εδώ.
Αναρτήθηκε στις καθημερινά | Με ετικέτα blog, internet, πικρά, αστεία, εικόνες, Web | 1 σχόλιο »
Οι τελευταίες μέρες-εβδομάδες-μήνες:
Πρωινό ξύπνημα, λεωφορείο, δουλειά, μεσημεριανό ή σπορ, δουλειά, λεωφορείο, σπίτι, δύο ώρες ελεύθερο πρόγραμμα, ύπνος.
Σαββατοκύριακο, ξύπνημα, πρωινό, ελεύθερη ώρα, δουλειές, φίλοι και γνωστοί, στοχευμένη δράση (μουσείο, ποδήλατο, περίπατος), ελεύθερο πρόγραμμα, ύπνος.
Έχω την αίσθηση ότι σιγά-σιγά κάποιος μου βάζει το αναισθητικό που τρώνε τα ποντίκια καθημερινώς. Άλλωστε το λέει και το μπουκάλι: είναι κατάλληλο ως και για άλογα.
I have nothing to report.
Αναρτήθηκε στις καθημερινά | Με ετικέτα χειμώνας, αμήχανα, καθημερινά, oh-yes-its-PMS | 10 σχόλια »
Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας “για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα”.
Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.
Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν “επιφανειακή” – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, “με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.” Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.
Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.
Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.
Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.
Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι “αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο”. Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.
Συστήνεται.
Αναρτήθηκε στις mixpage, βιβλία | Με ετικέτα βιβλία, μνήμη, Kandel, neuro, science | 2 σχόλια »
Είναι μέρες τώρα που το περιτριγυρίζω, βρίσκεται ακριβώς δίπλα μου, του έχω πετάξει από πάνω τα ρούχα μου και κάνω ότι δεν το βλέπω. Αυτό που κάνω ότι δεν βλέπω είναι μία πολύ πικρή αίσθηση αποτυχίας.
Fail 1: οι καλύτεροί μας φίλοι, οι καλύτεροί μου φίλοι, έχουν φύγει από αυτό το μέρος που λέγεται Ζυρίχη. Δεν έφυγαν καν επειδή το ήθελαν – τους σκέφτομαι τώρα έναν-έναν. Έφυγαν γιατί τελείωσαν τις σπουδές τους, γιατί εν μέσω κρίσης δεν μπόρεσαν να βρουν δουλειά, δεν μπόρεσαν να προσπαθήσουν να βρουν δουλειά, κι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Ή να προσπαθήσουν να προσπαθήσουν στη χώρα τους. Με την εξαίρεση της Μ., κανένας δεν είναι χαρούμενος που έφυγε, και κανένας δεν είναι χαρούμενος εκεί που είναι τώρα. Fail. Αλλά σε κάθε περίπτωση – οι καλύτεροί μου φίλοι έφυγαν. Είναι οι άνθρωποι που αγαπούσα, με τους οποίους αισθανόμουν εύκολα. Απλά, εύκολα. Στην πρώτη αναχώρηση, της φίλης που έμενε σ’αυτό το σπίτι που μένουμε τώρα (κάποιος συμβολισμός θα υπάρχει σ’αυτό το “κάποιος πρέπει να φύγει, για να έρθει κάποιος άλλος στη θέση του”, αλλά μου φαίνεται πολύ φτηνός και πολύ χαρούμενος για τη διάθεσή μου), κλαίγαμε κι οι δύο στη γωνία του δρόμου, και μετά γύρισα κι εγώ στο σπίτι του φίλου μου κι έκλαιγα κι εγώ, ενώ με παρηγορούσε, “οι άνθρωποι φεύγουν, πρέπει να το δεχτείς, έτσι είναι η ζωή”, τότε υπήρχε ακόμη η αφελής, η ασφαλής, η παιδική αίσθηση ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να έρχονται.Εσαεί. Στο μεταξύ έφυγαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι όταν έφυγε η Μ. ένα μήνα πριν, η καλύτερή μου φίλη εδώ, αποχαιρετηθήκαμε δυο δρόμους πιο πέρα από την πρώτη γωνία, αλλά εγώ δεν μπορούσα να χύσω ούτε ένα δάκρυ. Ούτε ένα. Βρήκα κάτι ανησυχητικό σ’αυτό, αλλά η πραγματικότητα ήταν πραγματικότητα. Το είχα δεχτεί, έτσι είναι η ζωή, αν και κάτι μου έλεγε ότι δεν ήθελα να είναι έτσι η δική μου ζωή. Πλέον. Υπάρχουν στιγμές με το Γ. που σκεφτόμαστε ότι μας λείπουν οι φίλοι μας, η Ε. και ο Α., κι η αίσθηση που έχω είναι μια αίσθηση τελεσίδικου. Συνεχίζω τις μέρες μου ούτε πάνω ούτε κάτω, παρά τελείως flat.Σαν γραμμή σε καρδιογράφημα, πώς να στο πω;
Fail 2: η κατάσταση στη δουλειά δεν είναι καλή. Η δουλειά μου εντάξει, ας πούμε ότι πάει σχετικά ΟΚ, έτσι είναι το διδακτορικό, σέρνεσαι και μπουσουλάς και περνάς τον περισσότερο καιρό σου κάνοντας πράγματα που δεν μοιάζουν ούτε δημιουργικά ούτε καινούρια, και μετά έρχεται μια καλή στιγμή ή μια καλή ιδέα που την πιάνεις απ’τα μαλλιά και την καβαλάς μέχρι, ελπίζουμε, τη διατριβή σου. Αλλά δεν ειν’αυτό το πρόβλημά μου. Τσακωθήκαμε με τον πιο στενό μου συνεργάτη, τον μοναδικό μου συνεργάτη, για την ακρίβεια, και δεν ήταν καν τσακωμός, ήταν ειλικρινής δήλωση ενόχλησης από μέρους μου, η οποία φούσκωσε και γράφτηκε και ερμηνεύτηκε-με άμεσο αποτέλεσμα αυτόν στο εργαστήριο, εμένα στο γραφείο, και σταθερά, συνεχή και αδιαπέραστα μούτρα. Με πεθαίνουν τα μούτρα. Δεν είμαι αισιόδοξη για την κατάσταση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχω δίκιο, το πρόβλημα είναι μόνιμο εδώ και ένα χρόνο, υποψιάζομαι ότι υπάρχει πολιτισμικό κενό, δεν θέλω να υπάρχουν θέματα, δεν πάω στη δουλειά για να υπάρχουν θέματα (αν κι αυτό είναι παιδικό, πώς να μην υπάρχουν θέματα με κάποιον με τον οποίο δουλεύεις μαζί οχτώ ώρες τη μέρα;), όταν υπάρχουν θέλω να συζητούνται σύντομα μια και καλή και μετά να λήγουν. Οι Ελβετοί (δηλώνω ένοχη τρομερής γενίκευσης, αλλά είναι κάπως έτσι) δεν μπορούν τις ευθείς συζητήσεις. Με σκοτώνουν τόσο πολύ τα μούτρα που θα ήμουν έτοιμη αυτή τη στιγμή να δηλώσω μετάνοια για οτιδήποτε έχει γίνει και θα γίνει ώσπου να γίνουν στάχτη τα κόκκαλά μας, θα συνεργαστούμε με όποιους όρους και συνθήκες θέλεις εσύ, μόνο να μην έχουμε αυτή την κατάσταση, που τη θυμάμαι το πρωί με το που ξυπνάω, νιώθω ένα “πουφ!” και περνάω όλη την ημέρα ξεφούσκωτη και καμπουριασμένη. Φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να γίνει, πρέπει να συνεργαζόμαστε με λογικούς όρους. Αυτό θα οδηγήσει στο να μη συνεργαζόμαστε καθόλου, να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του – το οποίο φυσικά θα έχει επιπτώσεις στη δουλειά και των δύο. Αλλά έστω – αρκεί να μην υπάρχουν αυτά τα μούτρα.
Fail 3 (το μεγάλο βραβείο): το έχω μάλλον ξαναγράψει, δεν έχω αίσθηση του χιούμορ (στην καθημερινή ζωή έχω, αλλά όχι Για Τη Ζωή), αλλά δεν αντέχω με τίποτα τη γελοιότητα. Το ξέρω ότι τα παραπάνω δεν είναι τί-πο-τα, ότι είμαι, πώς να το πω, another brick in the wall. Κι έτσι ακούω τον εκφωνητή στο κεφάλι μου να λέει στο τρέιλερ “η χχχχ είχε φαινομενικά την τέλεια ζωή: νέα, γοητευτική, μία όμορφη σχέση με το φίλο της [ο οποίος, μπλα μπλα], το διδακτορικό της [εδώ μπλα μπλα], στην Ελβετία [μπλα μπλα]. Και όμως, [μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα]“. Μα πόσο γελοίος μπορείς να γίνεις; Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να κάνω όλα τα σωστά πράγματα για μένα. Να κοιμάσαι καλά, πρόσεχε τον εαυτό σου, φτιάξε τα μαλλιά σου, τρώγε υγιεινά, κάνε σπορ, διάβαζε τα βιβλία σου, ψώνισε κάτι όμορφο. Μπλα μπλα. Την καταβάλλω τη ρημαδοπροσπάθεια, μπλα μπλα, αλλά η αλήθεια είναι πως νιώθω ήδη τόσο κουρασμένη από τα fail 1, fail 2, κι ο εαυτός μου μου φαίνεται αρκετά βαρύ και βαρετό ταυτόχρονα φορτίο, κι ειλικρινά, προτιμώ να κάνω Αυτά Που Έχω Αποφασίσει Ότι Πρέπει και να τον βλέπω όσο το δυνατόν λιγότερο. Δεν είναι ότι δεν έχω όνειρα και σχέδια και απόψεις κι όλα, κι απ’αυτή την άποψη δεν είμαι σαν πέρσι, ας πούμε. Αλλά αυτή η πικρή γεύση της αποτυχίας παραμένει, κι αυτή η ερώτηση, “πώς την έχεις δει, ρε πουλάκι μου, κάθε χρόνο τα ίδια θα’χουμε;” κάθεται από πάνω στο λαιμό και δεν κατεβαίνει-με-τί-πο-τα.
Αυτή η μακρά δήλωση ξινίλας έρχεται να προστεθεί ως ακόμη ένα μαργαριτάρι στο κολιέ του τι αποτελεί αυτό το μπλογκ τους τελευταίους μήνες, κι αυτό μου δημιουργεί την ήδη γνωστή πικρή αίσθηση μπλα μπλα, αλλά το έγραψα και θα το δημοσιεύσω, γιατί δεν μπορώ συνεχώς να παριστάνω ότι δεν το βλέπω.
Αυτά.
Αναρτήθηκε στις καθημερινά | Με ετικέτα φθινόπωρο, δύσκολοι αποχαιρετισμοί, εσύ, λυπημένα, οι φίλοι μου | 5 σχόλια »
Μία καλή μέρα απαρτίζεται από:
1. ένα καλό ξύπνημα.
2. ένα καλό ξεκίνημα βιβλίου (του Dance Dance Dance) μέσα στο λεωφορείο.
3. δουλειά σε φυσιολογικούς ρυθμούς, και το νέο ότι βοήθησα να λυθεί ένα μεγάλο πρόβλημα.
4. επίπονο στρέτσινγκ
5. το νέο ότι άνοιξε μπουτίκ Ladurée στη Ζυρίχη.
6. σύντομο τσατ με την C., η οποία είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που στην ανακοίνωση του 5 απαντά με “OMG!!!”
7. μια ντουζίνα μακαρόν από το 5, και, λόγω και της επετείου που πληροφορήθηκα χθες, κάτι αφρώδες (ε, ναι, δεν πήρα και Sekt, ή το κάνεις ή δεν το κάνεις. “Τα λεφτά είναι για μία ανάγκη και για ένα καπρίτσιο.”)
Την ημέρα που επέστρεφε η Α. στο Παρίσι και θα της δίναμε τα κλειδιά του διαμερίσματος στο οποίο είχαμε μείνει μια ολόκληρη βδομάδα, αποφασίσαμε με την C. να μείνουμε στη γειτονιά. Το σχέδιό μας ήταν να πάμε στο Père Lachaise. Σταματήσαμε σ’ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε είδη από πάπια, μερικά ψωμιά, λίγα φαγητά και γλυκά. Δεν ξέρω πώς συνεννοηθήκαμε με την φιλική κυρία στον πάγκο, πάντως φύγαμε με δύο πακέτα φαγητό και μία μεγάλη crème brûlée. Πεινούσαμε πολύ κι είχε, όπως όλες εκείνες τις μέρες, πολύ κρύο, κι έτσι λίγο μετά την είσοδο βρήκαμε ένα παγκάκι και καθίσαμε με τα φαγητά μας. Ήταν μάλλον το περιβάλλον που μετέβαλε μία συζήτηση για τ’αγαπημένα μας φαγητά στο τι θα θέλαμε να φάμε πριν πεθάνουμε. Η C. ένα απλό ωμό ψάρι, και νομίζει όχι γλυκό. Εγώ κοτόσουπα με αυγολέμονο όπως την έκανε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, και τάρτα λεμόνι. Και μετά μιλούσαμε για την ασθένεια του πατέρα της C. όταν ήταν παιδί, στους γονείς μας, στο μέλλον, στους παιδικούς μας φίλους…Το νεκροταφείο δεν το επισκεφτήκαμε, βέβαια, ποτέ.
Τα μακαρόν δεν είναι γλυκό ζωής και αναμνήσεων κι αγάπης. Το ευαίσθητο κέλυφος από αμυγδαλόσκονη και μαρέγκα που σπάει με το που το αγγίζεις με τα δόντια σου και η λίγο κρύα κρέμα που διασχίζεις, η μαλακή μάζα που ελάχιστα μασάς πριν καταπιείς, είναι το σύντομο ιριδίζον πυροτέχνημα σαν αυτό που έσκασε στο μυαλό του αδελφού του Ratatouille, η γλυκύτητα, το χαριτωμένο, το κοριτσίστικο…το καπρίτσιο.
Αυτά τα μακαρόν είναι είδος ενδημικό στο Παρίσι, και φυσικά αντικείμενο λατρείας των Ιαπώνων. Τα παριζιάνικα καταστήματα Ladurée έχουν πάντοτε υπάλληλο που μιλά ιαπωνικά και καταστήματα Ladurée, του αγαπημένου (μου) Pierre Hermé και του ταλαντούχου Sadaharu Aoki υπάρχουν στο Τόκυο.
Φυσικά το κοριτσίστικο, το γαλλικό, το ιαπωνικό, θυμίζουν αμέσως τη Σοφία Κόππολα, η οποία σκηνοθέτησε το πολύ κοριτσίστικο και χαρούμενο διαφημιστικό για το άρωμα Miss Dior Chérie, που εκτυλίσσεται στο Παρίσι, είναι ροζ, και όπου-τι άλλο;-η πρωταγωνίστρια αγοράζει μακαρόν από τη Ladurée.
Αρκετά με τη σοβαρότητα για λίγες ημέρες.
Δεχόμεθα παραγγελίες για φαγώσιμα πυροτεχνήματα για τα Χριστούγεννα – πληροφορίες εντός.
Αναρτήθηκε στις καθημερινά, μαγειρική-ζαχαροπλαστική | Με ετικέτα girlie, ροζ-αφόρητο-ροζ, φθινόπωρο, χαρούμενα, χειμώνας, βίντεο, μακαρόν, οι φίλοι μου | 2 σχόλια »
Βιβλία κατά της φθινοπωρινής μελαγχολίας:
- Eric Kandel, In Search of Memory. Η αυτοβιογραφία του Εβραίου…χμ…νευροεπιστήμονα(;) νομπελίστα (Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας 2000) που εργάζεται στη μνήμη. Είδα μία ομιλία του Κandel πριν λίγο καιρό. Ο ογδοντάχρονος (αν δεν το έλεγε δε θα το πίστευα) Νεοϋορκέζος Εβραίος επιστήμονας με το παπιγιόν και τις τιράντες μου έκανε μεγάλη εντύπωση με τη ζωντάνια, το χιούμορ του, τις γνώσεις του στη μουσική και την ολοφάνερη αγάπη στην-παρούσα-γυναίκα του. Τους φαντάζομαι σ’ένα σαλόνι-γραφείο γεμάτο βιβλία. Άκουσα καλά λόγια για το βιβλίο, το θέμα, δε χρειάζεται να το πω, με κατατρέχει, ανυπομονώ.
- Haruki Murakami, Dance Dance Dance. Είχα πει ότι δε θα ξαναδιαβάσω Μουρακάμι, αλλά λίγο που ήταν στο βιβλιοπωλείο δίπλα στη Munro που τη λατρεύω αλλά δεν μπορώ ν’αντιμετωπίσω τώρα, λίγο που ήθελα κάτι φυσιολογικό, ελαφρύ, γρήγορο, σουρεαλιστικό, συγκινητικό; Η επιλογή ήταν μπροστά μου.
- Barack Obama, The Audacity of Hope. Άργησα, αλλά I need to know.
- Nick Hornby, How to Be Good. Συγγραφέας και τίτλος προδιαθέτουν για χαρά.
Πριν μία εβδομάδα έφυγε ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα στο πανεπιστήμιο, η πρώτη, και μια απ’τις καλύτερες, φίλες μου εδώ. Γεννημένη εδώ από Ισπανούς γονείς, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να πάει για διδακτορικό στην Ισπανία.
Χτες το μεσημέρι έφυγε ένας φίλος που γνωρίσαμε πρόσφατα. Το υπέρτατο geek εξωτερικά, ένας πολύ έξυπνος, ταλαντούχος και ευαίσθητος άνθρωπος. Αφού τον έλιωσαν στο εργαστήριο που δούλευε, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Σύντομα θα πάει στρατό.
Συνεχίζεις όμως. Alors.
[δεν έχω καμία όρεξη και καμία έμπνευση να γράφω. είναι εμφανές νομίζω. γιατί; δεν ξέρω. υποψιάζομαι όμως.]
Αναρτήθηκε στις βιβλία, καθημερινά | Με ετικέτα φθινόπωρο, βιβλία, δύσκολοι αποχαιρετισμοί, οι φίλοι μου, οι άλλοι | 5 σχόλια »
Είναι δύο – όχι, τρεις – οι πιο λυπητερές ώρες του χειμώνα.
Η μία είναι το Σάββατο το απόγευμα – μετά το ξύπνημα, τα ψώνια της ημέρας στο σούπερ μάρκετ, το καθυστερημένο μεσημεριανό. Είναι η ώρα που κάποιος στο σπίτι κοιμάται και στο μπάνιο ο ήλιος φωτίζει άσκοπα το νιπτήρα. Άσκοπα, γιατί εσύ δεν είσαι έξω, κι η μικρή μέρα σύντομα θα τελειώσει.
Οι άλλες δεν έχουν σημασία.
Με τέσσερις βαθμούς πια μες στη μέρα και παγωμένη άσφαλτο, εδώ ο χειμώνας έχει έρθει. Είναι όμορφα μέσα στη μέρα, όταν ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και κάνει κρύο, και το απόγευμα, όταν το φως γίνεται κίτρινο. Η Ε. λέει ότι στον αέρα μυρίζει χιόνι. Μάλλον έχει δίκιο. Φέτος πρέπει να πηγαίνουμε στα βουνά τα Σαββατοκύριακα – ψηλότερα απ’την ομίχλη.
Προς το παρόν, το πρόγραμμα έχει για σήμερα:
The dog days are over
The dog days are done
The horses are coming
So you better run
Yes, ladies and gentlemen – they’re Florence and the Machine!
[Οκτώβριος-Νοέμβριος: οι μήνες των συναυλιών. Thank God for that.]
Αναρτήθηκε στις καθημερινά, στιγμές | Με ετικέτα στιγμές, φωτό, φθινόπωρο, χειμώνας, καθημερινά, λυπημένα, μουσική | Leave a Comment »
Σήμερα μου έγραψε το Αερικό, είχα να απαντήσω σε μέιλ τρεις μήνες. Αρχίζω να αποκτώ μεγάλο πρόβλημα με το χρόνο μου. Χμουφχ. Και δεν έχω καν πολλή-πολλή δουλειά – απλα πολλή δουλειά. (το πολλή-πολλή μου θυμίζει επικίνδυνα τη Γούπι Γκόλντμπεργκ και την υπόθεση Πολάνσκι – τι απογοήτευση από τον Τέρυ Γκίλιαμ!)
Διαπιστώσεις: δύο χρόνια από τότε που έφτιαχνα την εργασιακή ρουτίνα μου στο κέντρο της πόλης, ενάμισης χρόνος από τότε που την άφησα, σήμερα δεν ήξερα ούτε πού είναι τα ποτήρια. Η μικρή των δύο ετών πριν είναι μία αγαπημένη άλλη. Ως και η διαρρύθμιση του σούπερ μάρκετ άλλαξε.
Ημερίδα για το μέλλον μετά το διδακτορικό. Μου έκαναν εντύπωση: πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες συμφώνησαν ότι η εμπειρία σε άλλη χώρα, ει δυνατόν και σε άλλη ήπειρο, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αν αυτό δεν γίνεται, σε άλλο αντικείμενο. Φίλε μου, στην Ελλάδα ήξερα μόνο ένα καθηγητή που είχε αλλάξει αντικείμενο, και δεν ξέρω αν ήταν με τη θέλησή του. Το επιχείρημα; Την πρώτη φορά μπορεί να ήσουν τυχερός, σ’έναν άλλο τομέα δύσκολα. Επαγγελματίες δεν ήταν αρνητικοί όχι μόνο απέναντι στο διδακτορικό, αλλά και σε post-doc – κι αυτό όχι μόνο στην big pharma. Ο επαγγελματίας που μπορεί να κινηθεί από τον πανεπιστημιακό στον επαγγελματικό χώρο κι αντιστρόφως. Αλλά πάλι, η αγορά της Ελβετίας είναι διαφορετική από ό,τι των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών. Εξακολουθώ να φοβάμαι το overqualification.
το post snippet – εσάνς του τίτλου “σημειώσεις” [θα το βλέπω σε δέκα χρόνια και θα γελάω;]
Έχω κλείσει ενάμιση χρόνο στο διδακτορικό – είμαι λοιπόν πριν από τη μέση. Τι σκέφτομαι; Εξακολουθώ να πιστεύω, όπως στην αρχή των σπουδών μου, ότι μάλλον είμαι για τη βιομηχανία, ιδανικά κάπου που να μπορώ να κάνω έρευνα. Προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο τη βασική έρευνα τα τελευταία χρόνια, το engineering εξακολουθεί να μου έχει δώσει τις μεγαλύτερες χαρές. Δεν ξέρω αν είναι χαρακτήρας ή το priming πολυετούς πολυτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά η ικανοποίηση του να σκέφτεσαι και να φτιάχνεις κάτι για μένα ξεπερνά τη χαρά της ανακάλυψης. Δεν μπορώ να φανταστώ να χαράσσω ερευνητική πορεία και να θέτω ερωτήματα που ζητούν απάντηση για ανθρώπους πέρα από μένα. Δεν μπορώ να με φανταστώ να έχω ομάδα – ίσως είναι και λόγω έλλειψης εμπειρίας. Δεν ξέρω να διοικώ κόσμο. Μ’αρέσουν τα πρότζεκτ με ημερομηνία λήξης, μ’αρέσει να δουλεύω ανεξάρτητα, έχει τεράστια σημασία για μένα να νιώθω ότι κάνω κάτι που αξίζει. Μ’αρέσουν οι άνθρωποι και μπορώ να έχω πολύ καλές σχέσεις με τους συνεργάτες μου, ακόμη και με επιθετικούς ή δύσκολους ανθρώπους, αλλά όχι με κυκλοθυμικούς – μου διαλύουν το στομάχι. Δε με πειράζει να είμαι μπροστά σ’έναν υπολογιστή όλη μέρα. Δεν ξέρω αν κάποτε θα προτιμώ να προγραμματίζω ή να μανατζάρω.
Camera Obscura: το Abart πρέπει πραγματικά να κλείσει – δύο στα δύο φρικτός ήχος, τεράστια καθυστέρηση εμφάνισης του support, πενηντάλεπτο κενό πριν το main act, για να γίνει sound check (γιατί; γιατί εκείνη την ώρα, με το κοινό να περιμένει;), τρομερά νεύρα από τους καλλιτέχνες. Πέρσι αφήσαμε τις ladytron μετά από τρία τραγούδια – φέτος είδαμε τα ίδια με τους camera obscura και σκεφτόμαστε ότι ίσως να μην φταίγανε αυτές. Τέλος πάντων, καλά έπαιξαν, αν και το βλέμμα της μέδουσας της τραγουδίστριας το είχα δει τελευταία φορά στη συγχωρεμένη τη θεία μου – όποιος το’χει αντικρίσει δεν το’χει ξεχάσει. Γιατί, ρε παδιά; Αν δεν είστε σε θέση να διοργανώσετε μια συναυλία με στοιχειώδη επαγγελματισμό, γιατί δεν το αφήνετε το σπορ;
Αναρτήθηκε στις καθημερινά | Με ετικέτα Camera Obscura, πανεπιστημιακά, αδιάφορα, γκρίνια, καθημερινά, μουσική | Leave a Comment »
Το απόγευμα που περάσαμε στο Île d’Orléans, εγώ κι ο Ιταλός -έκπληξη του ταξιδιού Μ. μαγευτήκαμε. Μαγευτήκαμε – αυτό είναι που στις παλιές ιστορίες οι επισκέπτες βλέπουν τα ξωτικά να τους παίρνουν απ’το χέρι, τα πλάσματα του δάσους να τους χαμογελούν, την ευτυχία να τους κοιτά κατάματα.
Είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Κεμπέκ – εξήντα επτά χιλιόμετρα περικυκλώνουν το νησί – έξι χωριά. Ξύλινα σπίτια με βεράντα που ξέρουμε απ’τα παιδικά βιβλία, κήποι, θέα, ένα ηλικιωμένο γελαστό ζευγάρι, το κίτρινο σχολικό, αχυρώνες, κολοκυθιές, μηλιές, πωλείται μηλίτης με ξύλινο σήμα μήλου ζωγραφισμένο στο χέρι, σήμα “οδηγοί προσοχή, θα μπορούσε να είναι το δικό σας παιδί” και ζωγραφισμένο ένα ξαπλωμένο κορίτσι με σορτσάκι και αίμα, μύδια.
Κάνουμε τα εξήντα εφτά υπέροχα χιλιόμετρα, σκέφτομαι “σταμάτα, πια, S., να μιλάς”, και “γιατί τελείωσε η μπαταρία από τη μηχανή μου;” Απελπίζομαι. Και μετά κάνουμε οι τέσσερίς μας όνειρα: θα αγοράσουμε ένα σπίτι, θα το κάνουμε εστιατόριο – ο Μ. θα φτιάχνει τα φαγητά, εγώ τα γλυκά, ο F. θα καλλιεργεί κι η S. θα κάνει (φυσικά) τις δημόσιες σχέσεις. Θα ζούμε εκεί με τους αγαπημένους μας. Στο μυαλό μας ίσως είναι, κατά σειρά: “θα περπατάω, θα φωτογραφίζω και θα γράφω/θα κοιτάω απ’το παράθυρό μου και θα γράφω/θα οδηγώ το τρακτέρ σαν τον πατέρα μου/θα οδηγώ στην πόλη, θα μιλάω και θα γελάω με γνωστούς”.
Το ίδιο βράδυ, ο Μ. έχει βρει ένα περιοδικό με σπίτια στην περιοχή. “Για σκέψου – ένα σπίτι με κήπο στο νησί κάνει μόλις 150000 καναδικά δολάρια!” Εγώ κοιτάω φωτογραφίες στο flickr που με κλονίζουν και με γοητεύουν – ο St.Lawrence το χειμώνα παγώνει! Οι δύο Ελβετοί έχουν ήδη αρχίσει να προβληματίζονται: μα τι έχετε πάθει μ’αυτό το νησί;
Την άλλη μέρα, όπως είναι αναμενόμενο με τους ξαφνικούς και σαρωτικούς έρωτες, ο Μ. κι εγώ ξυπνάμε στις εξίμισι, πλενόμαστε, και νηστικοί βάζουμε μπροστά για το νησί. Βλέπουμε: το σχολικό που γυρνάει γύρω-γύρω το νησί. Τους κατοίκους που περνούν τη γέφυρα για το Κεμπέκ. Και μετά: τίποτα. Είμαστε μόνοι μας στο δρόμο. Τραβάμε φωτογραφίες. Ο Μ. οδηγεί, πού και πού λέω “σταμάτα” ή δε λέμε τίποτα. Πατάει φρένο, και σταματάμε. Και παίρνουμε φωτογραφίες. Για πέντε, δέκα λεπτά. “Εντάξει.” Και συνεχίζουμε. Σφενδαμιές, το ποτάμι, οι πυλώνες μακριά, οι ουρανοξύστες του Κεμπέκ, οι αχτίδες που διαπερνούν τα σύννεφα, ησυχία, τα σπίτια, κολοκυθιές, τα σήματα. Σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα-σταμάτα. Η ώρα έχει περάσει, πρέπει να γυρίσουμε. Τώρα πρέπει να βρούμε τον έναν από τους δύο δρόμους που διασχίζει το μακρόστενο νησί. Τώρα, τώρα. Εδώ. Στρίψε. Τι έχει αυτό το νησί στη μέση; Τίποτα. Εκτάσεις. Ησυχία. Χορτάρι. Το χορτάρι δεν είναι τίποτα. Ανοίγω την πόρτα, και το πόδι μου βυθίζεται. Το σπίτι μου. Θα κοιτάω απ’το παράθυρο και θα γράφω. Ήδη ακούω το μολύβι. Τακ, τακ, τακ. Θα είμαι θυμωμένη, γιατί δε θα μου έρχεται να γράψω. Θα πηγαίνω να φτιάξω τσάι. Θα πηγαίνω στην τουαλέτα. Τακ, τακ, τακ. Τακ. Θα οδηγώ και θα χαζεύω τα ξύλινα σήματα των μήλων. Θα υπάρχει κάπου ένα ξενοδοχείο μ’ένα μεγάλο κρεβάτι με λευκά σεντόνια, όπου εγώ κι εσύ θα κάνουμε έρωτα.
Εδώ.
Αναρτήθηκε στις ιστορίες, στιγμές, ταξίδια | Με ετικέτα Île d'Orléans, το μέλλον, φωτό, χαρούμενα, Καναδάς, εγώ, εικόνες, οι άλλοι | 4 σχόλια »




