Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

ver

[σκόρπιες σημειώσεις]

Διαβάζω τον Υπνοβάτη της Καραπάνου, ήταν σπουδαία συγγραφέας, ανακαλύψαμε τη Λένα Πλάτωνος πρόσφατα, η Μαργαρίτα Καραπάνου κι η Λένα Πλάτωνος έχουνε γίνει στο μυαλό μου ένα.

Να μαζεύω τα βιβλία στην Αθήνα και να θυμάμαι τόσο λίγα απ’αυτά, τόσες λέξεις χαμένες.

Είδαμε ξανά το Μίλα Της, για πρώτη φορά το Volver, τις Ραγισμένες Αγκαλιές. Είναι μεγάλος σκηνοθέτης ο Αλμοδόβαρ, για πρώτη φορά πρόσεξα τα πεντακάθαρα πλάνα του, τις γραμμές στα δύο τρίτα, τα έντονα χρώματα, το τίποτε-περιττό. Ίσως παραμένουν στη θέση των αγαπημένων μου ταινιών του η Καυτή Σάρκα (θέλω να υποφέρεις όπως υπέφερα εγώ) και το Μίλα Της, όμως οι Ραγισμένες Αγκαλιές μου άρεσαν πάρα πολύ. ‘Ηταν η πρώτη φορά που είδα σε ταινία του τη βία σε βάρος των αγαπημένων γυναικών του, τότε που συμβαίνει, πριν ξεπλυθεί με το χιούμορ. Σκέφτομαι πώς και στις τρεις αυτές ταινίες εμφανίζονται με τη σειρά ο χορός, το τραγούδι, το σινεμά, σαν σύμβολα της ιστορίας και των ηρώων. Και ταυτόχρονα πόσο ειρωνικό είναι στις Ραγισμένες Αγκαλιές που για πρώτη φορά βλέπουμε την “σωστή” ταινία του, για την οποία τόσον καιρό ξέραμε τα γυρίσματα και την τραγική ιστορία του σκηνοθέτη και της πρωταγωνίστριάς του. Και στο τέλος της τραγικής αυτής τελευταίας του ταινίας, βλέπουμε μια ανέμελη Έλενα πάνω στις πατερίτσες της, τις ίδιες μέρες που υπέφερε. Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι ο Αλμοδόβαρ έκανε κάποτε ταινίες παρόμοιες με το “Κορίτσια και Βαλίτσες”, και ότι η (υπέροχη) Κρουθ είπε σε συνέντευξή της που διάβασα χθες ότι γι’αυτήν έχει σημασία η περίοδος που προετοιμάζει το ρόλο – και τα γυρίσματα.

maps

Το πιο ωραίο
είναι να βλέπεις τους χάρτες
μ’αυτό το ήρεμο γαλάζιο χρώμα και τις οροσειρές σαν φτιαγμένες από άμμο, με τα νησάκια και την Κεντρική Αμερική να κρατά τη Νότια σα χεράκι, σαν να κρατάει τη φιγούρα του Καραγκιόζη.

Από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που έχω από τον πατέρα μου είναι να απλώνει το χάρτη στο τραπέζι της κουζίνας και να με ρωτάει “Πού είναι η Πρέβεζα; Πού είναι η Φλώρινα; Πού είναι η Φολέγανδρος;” κι εγώ να ψάχνω με το δάχτυλο. Του άρεσαν από παιδί τα ταξίδια, κι έτσι κι εμένα, ένα οξύμωρο από έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν οδηγεί (και που κάποτε ευχαριστιόταν να πλένει με τον πατέρα του τ’αυτοκίνητο τα νεκρά παιδικά καλοκαιρινά μεσημέρια και μετά να τρώνε καρπούζι απ’το ψυγείο).

Ονειρεύομαι να πέφτουν τα νησάκια, να μαζεύονται τα βουνά, ονειρεύομαι θάλασσες και πόλεις. Ονειρεύομαι αυτό το βιβλίο. Ονειρεύομαι άτλαντες του National Geographic και χάρτες σιδηροδρομικούς. Ονειρεύομαι να πάω παντού.


View Larger Map

The telegraph gave us hope
Before was the silence and the panic it brought
The sky was the blankest sheet
We drew lines upon it
so our thoughts could meet
through cables black and cold
we carry our intentions to bridge
and bring home
would it all be so clear
if the lines were erased
and the silence restored?

Boys of today write lines on walls
in the streets at night
in suburbans of cities with no name
is this destruction or just quiet protest
against loneliness

the car go lights in our lamps
they’re weight is so heavy
and this is all we know
our message will need a ship
to travel across oceans
that can’t otherwise be crossed

it undulates on the waves
and cautions the water so we can be safe
it undulates on the waves
then cautions the water so we can be safe

Kings of Convenience, My Ship Isn’t Pretty

[ίσως πιο πολύ μου άρεσαν οι προηγούμενοι δίσκοι τους, με τους άμεσους στίχους τους, αλλά και πάλι οι KOC έχουν αυτό το ταλέντο να μιλούν τόσο απλά για τόσο δύσκολα πράγματα]


Αποφάσισα:
να βλέπω την Ελλάδα σαν ξένη χώρα.

Μου προσέφερε ήρεμες στιγμές καθώς συνεννοούμουν(;) την Παρασκευή για θέματα σύνταξης και ασφάλισης.

Ο ηλεκτρικός σταμάτησε στην Καλλιθέα, αγόρασα μανταρίνια, μπήκα στο λεωφορείο, άκουγα δύο αμερικανίδες φοιτήτριες να λένε “I don’t like Vassiliki, she gossips so much.” Νεραντζιές, πόσες νεραντζιές! Με το βιβλίο της Εύης Βουτσινά μες στη σακούλα, αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν κόβει τόσα νεράντζια να τα κάνει γλυκό, το μάτι σου χάνεται στα νεράντζια. (Λίγο πριν σταματήσουμε, με μπλε σπρέι στον τοίχο “Ζω κι αναπνέω να σε δω πρωθυπουργό/Ντόρα βασίλισσά μου”). Έκοψα ένα-δυο όταν κατέβηκα.

Hace buen tiempo.

solstice (not too late)

thank you 2006

Πίστεψέ με – ισχυρίζομαι ότι ήδη από σήμερα, από χτες το βράδυ, μυρίζει άνοιξη. Είναι θαμμένη κάτω απ’το χιόνι και το κρύο, που θα χειροτερέψει τους επόμενους μήνες – αλλά θα τη βρεις στον αέρα και δίπλα στο ποτάμι. Οι τρεις χειρότεροι μήνες του χρόνου έχουν τελειώσει, η μέρα με τη μέρα που μικραίνει έχει τελειώσει.

[όταν περπατάω δίπλα στο ποτάμι, κινείται ένα σύννεφο στ'αριστερά μου. έχει μέσα του φως και γρασίδι, παίζουμε φρίζμπι, μυρίζει η υγρασία, δειλά ώσπου να πέσει ο ήλιος, έχει καινούρια λευκά δέρματα, έχει αγόρια και κορίτσια, έχει μια έτοιμη υπόσχεση ευτυχίας.]

Πέρσι ήθελα μια χρονιά λιγότερο γεμάτη. Κι αυτό που ήθελα, το πήρα.

Ήταν ένας χρόνος με πάρα πολλά ταξίδια (Παρίσι, Ιαπωνία, Μόναχο, Ελλάδα, Λονδίνο, Καναδάς, Βουλγαρία), κι όμως πάρα πολλή εσωστρέφεια (σαράντα τέσσερα βιβλία, ελάχιστη μουσική, ελάχιστες ταινίες, πολλές φωτογραφίες που περιμένουν να ειδωθούν). Δεν ήταν κακή χρονιά, κάθε άλλο. Δεν είχα, όμως, στ’αλήθεια, τίποτε να πω και τίποτε ν’ακούσω. Χώνευα. Το συναισθηματικό αυτό hiatus νιώθω πως φτάνει, επιτέλους, στο τέλος του.

Φέτος, λοιπόν, θέλω να ξαναβγώ στον κόσμο.

[εντάξει, γράψτο επιτέλους αυτό το ποστ, γιατί δυσκολεύεσαι τόσο;]

Καλή χρονιά.

πού πας, καραβάκι;

boat coming into the middle of my photo

Ήμουν στο γραφείο σήμερα, ακούγοντας μία από τις εκπομπές (ποια, άραγε;) του Πάνου Μιχαήλ στο radiobubble.

Το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μου.

Ένα ευπρόσδεκτο ράγισμα.

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους
είσαι απο εκείνα τα παιδιά
που μέσα στο μυαλό τους έχουν
ένα σπασμένο πύργο ελέγχου
κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Πετάς κι εγώ μονάχα ξέρω
τι σ’ έχει κάνει να κρατάς
την πιο τρελή γραμμή πορείας
χωρίς μια ζώνη ασφαλείας
χωρίς να σκέφτεσαι πού πας

Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες μπαλαλάικες κι ένα μικρό βιολί
και τα διακόσια ενα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί

Bünzlis!

Die Schweiz verbietet den Bau von Minaretten.

Και όμως συνέβη! Με 57.5%, οι Ελβετοί πολίτες αποφάσισαν να υπερψηφίσουν την πρόταση απαγόρευσης των μιναρέδων στη χώρα. Οι υπάρχοντες μιναρέδες δεν θα γκρεμιστούν, όμως απαγορεύεται να χτιστούν άλλοι. Φυσικά, η γερμανόφωνη Ελβετία πρωτοστάτησε και πάλι σ’αυτή τη θλιβερή απόφαση, με το μεγαλύτερο ποσοστό υπέρ στο καντόνι Appenzeller Innerhoden (όπου το δικαίωμα ψήφου παραχωρήθηκε στις γυναίκες με δικαστική απόφαση μόλις το 1990). Κατά ψήφισαν μόνο το καντόνι της πόλης της Βασιλείας και τα γαλλόφωνα καντόνια της Γενεύης, του Βωντ και του Νεσατέλ.Είναι πολύ πιθανό ότι η απόφαση αυτή θα προσβληθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ βρίσκεται σε αντίθεση και με συνθήκες του ΟΗΕ.

Επίσης, σήμερα απορρίφθηκε η πρόταση απαγόρευσης των εξαγωγών ελβετικού πολεμικού υλικού με 68%. Τον συσχετισμό ας τον κάνει ο καθένας μόνος του.

Δεν είμαι θρήσκα, δεν έχω κανένα ενδιαφέρον για καμία θρησκεία – αλλά και κανένα πρόβλημα για όποιον η πίστη κάπου τον βοηθά να ορίσει ένα σύστημα αξιών και ηθικής. Η μονομερής απαγόρευση κτίσης λατρευτικών χώρων μίας συγκεκριμένης θρησκείας, όμως, είναι απαράδεκτη.

Λίγα χρόνια μόλις πριν θα είχα φουντώσει από το θυμό μου και τη στενοχώρια μου. Τώρα σκέφτομαι ήρεμα πως αυτή η βλαχοχώρα, αντιπαθής από την πρώτη στιγμή, γεμάτη με ρατσιστές απεχθών, αμόρφωτων, εύπορων στρωμάτων, με αφορά εξίσου λίγο όσο και πριν. Όταν σε λίγα χρόνια φύγω όπως ελπίζω, το μόνο που θα αφήσω πίσω μου είναι μία μεγαλοπρεπής, χορταστική μούντζα. Το πολυτεχνείο είναι το μόνο που θα γλιτώσει τα σκάγια.

Είμαι τυχερή που δεν είμαι μουσουλμάνα και που μπορώ να το βλέπω έτσι.

τη σκόνη

Τον τελευταίο καιρό μου είναι αδύνατον να στρέψω το βλέμμα μου προς τα έξω. Το πιο βαρετό δεν είναι η δουλειά, είναι οι ίντριγκες της δουλειάς, το unlimited self-importance. Βαριέμαι αφόρητα. Σήμερα σκεφτόμουν τον Ώστιν Πάουερς να φωνάζει, “Oh, behave!”"

[παρένθεση: καλή μου(sic), αυτή η λέμον πάι δεν τρώγεται. Έχεις ξεχάσει και να μαγειρεύεις.]

Στο μεταξύ: πηγαίνοντας σε μία ομιλία σήμερα το μεσημέρι, είδα ξαφνικά αυτό το φάσμα των ανθρώπων που είναι εκτός της “παραγωγικής διαδικασίας”, και που δεν βλέπω πια ποτέ – στο δικό μας κάμπους στα όρη τα κακόμοιρα τα παιδάκια είναι μαντρωμένα ανάμεσα σε αμφιθέατρα, λέσχες και καφετέριες. Είναι μια υπέροχη μέρα, το τραμ είναι γεμάτο ηλικιωμένους και φοιτητές, κοπελίτσες που έχουν σκεφτεί τι ρούχο να βάλουνε, έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους, έχουνε βαφτεί. Το τραμ έχει άδειες θέσεις. Πολλές άδειες θέσεις.

Στο γυρισμό βλέπω ένα τύπο που περιμένει μοναδικός αυτός στο πλυντήριο να στεγνώσουν τα ρούχα του. Αυτή την ευτυχία, του να κάθεσαι βαριεστημένος και να παρατηρείς τα ρούχα να πέφτουν στο στεγνωτήριο, να μυρίζεις τσιγάρο (έχοντάς το συνδυάσει για το πρωινό σου με πορτοκαλάδα – ο μόνος ίσως συνδυασμός που κάνει τη γεύση και του ενός και του άλλου χειρότερη), να έχεις μιά-μι-ση ώρα ώσπου να πας σε κάποιο μάθημα και να περνάς σίγουρα τα επόμενα τρία σου λεπτά παρατηρώντας τη σκόνη να πέφτει στον ήλιο, ενώ είσαι αόρατος, και δεν το ξέρεις, από τα στίφη της πλειοψηφίας, χωμένης στο γραφείο της – αυτή την ευτυχία τη θέλω τώρα και μου λείπει.

Στο μεταξύ: ανοίγω το Παλιά, πολύ παλιά του Μάρκαρη. Το οποίο κουβαλάω απλά μέσα στην τσάντα μου για το βράδυ, το’χω ήδη διαβάσει, έλα όμως που ο Μεγάλος Ύπνος τετέλεσται μέσα στο γεμάτο πρωινό λεωφορείο του πρωινού – το ξαναπιάνω (αυτή τη στιγμή, μετά από τρία ακόμη μισάωρα ταξίδια μέσα στην πόλη, το έχω τελειώσει). Είναι όταν ο Χαρίτος παρατηρεί ότι οι υπόλοιποι εκδρομείς του οργανωμένου πακέτου στην Κωνσαντινούπολη φορτώνουν το πιάτο τους στο πρωινό “την πυραμίδα του Χέοπα” (σελίδα 40), που μου είναι απόλυτα σαφές τι μου λείπει από τη γλώσσα μου: οι εικόνες. σκάει μύτη/απλώνονται κάτι ταβέρνες/τα μούτρα της/κουλούρι που το ανοίγαμε στη μέση και βάζαμε μέσα ένα τσιγαρόχαρτο κασέρι ή κεφαλοτύρι. Και ούτω καθ’εξής. Μου λείπουν: οι εικόνες και η ειρωνία.

Σκηνή ανθολογίας: Κεφάλαιο 16, ο Χαρίτος πηγαίνει στο γηροκομείο για πληροφορίες.

Κάθομαι σε ένα σαλονάκι, ουδέτερο και απρόσωπο. Απέναντι κάθονται δυο γεροντάκια, που είναι ντυμένα σα δίδυμα ή σαν τρόφιμοι ορφανοτροφείου παλαιού τύπου: ίδιο πουκάμισο, άσπρο με μπλε ρίγες, ίδιο πανταλόνι, ανοιχτό γκρι με τιράντες, ίδιο χρώμα παντόφλες. Διαφέρουν μόνο τα πρόσωπά τους. Ο κυρ Χαράλαμπος, κατά κόσμον Χαράλαμπος Σεφερτζίδης, έχει χάσει όλα τα δόντια του, αλλά έχει ένα ύφος σα να απαλλάχτηκε.

(ο σπαρταριστός διάλογος -ή μάλλον οι παράλληλοι μονόλογοι- ξεκινά στην επόμενη παράγραφο και συνεχίζεται για εξίμισι ακόμη σελίδες.)

Το ίδιο βράδυ, στη συζήτηση-παρουσίαση του βιβλίου του, μαθαίνω από μία παρευρισκόμενη (μα τι λέξεις σήμερα!) ότι υπάρχει ελληνική βιβλιοθήκη. Επίσης, το βιβλίο βρίσκεται μπροστά μου με αφιέρωση. Veni, vidi, vici. :)

We shall overcome.

πού βρίσκεται η αλήθεια;

Οι τελευταίες μέρες-εβδομάδες-μήνες:

Πρωινό ξύπνημα, λεωφορείο, δουλειά, μεσημεριανό ή σπορ, δουλειά, λεωφορείο, σπίτι, δύο ώρες ελεύθερο πρόγραμμα, ύπνος.

Σαββατοκύριακο, ξύπνημα, πρωινό, ελεύθερη ώρα, δουλειές, φίλοι και γνωστοί, στοχευμένη δράση (μουσείο, ποδήλατο, περίπατος), ελεύθερο πρόγραμμα, ύπνος.

Έχω την αίσθηση ότι σιγά-σιγά κάποιος μου βάζει το αναισθητικό που τρώνε τα ποντίκια καθημερινώς. Άλλωστε το λέει και το μπουκάλι: είναι κατάλληλο ως και για άλογα.


I have nothing to report.

Λοιπόν, τελείωσα χθες την αυτοβιογραφία του Eric Kandel, την οποία αγόρασα πρόσφατα. Ο Kandel και οι Arvid Carlsson και Paul Greengard τιμήθηκαν το 2000 με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής ή Φυσιολογίας “για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με τη μετάδοση σημάτων στο νευρικό σύστημα”.

Μετά το βραβείο, ο Kandel αποφάσισε να συνδυάσει την αυτοβιογραφία του (το γράψιμο της οποίας συνιστάται από την Ακαδημία στους λήπτες του βραβείου Νόμπελ) με την επεξήγηση του επιστημονικού του αντικειμένου, που ήταν η κατανόηση της λειτουργίας των μηχανισμών της μνήμης στον εγκέφαλο.

Ο Kandel πολύ έξυπνα ξεκινά την αφήγησή του από τα ταραγμένα παιδικά του χρόνια, συνδυάζοντας τις δικές του αναμνήσεις με το αντικείμενό του, ή το ανθρώπινο με το επιστημονικό. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στη Βιέννη από Εβραίους γονείς, ιδιοκτήτες καταστήματος παιχνιδιών. Ως παιδί έζησε την άνοδο του αντισημιτισμού στη χώρα του, την φρικτή Kristallnacht, την ταπείνωση των γονιών του και όλης της εβραϊκής κοινότητας, ώσπου να φύγει μαζί με τον αδελφό του για την Αμερική με χρήματα της εβραϊκής κοινότητας, για να ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα οι γονείς του. Ήταν τόσο η θέληση επιστροφής σ’αυτό που χάθηκε και δεν υπάρχει πια όσο και η κατανόηση του γιατί συνέβησαν όλα αυτά που οδήγησαν τον Kandel να σπουδάσει ιστορία. Ένα τυχίο γεγονός, ο απρόσμενος θάνατος του επιβλέποντά του για την τελική του εργασία, και η σχέση του με την Anna Kris, της οποίας οι γονείς ήταν ψυχαναλυτές, τον έκαναν να αναθεωρήσει την άποψή του για το τι πρέπει να κάνει. Η κατανόηση του τι συνέβη μέσω της ιστορίας ήταν “επιφανειακή” – έπρεπε να στραφεί στην ψυχανάλυση, για να καταλάβει στ’αλήθεια γιατί οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν. Συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική με σκοπό να γίνει ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, όμως στο τέλος των σπουδών του ξεκίνησε να δουλεύει στο εργαστήριο του Harry Grundfest, “με σκοπό να εντοπίσει πού βρίσκεται το εγώ, το υπερεγώ, το ασυνείδητο.”  Γρήγορα αποδείχθηκε ότι τα όνειρα αυτά ήταν απατηλά με τα δεδομένα της εποχής, αλλά ο Kandel μαγεύτηκε από τη βασική βιολογική έρευνα και το εργαστήριο, όπου και συνέχισε την καριέρα του.

Το πρώτο αυτό κομμάτι του βιβλίου είναι και το πιο ενδιαφέρον. Ομολογώ ότι μαγεύτηκα τόσο από την ιστορία όσο κι από το εύρος των δυνατοτήτων που παρείχε στον συγγραφέα η νέα του χώρα – από την ιστορία στην ιατρική κι από εκεί στη βιολογία.

Ο Kandel συνεχίζει μ’ένα εξαιρετικά καλογραμμένο crash course στις νευροεπιστήμες, συνοδευμένο από πολύ καλά σχήματα. Είναι από τα πιο ζωντανά, κατανοητά και πλήρη σχετικά αποσπάσματα που έχω διαβάσει, και θα το σύστηνα σε οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι είναι το νευρικό σύστημα και πώς δουλεύει ο εγκέφαλος.

Το βιβλίο συνεχίζεται μ’ένα συνδυασμό της προσωπικής εξέλιξης του συγγραφέα, τη γνωριμία του με τη σύζυγό του (με την οποία είναι ακόμα μαζί), το πρώτο τους παιδί, την πρώτη τους κρίση ως ζευγάρι εξαιτίας της εμμονής του με την επιστήμη, αλλά και τις νέες ιδέες και τα πολλά εργαστήρια που άλλαξε που σηματοδότησαν την πορεία του ως επιστήμονα. Σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγός του είχε, σ’αυτή την πρώτη κρίση, δίκιο: από αυτό το σημείο και μετά, η προσωπική και οικογενειακή ζωή εξαφανίζονται. Η γέννηση της κόρης του αναφέρεται με μία φράση, και με εξαίρεση ένα ποίημά της στην ηλικία των πέντε, ξαναδιαβάζουμε για τα παιδιά του όταν ο μεγαλύτερος γιος πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Η ζωή του Kandel είναι μία αδιάκοπη αλληλουχία από νέες υποθέσεις και ανακαλύψεις, νέους συνεργάτες κι εργαστήρια, νέες θέσεις και νέα πανεπιστήμια. Κάπου εκεί εμφανίζεται κι η δεύτερη αδυναμία του βιβλίου: η αλληλουχία αυτή, που μοιάζει αδιάκοπη, στην επιστήμη δεν είναι ποτέ. Οι αποτυχίες και τα λάθη που υπήρξαν στην καριέρα του, και τα οποία αναφέρει ως απαραίτητα συστατικά της έρευνας, δεν αναφέρονται πουθενά στο βιβλίο. Η πορεία του μοιάζει να είναι μία ανάβαση από την κάθε κορυφή στην αμέσως ψηλότερη. Ήταν έτσι; Μάλλον όχι. Ο Kandel συνεχίζει να εξηγεί πολύ καλά το αντικείμενό του, και να ξυπνά τον, ναι, ενθουσιασμό στον αναγνώστη γι’αυτά που η επιστήμη μαθαίνει σε κάθε νέο βήμα. Αλλά το εγχείρημα αρχίζει να μοιάζει υπεράνθρωπο.

Το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου αποτελείται από τις νέες ανακαλύψεις και τα ακόμη περισσότερα ερωτηματικά που αυτές φέρνουν, για τη συνείδηση και την ασθένεια, και συνεχίζεται μ’ένα αδικαιολόγητα μακρύ και βαρετό κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή (μείναμε στο υπέροχο ξενοδοχείο τάδε της Στοκχόλμης, πήγαμε με τη Ντενίζ για να βρει φόρεμα για την απονομή, μετά φάγαμε ένα εξαιρετικό δείπνο με τους τάδε και τους τάδε, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα πάρτυ για τους φίλους μας, βγάλαμε φωτογραφίες κ.ο.κ.), αλλά σώζεται με την επιστροφή του Kandel στις ρίζες του, και μ’αυτές, στην ανθρωπιά του. Μετά το Νόμπελ, η Αυστρία προσπάθησε να τον προσεγγίσει – για να πει εκείνος τη διάσημη φράση ότι “αυτό το Νόμπελ δεν είναι αυστριακό – είναι εβραϊκό κι αμερικάνικο”. Ο ευθύς κι επίμονος αγώνας του για το δίκαιο, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με τη διοργάνωση ενός συνεδρίου το 2003 στη Βιέννη για το ρόλο της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ελβετίας και την άσκηση πίεσης για την οικονομική ενίσχυση της εβραϊκής κοινότητας που επρόκειτο να χρεωκοπήσει, διαλυμένη ηθικά και οικονομικά από τις αντισημιτικές επιθέσεις στη συναγωγή, κλείνουν το βιβλίο κι αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος προσωπικά, αφήνει μία επιστημονική παρακαταθήκη χαρακτηριστική της εποχής που ερεύνησε αλλά και έζησε.

Συστήνεται.

fail

Είναι μέρες τώρα που το περιτριγυρίζω, βρίσκεται ακριβώς δίπλα μου, του έχω πετάξει από πάνω τα ρούχα μου και κάνω ότι δεν το βλέπω. Αυτό που κάνω ότι δεν βλέπω είναι μία πολύ πικρή αίσθηση αποτυχίας.

Fail 1: οι καλύτεροί μας φίλοι, οι καλύτεροί μου φίλοι, έχουν φύγει από αυτό το μέρος που λέγεται Ζυρίχη. Δεν έφυγαν καν επειδή το ήθελαν – τους σκέφτομαι τώρα έναν-έναν. Έφυγαν γιατί τελείωσαν τις σπουδές τους, γιατί εν μέσω κρίσης δεν μπόρεσαν να βρουν δουλειά, δεν μπόρεσαν να προσπαθήσουν να βρουν δουλειά, κι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Ή να προσπαθήσουν να προσπαθήσουν στη χώρα τους. Με την εξαίρεση της Μ., κανένας δεν είναι χαρούμενος που έφυγε, και κανένας δεν είναι χαρούμενος εκεί που είναι τώρα. Fail. Αλλά σε κάθε περίπτωση – οι καλύτεροί μου φίλοι έφυγαν. Είναι οι άνθρωποι που αγαπούσα, με τους οποίους αισθανόμουν εύκολα. Απλά, εύκολα. Στην πρώτη αναχώρηση, της φίλης που έμενε σ’αυτό το σπίτι που μένουμε τώρα (κάποιος συμβολισμός θα υπάρχει σ’αυτό το “κάποιος πρέπει να φύγει, για να έρθει κάποιος άλλος στη θέση του”, αλλά μου φαίνεται πολύ φτηνός και πολύ χαρούμενος για τη διάθεσή μου), κλαίγαμε κι οι δύο στη γωνία του δρόμου, και μετά γύρισα κι εγώ στο σπίτι του φίλου μου κι έκλαιγα κι εγώ, ενώ με παρηγορούσε, “οι άνθρωποι φεύγουν, πρέπει να το δεχτείς, έτσι είναι η ζωή”, τότε υπήρχε ακόμη η αφελής, η ασφαλής, η παιδική αίσθηση ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να έρχονται.Εσαεί. Στο μεταξύ έφυγαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι όταν έφυγε η Μ. ένα μήνα πριν, η καλύτερή μου φίλη εδώ, αποχαιρετηθήκαμε δυο δρόμους πιο πέρα από την πρώτη γωνία, αλλά εγώ δεν μπορούσα να χύσω ούτε ένα δάκρυ. Ούτε ένα. Βρήκα κάτι ανησυχητικό σ’αυτό, αλλά η πραγματικότητα ήταν πραγματικότητα. Το είχα δεχτεί, έτσι είναι η ζωή, αν και κάτι μου έλεγε ότι δεν ήθελα να είναι έτσι η δική μου ζωή. Πλέον. Υπάρχουν στιγμές με το Γ. που σκεφτόμαστε ότι μας λείπουν οι φίλοι μας, η Ε. και ο Α., κι η αίσθηση που έχω είναι μια αίσθηση τελεσίδικου. Συνεχίζω τις μέρες μου ούτε πάνω ούτε κάτω, παρά τελείως flat.Σαν γραμμή σε καρδιογράφημα, πώς να στο πω;

Fail 2: η κατάσταση στη δουλειά δεν είναι καλή. Η δουλειά μου εντάξει, ας πούμε ότι πάει σχετικά ΟΚ, έτσι είναι το διδακτορικό, σέρνεσαι και μπουσουλάς και περνάς τον περισσότερο καιρό σου κάνοντας πράγματα που δεν μοιάζουν ούτε δημιουργικά ούτε καινούρια, και μετά έρχεται μια καλή στιγμή ή μια καλή ιδέα που την πιάνεις απ’τα μαλλιά και την καβαλάς μέχρι, ελπίζουμε, τη διατριβή σου. Αλλά δεν ειν’αυτό το πρόβλημά μου. Τσακωθήκαμε με τον πιο στενό μου συνεργάτη, τον μοναδικό μου συνεργάτη, για την ακρίβεια, και δεν ήταν καν τσακωμός, ήταν ειλικρινής δήλωση ενόχλησης από μέρους μου, η οποία φούσκωσε και γράφτηκε και ερμηνεύτηκε-με άμεσο αποτέλεσμα αυτόν στο εργαστήριο, εμένα στο γραφείο, και σταθερά, συνεχή και αδιαπέραστα μούτρα. Με πεθαίνουν τα μούτρα. Δεν είμαι αισιόδοξη για την κατάσταση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχω δίκιο, το πρόβλημα είναι μόνιμο εδώ και ένα χρόνο, υποψιάζομαι ότι υπάρχει πολιτισμικό κενό, δεν θέλω να υπάρχουν θέματα, δεν πάω στη δουλειά για να υπάρχουν θέματα (αν κι αυτό είναι παιδικό, πώς να μην υπάρχουν θέματα με κάποιον με τον οποίο δουλεύεις μαζί οχτώ ώρες τη μέρα;), όταν υπάρχουν θέλω να συζητούνται σύντομα μια και καλή και μετά να λήγουν. Οι Ελβετοί (δηλώνω ένοχη τρομερής γενίκευσης, αλλά είναι κάπως έτσι) δεν μπορούν τις ευθείς συζητήσεις. Με σκοτώνουν τόσο πολύ τα μούτρα που θα ήμουν έτοιμη αυτή τη στιγμή να δηλώσω μετάνοια για οτιδήποτε έχει γίνει και θα γίνει ώσπου να γίνουν στάχτη τα κόκκαλά μας, θα συνεργαστούμε με όποιους όρους και συνθήκες θέλεις εσύ, μόνο να μην έχουμε αυτή την κατάσταση, που τη θυμάμαι το πρωί με το που ξυπνάω, νιώθω ένα “πουφ!” και περνάω όλη την ημέρα ξεφούσκωτη και καμπουριασμένη. Φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να γίνει, πρέπει να συνεργαζόμαστε με λογικούς όρους. Αυτό θα οδηγήσει στο να μη συνεργαζόμαστε καθόλου, να κοιτάει ο καθένας τη δουλειά του – το οποίο φυσικά θα έχει επιπτώσεις στη δουλειά και των δύο. Αλλά έστω – αρκεί να μην υπάρχουν αυτά τα μούτρα.

Fail 3 (το μεγάλο βραβείο): το έχω μάλλον ξαναγράψει, δεν έχω αίσθηση του χιούμορ (στην καθημερινή ζωή έχω, αλλά όχι Για Τη Ζωή), αλλά δεν αντέχω με τίποτα τη γελοιότητα. Το ξέρω ότι τα παραπάνω δεν είναι τί-πο-τα, ότι είμαι, πώς να το πω, another brick in the wall. Κι έτσι ακούω τον εκφωνητή στο κεφάλι μου να λέει στο τρέιλερ “η χχχχ είχε φαινομενικά την τέλεια ζωή: νέα, γοητευτική, μία όμορφη σχέση με το φίλο της [ο οποίος, μπλα μπλα], το διδακτορικό της [εδώ μπλα μπλα], στην Ελβετία [μπλα μπλα]. Και όμως, [μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα]“. Μα πόσο γελοίος μπορείς να γίνεις; Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να κάνω όλα τα σωστά πράγματα για μένα. Να κοιμάσαι καλά, πρόσεχε τον εαυτό σου, φτιάξε τα μαλλιά σου, τρώγε υγιεινά, κάνε σπορ, διάβαζε τα βιβλία σου, ψώνισε κάτι όμορφο. Μπλα μπλα. Την καταβάλλω τη ρημαδοπροσπάθεια, μπλα μπλα, αλλά η αλήθεια είναι πως νιώθω ήδη τόσο κουρασμένη από τα fail 1, fail 2, κι ο εαυτός μου μου φαίνεται αρκετά βαρύ και βαρετό ταυτόχρονα φορτίο, κι ειλικρινά, προτιμώ να κάνω Αυτά Που Έχω Αποφασίσει Ότι Πρέπει και να τον βλέπω όσο το δυνατόν λιγότερο. Δεν είναι ότι δεν έχω όνειρα και σχέδια και απόψεις κι όλα, κι απ’αυτή την άποψη δεν είμαι σαν πέρσι, ας πούμε. Αλλά αυτή η πικρή γεύση της αποτυχίας παραμένει, κι αυτή η ερώτηση, “πώς την έχεις δει, ρε πουλάκι μου, κάθε χρόνο τα ίδια θα’χουμε;” κάθεται από πάνω στο λαιμό και δεν κατεβαίνει-με-τί-πο-τα.

Αυτή η μακρά δήλωση ξινίλας έρχεται να προστεθεί ως ακόμη ένα μαργαριτάρι στο κολιέ του τι αποτελεί αυτό το μπλογκ τους τελευταίους μήνες, κι αυτό μου δημιουργεί την ήδη γνωστή πικρή αίσθηση μπλα μπλα, αλλά το έγραψα και θα το δημοσιεύσω, γιατί δεν μπορώ συνεχώς να  παριστάνω ότι δεν το βλέπω.

Αυτά.

Older Posts »