σημασία. Οι καλές μέρες γίνονται περισσότερες. Χτες έκανα τα πρώτα μου τρία βήματα πάνω σε σκοινί. Ε να, δεν είμαι ακόμα την Marion, αλλά εκείνη τη στιγμή πετάω. Εκείνη τη στιγμή είμαι αυτή που ήμουν πάντα – πριν γίνουν όλα αυτά.]

Read Full Post »