Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Virginia Woolf’

Books bought

Paul Auster, The Brooklyn Follies
Tetsuko Kuroyanagi, Totto-Chan, la petite fille à la fenêtre

Books read

The Rough Guide to Paris
Nick Hornby, The Complete Polysyllabic Spree
Paul Auster, The Brooklyn Follies
Graham Greene, The Human Factor
Virginia Woolf, Orlando: A Biography
Roberto Saviano, Gomorrah

Πρώτο βιβλίο του 2009 το Rough Guide to Paris; Τεχνικά, το τελευταίο του 2008 και το πρώτο του 2009. Πρωτοαγόρασα ένα rough guide πέρσι, γιατί ήθελα πολύ κείμενο, όχι lonely planet, αλλά κυρίως (ναι, είναι αλήθεια) γιατί έχω τόσο μεγάλη αγάπη στην Penguin με τα popular classics της που κοστίζουν 3 ευρώ, την τεράστια συλλογή με αγγλόφωνα και όχι μόνο έργα (με παράδειγμα την εξαιρετική μετάφραση του Ηλίθιου που διάβασα το Δεκέμβρη), που θέλω να τους κάνω χρυσούς με κάθε ευκαιρία. Το test drive έγινε με το κεφάλαιο για τη Ζυρίχη στο Rough Guide to Switzerland, το οποίο είναι ακριβές, δίκαιο, και προτείνει όλα τα εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα που θα πρότεινα κι εγώ μετά από αισίως δυόμισι χρόνια εδώ, και ακολούθησαν πλείστα όσα άλλα για τις γείτονες χώρες. Οι Rough Guides δεν προσφέρονται για λίγες μέρες (αν και υπάρχουν κάποιοι mini για μεγάλες πόλεις) και ιδίως αν δεν υπάρχουν μέρες για διάβασμα. Είναι όμως εξαιρετικά καλογραμμένοι, δίκαιοι, αξιόπιστοι, και χρήσιμοι για μελλοντικές επισκέψεις. Πηγαίνοντας στο Παρίσι για μια βδομάδα για τρίτη φορά, διάβασα το (χωρισμένο ανά γειτονιά) βιβλίο, και το ξεφύλλιζα κάθε βράδυ όσο ήμασταν εκεί. Δεν ξέρω αν θα είχαμε περάσει τόσο καλά χωρίς τις ιδέες του οδηγού, και σίγουρα δεν θα είχα αποκτήσει τόσο καλή αίσθηση της πόλης. Εξαιρετικό.

Το Polysyllabic Spree του Hornby μού έδωσε την ιδέα για την καταγραφή του τι αγοράζω και τι διαβάζω (γιατί έχουμε κι αυτό το Αλτσχάιμερ). Το βιβλίο είναι μια συλλογή της μηνιαίας στήλης του Hornby στο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό The Reader, στην οποία ο συμπαθέστατος τυπάκος γράφει τι διάβασε. Ο Hornby, λοιπόν, μού θυμίζει αυτούς τους φτωχούς, καλούς, λαϊκούς ήρωες του Κόου (όπως  έγραφε καλύτερα από μένα η Σώτη Τριανταφύλλου στην εισαγωγή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!). Οι καλύτερές του, άλλωστε, στιγμές, είναι στα πιο πολιτικά του σχόλια. Βέβαια, ο Hornby πια δεν είναι ούτε φτωχός ούτε και ακριβώς λαϊκός – είναι όμως ο τυπάκος που βλέπει μπάλα, προσπαθεί να κόψει το κάπνισμα, ακούει μουσική και ζει σ’ένα χαοτικό διαμέρισμα με την οικογένειά του, και παράλληλα διαβάζει βουλιμικά από κλασική λογοτεχνία μέχρι βιβλία φίλων του. Είναι σχεδόν συγκινητική η σταθερή προσπάθειά του να δείξει πως δεν είναι ανάγκη να’σαι της κουλτούρας για να διαβάζεις, και το χιούμορ του είναι δεδομένο. Όμως, μια μηνιαία στήλη που διαβάζεται πηχτά σε βιβλίο ενίοτε κουράζει – τα αστεία επαναλαμβάνονται, το νόημα το πιάσαμε. Εντούτοις, τον Hornby τον συμπαθώ (ένας λόγος παραπάνω επειδή έχει αυτιστικό γιο), με κάνει να θέλω να βγω μαζί του για μπύρα, και τέλος.

Τον Auster τον αγόρασα στον Gare de l’Est, γιατί μου είχε τελειώσει το υλικό διαβάσματος (μαζί με το γιαπωνέζικο, το οποίο αγόρασα γιατί μετά από την καταπληκτική εβδομάδα με την C. οτιδήποτε γιαπωνέζικο είχε instant attraction factor και γιατί μετά την τρίτη εβδομάδα στο Παρίσι αποφάσισα πως, εντάξει, τα ψιλοθυμάμαι τα γαλλικά, έξι χρόνια στο σχολείο τζάμπα να πάνε, θα το διαβάσω. Το βιβλίο είναι, φυσικά, ακόμα στη βιβλιοθήκη, και προβλέπω να πηγαίνει άπατο). Τον Auster, λοιπόν, όπως έλεγα, τον αγόρασα γιατί κάτι μού θύμιζε το όνομα, και τον ξεπέταξα στο TGV (τεσσερισίμισι ωρίτσες). Χαριτωμένο, ο ήρωας αφού έχει ξεπεράσει σοβαρή ασθένεια και χωρίσει με τη γυναίκα του πηγαίνει να μείνει στο Μπρούκλυν, όπου επανασυνδέεται με τον -κάποτε ελπιδοφόρο- ανιψιό του και γνωρίζει πλήθος άλλων περίεργων χαρακτήρων στη γειτονιά. Μετά από χίλιες δυο δυσκολίες, οι γύρω γίνονται μελίσσι γύρω από τον ήρωα και ζουν αντισυμβατικά και happily ever after. Σαν ευχάριστη κομεντί που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη ή στο Σηάτλ δηλαδή, τι να λέμε τώρα, καταλάβαμε. Για το τρένο πάντως ΟΚ.

Τον Graham Greene τον αγαπώ πολύ. Διάβασα πέρσι τα The End of the Affair, The Quiet American και Our Man in Havana και μερικά ακόμη με περιμένουν στη βιβλιοθήκη μου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο πρώτα έχουν γίνει ταινία – ο Greene είναι πολύ κινηματογραφικός: έχει μυστήριο, σαρκαστικό χιούμορ, ανατροπές, διλήμματα, ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες σχέσεις, ήρωες μ’ελαττώματα. Και είναι και πολύ καλός γραφιάς, όπως είχε πει αγαπητό μου πρόσωπο. Αλλά αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι ο συγκρατημένος μισανθρωπισμός που έχει πάντα κάποιος από τους σχεδόν τακτοποιημένους, αλλά ποτέ τελείως fitting ήρωές του – ένας ήρωας, όμως, που στην πραγματικότητα αγαπά τους ανθρώπους. Ή μάλλον, αγαπά έναν άνθρωπο. Έτσι είναι και το Human Factor. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα, τα βιβλία του Greene τα κλείνω πάντα μ’αυτή τη λύπη και τη βαθιά εκτίμησή μου γι’αυτήν την αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία εντέλει είναι πολύ κοντά στη δική μου (καλό για μένα ως αναγνώστη του Greene, κακό για οποιαδήποτε άλλη χρήση).

Για το Orlando τα έγραψα.Το βιβλίο μού το είχε συστήσει πριν χρόνια αγαπημένη λεσβία φίλη (η Woolf είναι, βέβαια, icon στους φεμινιστικούς/λεσβιακούς λογιτεχνικούς κύκλους, κι αυτό το βιβλίο για το πλάσμα Orlando, που αλλάζει φύλο ανά τους αιώνες, ακόμα περισσότερο). Μπορεί η μητέρα της Vita Sackville-West (που ήταν σχεδόν σύντροφοι με τη συγγραφέα είναι και το πρότυπο για τον Ορλαντο) να βρήκε το βιβλίο παιδαριώδες, τελικά όμως δεν έχει σημασία για μένα ούτε για ποιον γράφτηκε το βιβλίο ούτε τι συμβολίζει. Η σπάνια γραφή της Woolf είναι πάντοτε διεισδυτική και τρυφερή, αλλά ακόμα περισσότερο ρέουσα και μελωδική – σαν ποίημα. Απολαυστικό ανάγνωσμα.

Μετά τη Woolf ήταν απαραίτητο ν’αλλάξω παραστάσεις, κι έτσι μετά το παραμύθι μού φάνηκε καλή η μαφία. Το Γόμορρα είναι αναλυτικό και λεπτομερειακό, κι έτσι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια εικόνα της μαφίας πέρα απ’τους σκοτωμούς και τις συμμορίες. Ιδίως τα κεφάλαια για τον έλεγχο των βιοτεχνιών που φτιάχνουν τα ρούχα για τις ακριβές φίρμες, τα σκουπίδια και τα ναρκωτικά είναι τρομακτικά, με την εξυπνάδα και την ευελιξία των μαφιόζων που βουλώνει τις τρύπες της φτώχιας και της γραφειοκρατίας του υποανάπτυκτου τμήματος της Ιταλίας  και φτιάχνει ένα σύστημα τεράστιο και δαιδαλώδες που δεν πιάνεται από πουθενά. Τρομερά ειρωνικό είναι, βέβαια, το κεφάλαιο που καταπιάνεται με την εικόνα της Μαφίας – όπου οι μαφιόζοι δεν αποτελούν την έμπνευση για τις ταινίες, παρά οι ταινίες είναι η έμπνευση για την εμφάνισή τους, κι έτσι ντύνονται σαν την Ούμα στο Kill Bill ή τον Νeo στο Matrix (και δεν γίνεται να μη σου θυμίσουν μ’αυτή την έννοια τους εφήβους φτωχής γειτονιάς ή τους τριαντάρηδες τύπους που ασχολούνται με την τηλεόραση όλη μέρα). Το βιβλίο καταφέρνει να είναι ακριβές χωρίς να γίνεται ξερό, καθώς πάντοτε αναναμειγνύει τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των κατοίκων και του ίδιου του συγγραφέα σ’ένα τόπο που τους στερεί την οικογένειά τους, τους σκοτώνει βάναυσα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους αφαιρεί την ελπίδα ότι μπορούν να δουλέψουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από το Σύστημα. Εντούτοις, εκεί για μένα ήταν το πιο αδύναμο στοιχείο του βιβλίου. Είχα την αίσθηση όσο προχωρούσα το βιβλίο όχι τόσο ότι ρέπει προς το μελόδραμα, όσο ότι ο Σαβιάνο πρέπει να σκεφτόταν «μα πώς τα γράφω έτσι ο πούστης». Λίγο too much, δηλαδή. Παρά ταύτα, ενδιαφέρον βιβλίο και ανυπομονώ να δω επιτέλους και την ταινία.

Read Full Post »

The madding crowd

[The madding crowd, by victorf on flickr]

But while the country people suffered the extremity of want, and the trade of the country was at a standstill, London enjoyed a carnival of the utmost brilliancy. The Court was at Greenwich, and the new King seized the opportunity that his coronation gave him to curry favour with the citizens. He directed that the river, which was frozen to a depth of twenty feet and more for six or seven miles on either side, should be swept, decorated and given all the semblance of a park or pleasure ground, with arbours, mazes, alleys, drinking booths, etc. at his expense. For himself and the courtiers, he reserved a certain space immediately opposite the Palace gates; which, railed off from the public only by a silken rope, became at once the centre of the most brilliant society in England. Great statesmen, in their beards and ruffs, despatched affairs of state under the crimson awning of the Royal Pagoda. Soldiers planned the conquest of the Moor and the downfall of the Turk in striped arbours surmounted by plumes of ostrich feathers. Admirals strode up and down the narrow pathways, glass in hand, sweeping the horizon and telling stories of the north-west passage and the Spanish Armada. Lovers dallied upon divans spread with sables. Frozen roses fell in showers when the Queen and her ladies walked abroad. Coloured balloons hovered motionless in the air. Here and there burnt vast bonfires of cedar and oak wood, lavishly salted, so that the flames were of green, orange, and purple fire. But however fiercely they burnt, the heat was not enough to melt the ice which, though of singular transparency, was yet of the hardness of steel. So clear indeed was it that there could be seen, congealed at a depth of several feet, here a porpoise, there a flounder. Shoals of eels lay motionless in a trance, but whether their state was one of death or merely of suspended animation which the warmth would revive puzzled the philosophers. Near London Bridge, where the river had frozen to a depth of some twenty fathoms, a wrecked wherry boat was plainly visible, lying on the bed of the river where it had sunk last autumn, overladen with apples. The old bumboat woman, who was carrying her fruit to market on the Surrey side, sat there in her plaids and farthingales with her lap full of apples, for all the world as if she were about to serve a customer, though a certain blueness about the lips hinted the truth.

He called her a melon, a pineapple, an olive tree, an emerald, and a fox in the snow all in the space of three seconds; he did not know whether he had heard her, tasted her, seen her, or all three together.

The biographer is now faced with a difficulty which it is better perhaps to confess than to gloss over. Up to this point in telling the story of Orlando’s live, documents, both private and historical, have made it possible to fulfil the first duty of a biographer, which is to plod, without looking to right or left, in the indelible footprints of truth; unenticed by flowers;regardless of shade; on and on methodically till we fall plump into the grave and write finis on the tombstone above our heads.

She quickened her pace; she ran; she tripped; the tough heather roots flung her to the ground. Her ankle was broken. She could not rise. But there she lay content. The scent of the bog myrtle and the meadow-sweet was in her nostrils. The rooks’ hoarse laughter was in her ears. ‘I have found my mate,’ she murmured. ‘It is the moor. I am nature’s bride,’ she whispered, giving herself in rapture to the cold embraces of the grass as she lay folded in her cloak in the hollow by the pool. ‘Here will I lie.’ (A feather fell upon her brow.)

Upon this scene and orderly prospect the stars looked down, glittering, positive, hard, from a cloudless sky.

Orlando, a «writer’s holiday».
Ή, το πιο γοητευτικό, τρυφερό και ιριδίζον παραμύθι.
Ή το ιδανικό ανάγνωσμα για τις παγωμένες μέρες που περπατήσαμε πάνω στη λίμνη που κολυμπούσαμε το καλοκαίρι και την ημέρα με την κατακίτρινη ανατολή που έλιωσαν οι πάγοι και μαγνητισμένοι σταθήκαμε στον αέρα, στο λιβάδι έξω απ’ το εργαστήριο (σήμερα).

Read Full Post »